Η ποινική «ευθύνη» των υπουργών

Ηδιαβίβαση από τις εισαγγελικές αρχές στη Βουλή της δικογραφίας Novartis, με καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων περί δωροληψίας από δύο πρώην πρωθυπουργούς και οκτώ πρώην υπουργούς, ήταν μια ενέργεια τυπικά επιβεβλημένη σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 2 του Συντάγματος.

Ηδιαβίβαση από τις εισαγγελικές αρχές στη Βουλή της δικογραφίας Novartis, με καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων περί δωροληψίας από δύο πρώην πρωθυπουργούς και οκτώ πρώην υπουργούς, ήταν μια ενέργεια τυπικά επιβεβλημένη σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 2 του Συντάγματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι αν στο πλαίσιο κάποιας ανάκρισης, προανάκρισης ή άλλης εξέτασης προκύψουν στοιχεία κατά πρώην ή νυν μελών της κυβέρνησης για αδικήματα που (φέρονται να) τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα στοιχεία εκείνα «διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που διενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση». Και τούτο διότι η παρ. 1 του ίδιου άρθρου αναθέτει στη Βουλή την αποκλειστική αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά των παραπάνω για τέτοιας φύσης αδικήματα.
Κατ’ ουσία όμως η προθεσμία μέσα στην οποία η Βουλή μπορούσε να ασκήσει την παραπάνω αρμοδιότητά της έχει παρέλθει προ πολλού. Η παρ. 3 του άρθρου 86 επιτρέπει την άσκηση δίωξης μόνο «μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και για όσα έγιναν κατά τη βουλευτική περίοδο Ιουνίου 2012 – Δεκεμβρίου 2014, η προθεσμία άσκησης δίωξης εξέπνευσε με τη διάλυση της (επόμενης) Βουλής τον Αύγουστο του 2015, οπότε περατώθηκαν όχι απλά οι δύο πρώτες σύνοδοι αλλά συνολικά η (μετά την τέλεση του υποτιθέμενου αδικήματος) βουλευτική περίοδος.

Για αδικήματα βουλευτικών περιόδων πριν από το 2012 η ίδια προθεσμία είχε εκπνεύσει βέβαια πολύ νωρίτερα.

Εάν, παρά ταύτα, η Βουλή αποφασίσει τελικά να ασκήσει δίωξη κατά ενός ή περισσότερων από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα (αφού προηγουμένως συσταθεί και υποβάλει πόρισμα η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 86 ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης), θα συγκροτηθεί, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 86, Ειδικό Δικαστήριο από δεκατρία μέλη του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας και Δικαστικό Συμβούλιο από πέντε μέλη των δικαστηρίων αυτών, ύστερα από κλήρωση. Η υπόθεση ωστόσο δεν θα φθάσει ποτέ στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστηρίου, αφού το Δικαστικό Συμβούλιο θα είναι υποχρεωμένο να διαπιστώσει το προφανές, δηλαδή το απαράδεκτο της δίωξης λόγω παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας της παρ. 3, και να εκδώσει απαλλακτικό βούλευμα για τους κατηγορουμένους. Ετσι όμως σε εκείνους θα έχει μείνει ενδεχομένως ο ρύπος ενός τυχόν επιβαρυντικού πορίσματος από μια πλειοψηφία της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής ελεγχόμενης από τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Η μόνη περίπτωση καταλογισμού ποινικών ευθυνών σε κάποιους από τους εμπλεκομένους ανακύπτει εφόσον διαπιστωθεί από την περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης ότι υπήρξε όχι μόνο δωροληψία αλλά και νομιμοποίηση του προϊόντος της (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος), μέσω υπεράκτιων εταιρειών ή άλλων μεθοδεύσεων. Τούτο έχει κριθεί νομολογιακά, στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Τσοχατζόπουλου, ότι δεν συνιστά αδίκημα «κατά την άσκηση» των υπουργικών καθηκόντων, αλλά μεταγενέστερη, ανεξάρτητα τιμωρητέα πράξη. Υποστηρίζεται ακόμη από μερίδα της θεωρίας ότι η δωροδοκία δεν συνιστά αδίκημα «κατά την άσκηση» αλλά απλώς επ’ ευκαιρία της άσκησης υπουργικών καθηκόντων, αν και κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε νομολογιακά στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου. Η διερεύνηση πάντως ποινικών αδικημάτων που δεν τελέστηκαν κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων δεν ανήκει στη Βουλή, αλλά στα τακτικά ποινικά δικαστήρια.
Από όλα αυτά προκύπτει για μία ακόμη φορά η παθογένεια του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπως αυτός καταστρώθηκε στο άρθρο 86 του Συντάγματος με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία κατά την αναθεώρηση του 2001. Πρόκειται περισσότερο για ασυδοσία και ατιμωρησία και λιγότερο κατά κυριολεξία για ευθύνη των υπουργών (και πρώην υπουργών).
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, οι οποίοι υπογράφουν την από 12.02.2018 πρόταση για σύσταση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης, διατρανώνουν ως «πολιτικά αυτονόητο» ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος «πρέπει να αναθεωρηθεί με την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση». Αν όμως είναι έτσι, τότε ανακύπτει το ερώτημα, για ποιον λόγο στην προηγούμενη βουλευτική περίοδο (Ιανουάριος – Αύγουστος 2015) το κόμμα αυτό δεν κατέθεσε πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 86. Αν το είχε πράξει και η πρόταση είχε υπερψηφισθεί, τότε η παρούσα Βουλή θα ήταν αναθεωρητική και το άρθρο αυτό θα μπορούσε να είχε αλλάξει πριν από τα τέλη του 2015, οπότε θα συζητούσαμε σήμερα σε τελείως διαφορετική βάση. Φαίνεται ότι από τα λόγια στις πράξεις υπάρχει κάποια απόσταση.
Ο κ. Κώστας Χρυσόγονος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.