Δύο λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα

Τον Φεβρουάριο του 2018 η αμερικανική κυβέρνηση δημοσιοποίησε το αναθεωρημένο δόγμα της αναφορικά με τη λογική και τη στρατηγική του πυρηνικού οπλοστασίου της.

Τον Φεβρουάριο του 2018 η αμερικανική κυβέρνηση δημοσιοποίησε το αναθεωρημένο δόγμα της αναφορικά με τη λογική και τη στρατηγική του πυρηνικού οπλοστασίου της. Αποσκοπεί, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, στην «εξατομικευμένη αποτροπή», όρο που προοιωνίζεται μια ορθολογιστική, επιλεκτική, μετρημένη εφαρμογή των διδαγμάτων που συσσώρευσε η πείρα της δύσκολης συμβίωσης 70 ετών με τα πυρηνικά όπλα. Ατυχώς, η εκλεπτυσμένη γλώσσα δεν ανήκει στην κυβέρνηση Ομπάμα (ούτε καν στην κυβέρνηση Μπους υιού), οι οποίες είχαν συντάξει τις προηγούμενες αναθεωρήσεις, και έτσι επί της ουσίας καλύπτει με ευφημισμούς την εκ βάθρων ανατροπή του προϋπάρχοντος οικοδομήματος. Στο προοίμιο της έκθεσης ο υπουργός Αμυνας Τζέιμς Μάτις, ένας από τους λεγόμενους «ενηλίκους» που κηδεμονεύουν τον «ανήλικο» πρόεδρο κατά τον αμερικανικό Τύπο, αποδεικνύει ακριβώς ότι η «ενηλικίωση» είναι σχετικό ζήτημα: «Πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα», γράφει, «και να δούμε τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα θέλαμε να είναι».
Με την παραπάνω υποτιθέμενη πρόταση ρεαλισμού, ο Μάτις προσυπογράφει τη βούληση του προέδρου του και του Πενταγώνου για την πλήρη ανακαίνιση του ψυχροπολεμικού οπλοστασίου: νέοι διηπειρωτικοί πύραυλοι, νέα βομβαρδιστικά μακράς ακτίνας δράσης, νέα υποβρύχια εξοπλισμένα με βαλλιστικούς πυραύλους, νέα τακτικά πυρηνικά όπλα, σε ένα πρόγραμμα συνολικού κόστους άνω του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων και διάρκειας 30 ετών. Από μόνη της η απόφαση αυτή θα ήταν προβληματική. Τυχαίνει όμως να συμπίπτει με παρόμοια προγράμματα σχεδόν όλων των πυρηνικών δυνάμεων: Ρωσία, Βόρεια Κορέα, Ινδία, Πακιστάν, Κίνα, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία μοιάζουν να έχουν αποδυθεί από κοινού με τις ΗΠΑ σε μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών που δεν θυμίζει πια αγώνα πυγμαχίας δύο αντιπάλων, όπως επί Ψυχρού Πολέμου, αλλά δρόμο αντοχής πολλών.
Η κίνηση των ΗΠΑ αποτελεί υπόδειγμα της κατά Τραμπ ανάλυσης του κόσμου: «Ο πρόεδρος μισεί τις κακές συμφωνίες» δήλωνε σχετικά με το ζήτημα των πυρηνικών στο «Time» της 12ης Φεβρουαρίου ανώνυμος υψηλός αξιωματούχος της κυβέρνησης. «Κακή συμφωνία» εν προκειμένω ήταν η σταθερή στάση των μεταψυχροπολεμικών προεδριών ως προς τον αφοπλισμό. Αυτή επέτρεπε στον Κιμ Γιονγκ Ουν (τότε) ή στον Βλαντίμιρ Πούτιν (ακόμη) να βγάζουν γλώσσα στη χώρα που, ας μην ξεχνάμε, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εξαπολύσει «πυρ και μανία» με το «μεγάλο κουμπί» του Ντόναλντ.
Από τα τέλη του 2017, σύμφωνα με τον αρθρογράφο Γουίλιαμ Τζ. Χένιγκαν, και για πρώτη φορά έπειτα από 25 χρόνια η κυβέρνηση ζήτησε από το υπουργείο Ενέργειας να θέσει σε ετοιμότητα το πεδίο δοκιμών της Νεβάδα για την πραγματοποίηση πυρηνικής δοκιμής εντός διαστήματος έξι μηνών. Τόπος πραγματοποίησης περισσότερων από 1.000 υπόγειων εκρήξεων στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, το πεδίο είχε κατεβάσει ρολά από το 1992, όταν ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους πατήρ είχε κηρύξει μονομερές μορατόριουμ που δεν διακόπηκε έκτοτε. Σύμφωνα με τις πηγές του Χένιγκαν, μια πυρηνική δοκιμή σήμερα «θα διεξαγόταν για πολιτικούς σκοπούς». Να δείξει, δηλαδή, «στον Βλαντίμιρ Πούτιν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν, τον Αλί Χαμενεΐ και άλλους αντιπάλους με τι ακριβώς έχουν να κάνουν».
Για την ακρίβεια, όλοι ξέρουν με τι ακριβώς έχουν να κάνουν, γιατί στον ευαίσθητο κόσμο των πυρηνικών τίποτα δεν μένει άγνωστο για πολύ. Ολοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι ΗΠΑ και Ρωσία εξακολουθούν να βρίσκονται σε κατάσταση εξοπλιστικής ισοτιμίας, με 6.800 και 7.000 πυρηνικές κεφαλές αντίστοιχα, μειωμένες δραστικά από το peak των περίπου 70.000 που συντηρούσαν στο απόγειο του προηγούμενου ανταγωνισμού, το 1986. Ολοι γνωρίζουν ότι ποιοτικά οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερέχουν, όλοι γνωρίζουν ότι εξαιτίας της υπεροχής αυτής η Ρωσία κινείται στα όρια των συνθηκών, όπως με την κατασκευή του νέου, μέσου βεληνεκούς πυραύλου SSC-8, ο οποίος θίγει τη συμφωνία INF του 1987. Ολοι γνωρίζουν από την 1η Μαρτίου, όταν και το ανακοίνωσε ο Βλαντίμιρ Πούτιν σε έναν έξοχα ψυχροπολεμικό λόγο συνοδευόμενο από καταστροφικά βίντεο και απειλητικές προτροπές προς τη Δύση να «ακούσει», ότι η Ρωσία αναπτύσσει τον βαρύ διηπειρωτικό πύραυλο RS-28 Sarmat, φορέα 16 πυρηνικών κεφαλών, ικανό να ισοπεδώσει με τη μία όλες τις αμερικανικές πόλεις με πληθυσμό άνω του ενός εκατομμυρίου.
Ολοι γνωρίζουν, τέλος, μέσω διαρροών, κατασκοπείας ή επίσημων ανακοινώσεων, ότι η Βόρεια Κορέα έχει πιθανότατα κατασκευάσει βόμβα υδρογόνου και τον διηπειρωτικό πύραυλο Hwasong-15· ότι η Ινδία ετοιμάζει τον βαλλιστικό πύραυλο Agni-5 που θα έχει δυνατότητα πλήγματος σε όλο το Πακιστάν και την Κίνα· ότι το Πακιστάν συσσωρεύει πυρηνικά με ταχύτατο ρυθμό· ότι το Ισραήλ προσθέτει βαλλιστικούς πυραύλους με πυρηνικά όπλα στα υποβρύχιά του· ότι Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία αντικαθιστούν τα πεπαλαιωμένα πυρηνικά υποβρύχιά τους με καινούργια· ότι η Κίνα θα θέσει οσονούπω σε επιχειρησιακή ετοιμότητα το κινητό σύστημα βαλλιστικών πυραύλων Dongfeng-41 με βεληνεκές το οποίο καλύπτει όλη την επικράτεια των ΗΠΑ· ότι εξαιτίας όλων των παραπάνω, Ιράν, Ιαπωνία και Νότια Κορέα σχεδιάζουν ή επαναφέρουν δικά τους προγράμματα. «Everybody Knows, Τhat’s Ηow it Goes, Everybody Knows», ορθά το λέει ο Λέοναρντ Κοέν.
Η διαφορά τού σήμερα με τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου συμπυκνώνεται σε μια επισήμανση του γνωστού αμερικανού δημοσιογράφου Ερικ Σλόσερ στον «New Yorker» της 24ης Μαΐου και δεν έχει να κάνει τόσο με τη γνώση των κυβερνήσεων όσο με τη συνείδηση του κοινού: σήμερα δεν μιλάμε πολύ για τα πυρηνικά. Τότε, το «ατομικό ρολόι» του Δελτίου Ατομικών Επιστημόνων που μετρούσε την απόσταση από τον πυρηνικό όλεθρο ήταν γνώριμη εικόνα στη δημόσια σφαίρα και ο όρος «Βέβαια Αμοιβαία Καταστροφή» («Mutually Assured Destruction» ή MAD, όπως «τρέλα») ήταν φράση με διεθνή απήχηση. Σήμερα, «τα ερωτήματα αυτά αφορούν έναν μικρό κύκλο διαμορφωτών της πολιτικής», λέει ο Σλόσερ, και όροι όπως «αμοιβαία αποτροπή», «ευέλικτη απάντηση», «κλίμακα κλιμάκωσης» χρησιμοποιούνται μάλλον για να συσκοτίσουν τη γνώση του κοινού παρά για να διευρύνουν την κατανόησή του ως προς το μέγεθος του κινδύνου.
Οταν, για παράδειγμα, ο πτέραρχος της αμερικανικής αεροπορίας Πολ Σέλβα, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, δηλώνει στο «Time» ότι ο εκάστοτε πρόεδρος «χρειάζεται επιλογές» και δεν θα πρέπει «να βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιλογή του φόνου εκατομμυρίων πολιτών ή υποχώρησης» μπροστά σε μια απειλή, ανασταίνει με τη φαινομενικά ακίνδυνη αυτή γλώσσα στο τραπέζι μια ολόκληρη κατηγορία πυρηνικών: τα «τακτικά πυρηνικά», σε αντίθεση με τις «στρατηγικού» χαρακτήρα υδρογονοβόμβες μεγατόνων που προορίζονταν για την πλήρη εξάλειψη του πληθυσμού του αντιπάλου, ήταν μικρού βεληνεκούς και φονικής ισχύος όπλα σχεδιασμένα για χρήση έναντι συμβατικών δυνάμεων σε ένα σύνηθες πεδίο μάχης.
Αποτρεπτικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το πάγιο δόγμα των ΗΠΑ στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, προορίζονταν ως φθηνή λύση συγκράτησης πιθανής σοβιετικής επίθεσης στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945, όταν ο αμερικανικός στρατός αποστρατεύθηκε ραγδαία αποσύροντας από την Ευρώπη 2,25 εκατομμύρια άνδρες. Ωστόσο, η άσκηση προσομοίωσης Carte Blanche το 1955 έδειξε, όπως έγραφε το φθινόπωρο του 1983 στο «Foreign Affairs» ο πρώην υπουργός Αμυνας των κυβερνήσεων Κένεντι και Τζόνσον, Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα, ότι ένας πόλεμος στη Γερμανία μεταξύ ΝΑΤΟ και Σοβιετικής Ενωσης με χρήση 335 τακτικών πυρηνικών θα προξενούσε «άμεσες απώλειες (χωρίς να υπολογιστούν τα θύματα της ραδιενέργειας, των ασθενειών και ούτω καθεξής) της τάξης του 1,5 έως 1,7 εκατ. νεκρών και των 3,5 εκατ. τραυματιών […] κατά τις πρώτες δύο ημέρες». Συνυπολογίζοντας τη φορητότητα τέτοιων όπλων, άρα και τον αυξανόμενο κίνδυνο κλοπής ή δολιοφθοράς, εφόσον βρίσκονταν διεσπαρμένα σε όλη την Ευρώπη, η κυβέρνηση Μπους πατρός, θεωρώντας ότι αποτελούσαν εκ φύσεως αποσταθεροποιητικό παράγοντα, τα απέσυρε σχεδόν όλα από την ενεργό υπηρεσία το 1991. Από τότε, βέβαια, έχουν περάσει 27 χρόνια.
Πράγματι, τρεις δεκαετίες μετά την τελευταία έξαρση του Ψυχρού Πολέμου στη δεκαετία του ’80, η συλλογική αλλά και η θεσμική του μνήμη έχουν εξασθενίσει. Από τη σκοπιά του 21ου αιώνα μοιάζει πια σαν άσκηση ισορροπίας, με σημαντικό βαθμό δυσκολίας, αλλά επί της ουσίας ακίνδυνη, με το δίχτυ ασφαλείας του φόβου όλων και την ύπαρξη καναλιών επικοινωνίας των πιο ψύχραιμων στις δύο πλευρές να καθιστά το όλο ζήτημα περισσότερο σόου δημοσίων σχέσεων, σαν τη μάχη Ρίγκαν – Τσερνιένκο στο ρινγκ του βιντεοκλίπ «Two Tribes» των Frankie Goes to Hollywood το 1984, παρά αντιπαράθεση στην κόψη του ξυραφιού. Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος ήταν υπαρκτός, άμεσος και διαρκής. Ο Ερικ Σλόσερ έθιγε το 2013 στο βιβλίο του «Command and Control» (εκδ. Penguin Books) την «ψευδαίσθηση της ασφάλειας» που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να διαρραγεί από ατυχήματα, λανθασμένες ενδείξεις, την ίδια τη δυναμική της χιονοστιβάδας των εξοπλισμών.
Γράφοντας στον «New Yorker», ο Σλόσερ θύμιζε ότι στη δεκαετία του ’50 η διαφοροποίηση των αμερικανικών όπλων είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο πλουραλισμού ώστε να υπάρχουν πυρηνικά τσέπης για σαμποτάζ πίσω από τα μετόπισθεν του εχθρού και το τυφέκιο Davy Crockett με το οποίο πεζικάριοι μπορούσαν να βάλλουν με μίνι πυρηνικά βλήματα. Τέτοιου είδους τακτικά πυρηνικά ήταν υπεύθυνα για τη διεύρυνση της εξουσιοδότησης λήψης αποφάσεων για τη χρήση τους. Αχρηστα αν ο κάθε φορέας τους όφειλε να τηλεφωνήσει στον πρόεδρο και να αιτηθεί άδειας βολής ευρισκόμενος μπροστά σε ένα σοβιετικό τανκ, συνέβαλαν στην εξουσιοδότηση ήδη από τον καιρό του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ «μάλλον χαμηλόβαθμων αμερικανών αξιωματούχων που υπηρετούσαν στο ΝΑΤΟ» με δικαιώματα χρήσης.
Με μια τέτοια δομή, αν ένα πυρηνικό βλήμα έφευγε στο πεδίο μιας συμβατικής μάχης, η κλιμάκωση θα ήταν δύσκολο να αποφευχθεί. Ο Σλόσερ θυμίζει την εκ των υστέρων γνωστή πληροφορία ότι παρόμοια όπλα και δικαιώματα διέθεταν οι Σοβιετικοί στην Κούβα την εποχή της κρίσης των πυραύλων το 1962 –και επισημαίνει πως ήταν ευτυχές γεγονός για όλους το ότι η κυβέρνηση Κένεντι απέρριψε τις σκέψεις επέμβασης που είχε αρχικά. Οσον αφορά βαλλιστικούς πυραύλους και θερμοπυρηνικές βόμβες, η μαζική εξαπόλυση των οποίων εναπόκειτο αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του προέδρου, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 η υπερπαραγωγή τους είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε οι ΗΠΑ στόχευαν τη Μόσχα με 400 κεφαλές. Αντίστοιχα ήταν και τα πολεμικά πλάνα της ΕΣΣΔ, εξ ου και οι 40.000 κεφαλές που είχε συσσωρεύσει πριν από την πτώση της.
Καθεμία από τις εννέα σημερινές πυρηνικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ισραήλ, Πακιστάν, Ινδία, Βόρεια Κορέα) έχει τους δικούς της λόγους για τη συντήρηση πυρηνικού οπλοστασίου –ηγεμονία, γόητρο, υπαρξιακό φόβο εξωτερικών εχθρών. Κοινή συνισταμένη όλων, ωστόσο, είναι οι εικασίες και η άγνοια. Εικασίες για τη συμπεριφορά του εκάστοτε αντιπάλου σε στιγμή κρίσης και άγνοια για τα απτά αποτελέσματα ενός πραγματικού πολέμου. Ως προς τις εικασίες, ισχύει η εκτίμηση του αμερικανού γερουσιαστή Σαμ Ναν το 1974: τα ζητήματα πυρηνικής στρατηγικής, όπως όλα τα ζητήματα στρατηγικής, αποτελούν θεμελιωδώς θέματα που λύνονται με εμπειρική γνώση και «κανείς δεν έχει καμία εμπειρία σε πυρηνικό πόλεμο, επομένως κανείς δεν ξέρει τι θα συνέβαινε αν ξεσπούσε». Ως προς τα αποτελέσματα, ισχύουν διάφορες εκτιμήσεις. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές είναι εκείνη που παραθέτει ο Ντάνιελ Ελσμπεργκ στο πρόσφατο βιβλίο του «The Doomsday Machine» (εκδ. Bloomsbury): προτού γίνει γνωστός από τη διαρροή των «Pentagon Papers» για την αμερικανική πολιτική στον πόλεμο του Βιετνάμ το 1971, ο Ελσμπεργκ συνεργαζόταν με τον Λευκό Οίκο ως ειδικός αναλυτής του think tank RAND Corporation και υπό την ιδιότητά του αυτή είχε δει το 1961 ένα μυστικό υπόμνημα του Γενικού Επιτελείου προς τον πρόεδρο Κένεντι, το οποίο προσδιόριζε τον αριθμό των άμεσων θανάτων παγκοσμίως σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου σε 600 εκατομμύρια.
Στο βιβλίο του ο Ελσμπεργκ σημειώνει ότι από τότε δεν έχουν αλλάξει και πολλά: «Οι περισσότερες πτυχές του αμερικανικού πυρηνικού συστήματος και της ετοιμότητας δυνάμεων παραμένουν σε ισχύ και σήμερα» και ο θερμοπυρηνικός πόλεμος εξακολουθεί να είναι «μια καταστροφή εν αναμονή». Αν έχει αλλάξει κάτι σήμερα αυτό είναι το μέγεθος του κινδύνου: επικαλούμενος πρόσφατη μελέτη, ο Ερικ Σλόσερ επισημαίνει ότι ένας περιορισμένος πόλεμος στην ινδική υποήπειρο με χρήση μόλις 100 μικρών βομβών σαν αυτές της Χιροσίμα θα προξενούσε πυρηνικό χειμώνα που θα μείωνε κατά 50% το στρώμα του όζοντος, θα έριχνε την παγκόσμια θερμοκρασία στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας χιλιετίας και θα επέφερε συνολικές απώλειες 1 δισεκατομμυρίου ατόμων.
Εν αναμονή της πολυαναμενόμενης (κανονισμένης για το πρωί της 12ης Ιουνίου) συνάντησης μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Κιμ Γιονγκ Ουν στη Σιγκαπούρη, την ώρα που Ισραήλ και Ιράν δίνουν συγκαλυμμένες μάχες σε συριακό έδαφος, την ώρα που Ινδία και Πακιστάν αλληλοϋποβλέπονται πάγια με φόντο το Κασμίρ, το ατομικό ρολόι της Ενωσης Ατομικών Επιστημόνων δείχνει για το 2018 δύο λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα –όσα ακριβώς και το 1953.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 10 Ιουνίου 2018.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.