Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να δηλώσει εάν θα προσφύγει στη βία για να καταλάβει τη Γροιλανδία, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο τηλεοπτικό δίκτυο NBC News, ενώ ταυτόχρονα δήλωσε αποφασισμένος να επιβάλλει τους δασμούς που έχει ανακοινώσει ήδη στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που αντιδρούν στα σχέδια του για απόκτηση της Γροιλανδίας.
Ο Τραμπ όσον αφορά σε ερώτημα σχετικά με το ενδεχόμενο προσάρτησης της Γροιλανδίας με τη βία απάντησε «ουδέν σχόλιον», ενώ στη συνέχεια επέκρινε τους Ευρωπαίους ηγέτες που αντιστάθηκαν στις προσπάθειές του να αποκτήσει τη Γροιλανδία, κάτι που, όπως λέει, είναι απαραίτητο για την προστασία της εθνικής ασφάλειας από εξωτερικές απειλές και ξεκαθάρισε πως θα υλοποιήσει τα σχέδιά του να επιβάλει δασμούς. Όπως τόνισε: «Θα το κάνω, 100%».
«Η Ευρώπη θα πρέπει να επικεντρωθεί στον πόλεμο με τη Ρωσία και την Ουκρανία, επειδή, ειλικρινά, βλέπετε τι τους έχει φέρει αυτό», είπε ο Τραμπ. «Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθεί η Ευρώπη — όχι στη Γροιλανδία».
Αναφερόμενος στο βραβείο Νόμπελ Ειρήνης που δεν του απονεμήθηκε επέμεινε ότι «η Νορβηγία (σ.σ. η κυβέρνηση) το ελέγχει πλήρως, παρά τα όσα λένε».
Τι θα γίνει με τους δασμούς αν βγουν αντισυνταγματικοί;
Παράλληλα με τα παραπάνω ξεκίνησε στις ΗΠΑ μια συζήτηση σχετικά με το ενδεχόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίσει να κηρύξει τους δασμούς που έχει επιβάλλει μέχρι τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ ως αντισυνταγματικούς, δεδομένου του γεγονότος ότι το Δικαστήριο εξετάζει τέτοια προσφυγή. Ερώτηση για το θέμα δέχθηκε ο απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Εμπόριο Τζέιμισον Γκριρ, ο οποίος υποστήριξε πως, η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα επιβάλει αμέσως νέους δασμούς αν το Ανώτατο Δικαστήριο καταργήσει τους προηγούμενους που έθεσε σε όλον τον κόσμο επικαλούμενος έναν νόμο περί έκτακτης ανάγκης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αναμένεται να αποφανθεί επί του θέματος των δασμών εντός των επόμενων εβδομάδων, ενδεχομένως ακόμη και αύριο, Τρίτη.
Ο Γκριρ είπε ότι η κυβέρνηση «θα αρχίσει την επόμενη ημέρα» να αντικαθιστά τους δασμούς με άλλου είδους δασμολογικά μέτρα.
Η εξέταση του θέματος από το Ανώτατο Δικαστήριο συνιστά μια σοβαρή δοκιμασία για την έκταση των προεδρικών εξουσιών αλλά και τη βούληση των δικαστών να θέσουν όρια σε κάποιες από τις φιλοδοξίες του Τραμπ περί διεύρυνσης των εξουσιών του.
