Για μεγάλο διάστημα, το διεθνές σύστημα λειτούργησε χάρη σε μια εύθραυστη συμφωνία σιωπής. Οι ισχυροί μπορούσαν να φτάνουν μακριά, ακόμη και να παραβιάζουν τους κανόνες, αρκεί να προσποιούνται ότι τους σέβονται. Τα ψηφίσματα, οι διεθνείς οργανισμοί, τα δικαστήρια και οι συμμαχίες δεν εμπόδιζαν πάντα την αυθαιρεσία, αλλά τουλάχιστον λειτουργούσαν ως ένα αναγκαίο σκηνικό νομιμοποίησής της.
Ασφαλώς, η ύπαρξη κανόνων δεν απέτρεψε ποτέ τις επεμβάσεις των υπερδυνάμεων του πλανήτη, τις υποχρέωνε μονάχα να κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο προσχηματικών ορίων, εκεί όπου η ωμή ισχύς όφειλε ακόμη να μεταμφιέζεται σε νομιμότητα.
Ο Θουκυδίδης μάς είχε προειδοποιήσει εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, με μια καθαρότητα που ακόμη συνεχίζει να ενοχλεί. Στον διάλογο των Μηλίων δεν καταγράφει απλώς μια στιγμή αθηναϊκής αλαζονείας, αλλά τη στιγμή που το περίβλημα της νομιμότητας σκίζεται και από κάτω αποκαλύπτεται το πιο παλιό υλικό του κόσμου. Το δίκαιο του ισχυρού, ο φόβος, το συμφέρον.
Οι Αθηναίοι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να επικαλεστούν τις αρχές. Δηλώνουν ότι η δικαιοσύνη ισχύει μόνο όταν υπάρχει σχετική ισορροπία δύναμης και ότι όπου υπάρχει ασυμμετρία, ο κόσμος λειτουργεί με άλλους κανόνες, πολύ πιο ωμούς και προβλέψιμους. Και οι Μήλιοι, μια μικρή κοινότητα που ζητά να υπάρξει ως ουδέτερη, μαθαίνουν πως αυτή η ουδετερότητα κοστίζει, όταν δεν συνοδεύεται από ισχύ ή αξιόπιστες εγγυήσεις.
Αυτό που εκτυλίσσεται τα τελευταία χρόνια σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη δεν είναι μια σειρά από εξαιρέσεις, αλλά μια σιωπηλή μετατόπιση. Οι κανόνες δεν καταργούνται μόνο από όσους τους παραβιάζουν, αλλά κυρίως από όσους παύουν να τους χρειάζονται. Και για τις μικρές χώρες, το τέλος αυτής της ανάγκης δεν σημαίνει απλώς μεγαλύτερη ανασφάλεια, αλλά επιστροφή σε έναν κόσμο χωρίς διαδικασίες και προστατευτικές δικλείδες, σε έναν κόσμο όπου η ιστορία επιταχύνεται πάντα εις βάρος τους.
Αυτήν ακριβώς την επίγνωση είχε ο Κώστας Σημίτης. Η εμμονή του στους θεσμούς, στις διαδικασίες, στην Ευρώπη ήταν η συνειδητή επιλογή ενός πολιτικού που καταλάβαινε ότι για χώρες όπως η Ελλάδα οι κανόνες δεν είναι πολυτέλεια. Είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν από την επιστροφή στον Θουκυδίδη, αυτή τη φορά χωρίς προσχήματα και χωρίς διάλογο Μηλίων.
Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον θάνατό του, ενώ σε λίγες ημέρες κλείνουν τριάντα χρόνια από την εκλογή του στην πρωθυπουργία, μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1996. Με αφορμή αυτή τη διπλή χρονική τομή, το ΒΗΜΑ επιστρέφει στην πολιτική διαδρομή και την εποχή του Κώστα Σημίτη μέσα από ένα ντοκιμαντέρ τεσσάρων επεισοδίων.
Η πρώτη ήρθε μετά το τέλος της συνέντευξης με τον πρώην πρόεδρο της Βουλής, Νίκο Βούτση. Η κάμερα είχε κλείσει, μαζεύαμε τον εξοπλισμό, όταν με ρώτησε τι τίτλο θα έχει το ντοκιμαντέρ. Του είπα ότι δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη και τον ρώτησα πίσω τι τίτλο θα έβαζε εκείνος. «Ο Μεγάλος Αντιφατικός», απάντησε χωρίς παύση.
Με περισσότερες από πενήντα ώρες πρωτογενούς υλικού και 25 συνεντεύξεις ανθρώπων που βρέθηκαν στον πυρήνα της εξουσίας εκείνα τα χρόνια, η αφήγηση δεν επιδιώκει ούτε πανηγυρικές δικαιώσεις ούτε εύκολους απολογισμούς. Προσπαθεί περισσότερο να κατανοήσει μια συγκεκριμένη αντίληψη διακυβέρνησης και το κόστος της, σε μια χώρα που άλλαζε μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη προσποιούνταν ότι κυβερνάται από κανόνες.
Στη διάρκεια αυτής της δουλειάς, συνειδητοποιήσαμε ότι η ιστορία ενός ανθρώπου δεν ξεδιπλώνεται ευθύγραμμα. Συγκροτείται από θραύσματα, στιγμές ασύνδετες μεταξύ τους, που μόνο εκ των υστέρων αποκτούν νόημα. Δύο στιγμές από τα παρασκήνια λειτούργησαν για μένα σαν ρωγμές.
Η πρώτη ήρθε μετά το τέλος της συνέντευξης με τον πρώην πρόεδρο της Βουλής, Νίκο Βούτση. Η κάμερα είχε κλείσει, μαζεύαμε τον εξοπλισμό, όταν με ρώτησε τι τίτλο θα έχει το ντοκιμαντέρ. Του είπα ότι δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη και τον ρώτησα πίσω τι τίτλο θα έβαζε εκείνος. «Ο Μεγάλος Αντιφατικός», απάντησε χωρίς παύση. Δεν υπήρχε ειρωνεία στη φωνή του. Ζήτησε από έναν συνεργάτη του να μου φέρει την ομιλία που είχε κάνει ο Σημίτης στο συνέδριο του Συνασπισμού, το 1996, ως προσκεκλημένος ομιλητής. «Διάβασέ τη και θα συμπληρώσεις τα κενά». Γύρισα σπίτι και άρχισα να την ξεφυλλίζω.
Η ομιλία εκείνη δεν συμπλήρωσε απλώς τα «κενά». Με ανάγκασε να ξαναδώ το σύνολο. Να καταλάβω ότι αυτό που συχνά εκλαμβάνεται ως ψυχρότητα ή απόσταση, ήταν ίσως η συνειδητή επιλογή ενός ανθρώπου που ήξερε πως οι κανόνες δεν γίνονται ποτέ αγαπητοί. Γίνονται, όμως, αναγκαίοι ακριβώς τη στιγμή που κανείς δεν θέλει να τους υπερασπιστεί. Και κάπως έτσι, η φράση «Ο Μεγάλος Αντιφατικός» έπαψε να ακούγεται σαν χαρακτηρισμός. Άρχισε να λειτουργεί σαν κλειδί.
Η δεύτερη στιγμή ήρθε στη συζήτηση με τον Νίκο Αλιβιζάτο. Σχεδόν σαν υποσημείωση, ανέφερε ότι στα πρώτα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση ο Σημίτης υπήρξε η αριστερή κριτική στον Ανδρέα Παπανδρέου. Η φράση έμεινε να αιωρείται. Τον κοίταζα προσπαθώντας να καταλάβω τι εννοούσε, καθώς ανέτρεπε κάτι βαθιά ριζωμένο στον τρόπο που είχα μάθει να διαβάζω εκείνη την περίοδο.
Είναι δυνατόν; Ο άνθρωπος που «παραδόθηκε στα νεοφιλελεύθερα δόγματα», όπως λέγαμε κάποτε, να υπήρξε η αριστερή κριτική στον Ανδρέα; Το σχήμα αυτό ανέτρεπε έναν ολόκληρο τρόπο ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης, χτισμένο εκ των υστέρων, με καθαρές γραμμές και βολικούς ρόλους.
Όσο προχωρούσε η έρευνα και έγραφα το σενάριο, γινόταν όλο και πιο καθαρό τι εννοούσε ο Νίκος Αλιβιζάτος όταν περιέγραφε τον Κώστα Σημίτη ως «αριστερή κριτική στον Ανδρέα». Δεν αναφερόταν απλώς σε μια εσωκομματική διαφοροποίηση, αλλά σε μια βαθύτερη πολιτική στάση, στα όρια της χαρισματικής ηγεσίας, στο κράτος που λειτουργεί με εξαιρέσεις, στη δημοκρατία που στηρίζεται περισσότερο στα πρόσωπα παρά στους κανόνες.
Σε μια αριστερά που έβλεπε τον κίνδυνο της προσωπολατρίας και της εξουσίας χωρίς θεσμικά αντίβαρα, που καταλάβαινε ότι το χάρισμα, όταν δεν συναντά κανόνες, καταλήγει να αυτοκαταναλώνεται. Μια αριστερά που δεν φτάνει στην Ιθάκη, αλλά ξεμένει στη θάλασσα όταν το αφήγημά της γίνεται η ιστορία επιβίωσης του ενός και όχι μιας συλλογικής πορείας.
Ήταν μια αριστερά που σπάνια κέρδιζε το χειροκρότημα. Που μιλούσε για όρια τη στιγμή που η κοινωνία ζητούσε υπέρβαση και για κανόνες τη στιγμή που ζητούσε λύτρωση. Λιγότερο θεαματική, λιγότερο αφηγηματική, και γι’ αυτό συχνά πολιτικά μειοψηφική. Όχι επειδή είχε άδικο, αλλά επειδή ζητούσε από τους πολίτες κάτι δυσκολότερο από την πίστη. Ζητούσε ευθύνη.
Ο Σημίτης δεν κυβέρνησε με την αγωνία της αποδοχής, κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που δεν αγαπήθηκε ποτέ πραγματικά. Δεν τον απασχόλησε αν το κράτος θα συγκινεί, αλλά αν θα λειτουργεί.
Ίσως γι’ αυτό, στην περίπτωση του Σημίτη, οι άνθρωποι που τον συνόδευσαν πολιτικά, αλλά και οι αντίπαλοί του, όσοι διαφώνησαν και συγκρούστηκαν μαζί του, επέστρεψαν σε αυτό το ντοκιμαντέρ για να μιλήσουν με σεβασμό και, συχνά, με αγάπη. Όχι από υποχρέωση, αλλά από αναγνώριση. Και αυτό λέει πολλά για το ποιον ενός ηγέτη, ιδίως όταν οι άνθρωποι έχουν πια πάψει να εξαρτώνται από αυτόν.
Υπάρχει μια άλλη σκηνή στα ομηρικά έπη, πολύ λιγότερο προβεβλημένη από το ταξίδι του Οδυσσέα που ο Όμηρος απλώς την υπαινίσσεται, αλλά την αφηγείται καθαρά ο Βιργίλιος αιώνες αργότερα. Ο Αινείας φεύγει από την Τροία τη στιγμή της απόλυτης ήττας. Η πόλη καίγεται, ο κόσμος του τελειώνει. Και όμως, δεν φεύγει ελαφρύς.
Σηκώνει στους ώμους του τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που δεν έχει πια μέλλον, κρατά από το χέρι τον γιο του, έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμη παρελθόν και κουβαλά μαζί του μονάχα τα ιερά του τόπου του. Δεν επιστρέφει για να ξαναπάρει όσα του ανήκαν. Φεύγει για να θεμελιώσει κάτι που δεν θα προλάβει να δει ολοκληρωμένο. Ο Όμηρος μάς έδωσε στην Οδύσσεια τον ήρωα της επιβίωσης. Ο Βιργίλιος μάς χάρισε τον ήρωα της ευθύνης.
Ο Σημίτης δεν κυβέρνησε με την αγωνία της αποδοχής, κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που δεν αγαπήθηκε ποτέ πραγματικά. Δεν τον απασχόλησε αν το κράτος θα συγκινεί, αλλά αν θα λειτουργεί. Αν οι αποφάσεις θα εφαρμόζονται. Αν οι διαδικασίες θα αντέχουν χωρίς να χρειάζονται διαρκή επιβεβαίωση. Πίστευε στη διάχυση της εξουσίας μέσω των θεσμών, όχι στην εξουσία των αρίστων, κλεισμένων σε ένα δωμάτιο στο Μαξίμου. Βέβαια σε μια κοινωνία που περίμενε αφήγημα, προσέφερε κανόνες. Σε μια εποχή που ζητούσε νόημα, εκείνος απάντησε με μηχανισμούς. Το αποτέλεσμα ήταν μια απόσταση που δεν έκλεισε ποτέ.
Πολλοί ένιωσαν ότι η μετάβαση συνέβαινε ερήμην τους, ότι το μέλλον οργανωνόταν χωρίς τη συμμετοχή τους. Το κενό ανάμεσα στην πρόθεση και την αποδοχή έμεινε ανοιχτό. Όμως οι διαδικασίες, όπως και τα θεμέλια, δεν είναι φτιαγμένες για να φαίνονται την ώρα που χτίζονται. Γίνονται ορατές μόνο αργότερα, όταν αρχίζουν να λείπουν.