Η Μέρκελ επανέρχεται στην κεντρική ευρωπαϊκή σκηνή

Επιτέλους κυβέρνηση. Η συμφωνία της δεξιάς Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) τερμάτισε την περασμένη Τετάρτη τη μεγαλύτερη κυβερνητική κρίση που γνώρισε μεταπολεμικά η Γερμανία.

Επιτέλους κυβέρνηση. Η συμφωνία της δεξιάς Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) τερμάτισε την περασμένη Τετάρτη τη μεγαλύτερη κυβερνητική κρίση που γνώρισε μεταπολεμικά η Γερμανία. Ταυτόχρονα οδήγησε στο πολιτικό τέλος ενός από τους πρωταγωνιστές του κυβερνητικού δράματος, του Μάρτιν Σουλτς. Υπέγραψε μεν την κυβερνητική συμφωνία με τη Μέρκελ, αλλά δεν θα ανήκει στην κυβέρνησή της. Το είχε αποκλείσει μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπως άλλωστε και τη συγκυβέρνηση με τη Μέρκελ. Αναθεώρησε και τα δύο και βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας που τον οδήγησε στην απόφαση να μην γίνει υπουργός Εξωτερικών. Εχοντας αναγγείλει ήδη την παραίτησή του και από πρόεδρος του SPD, ο επώδυνος τοκετός της νέας «ΓκρόΚο» κόστισε την πολιτική καριέρα στον Μάρτιν Σουλτς που πριν από έναν χρόνο ενσάρκωνε τις ελπίδες του SPD για νίκη επί της Μέρκελ.
O εσωκομματικός σεισμός στο SPD με την αποχώρηση του Σουλτς διευκολύνει την έγκριση της συμφωνίας από την κομματική βάση, η οποία είχε δυσκολίες να συγχωρήσει την αναξιοπιστία του Σουλτς. Αν το εσωκομματικό δημοψήφισμα στο SPD στις 3-4 Μαρτίου εγκρίνει την κυβερνητική συμφωνία, όπως δείχνουν όλες οι ενδείξεις, θα ανοίξει ο δρόμος για την επανέκδοση του «μεγάλου συνασπισμού». Στο εσωτερικό της Γερμανίας αφήνει τη γεύση «μία από τα ίδια». Ωστόσο, για την Ευρώπη διασφαλίζει την πιο φιλευρωπαϊκή κυβέρνηση που θα μπορούσε να έχει η Γερμανία και, σε συνδυασμό με τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν που κέρδισε τις εκλογές με τη σημαία της Ευρώπης, διαμορφώνει τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις να αξιοποιηθεί το παράθυρο των αλλαγών στην ΕΕ μέχρι τις ευρωεκλογές του επόμενου χρόνου.

Νέο ξεκίνημα


«Ενα νέο ξεκίνημα για την Ευρώπη»
είναι η πρώτη σειρά του τίτλου της κυβερνητικής συμφωνίας 176 σελίδων, στην οποία προτάσσεται το κεφάλαιο της Ευρώπης ως προτεραιότητα για την κυβέρνηση της επόμενης τετραετίας. Εκτός από στόχους όπως «Θέλουμε μια Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης», «Ευρώπη της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων», «των ευκαιριών και της δικαιοσύνης», στο προοίμιο της συμφωνίας εξειδικεύεται η δέσμευση της νέας κυβέρνησης ότι η Γερμανία θα ανοίξει και το πορτοφόλι για όλα αυτά. «Θέλουμε να ενισχύσουμε οικονομικά την ΕΕ για να ανταποκρίνεται καλύτερα στην αποστολή της» αναφέρεται χαρακτηριστικά. «Θα φροντίσουμε επ’ αυτού κατά τη διαμόρφωση του επόμενου χρηματοδοτικού πλαισίου. Ταυτόχρονα υποστηρίζουμε τα ειδικά χρηματοδοτικά μέσα του προϋπολογισμού για οικονομική σταθεροποίηση και κοινωνική συνοχή και για την υποστήριξη των δομικών μεταρρυθμίσεων στην ευρωζώνη, που μπορεί να γίνει αφετηρία για έναν μελλοντικό προϋπολογισμό επενδύσεων για την ευρωζώνη. Είμαστε έτοιμοι να αναλάβει η Γερμανία υψηλότερα ποσά στον προϋπολογισμό της ΕΕ».
Η σημασία αυτών των δεσμεύσεων φάνηκε εξ αντιδιαστολής στο σχόλιο του πολεμίου της ΕΕ, ηγέτη του AfD Αλεξάντερ Γκάουλαντ: «Προϋπολογισμός της ευρωζώνης, υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης, γιατί δεν φέρνουν κατευθείαν τον Μακρόν στην καγκελαρία;».

Οι προτεραιότητες

Με τη συμφωνία για την επόμενη κυβέρνηση της Γερμανίας επιστρέφει και η Ανγκελα Μέρκελ στην ευρωπαϊκή σκηνή, από την οποία απείχε τους τελευταίους μήνες. Η προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεμάτων για την επόμενη κυβέρνηση αποτυπώνει και την πρόθεση της Μέρκελ, σε αυτήν την τελευταία θητεία της στην καγκελαρία, να αφήσει και την ευρωπαϊκή της παρακαταθήκη.

«Είμαι εντυπωσιασμένος με την έμφαση που δίνει η κυβερνητική συμφωνία στα θέματα της Ευρώπης»
σχολίασε ο Βόλφγκανγκ Ισινγκερ, πρόεδρος της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια. Στην 54η Διάσκεψη Ασφάλειας «που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος της ερχόμενης εβδομάδας στο Μόναχο, η Ανγκελα Μέρκελ θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει και τις θέσεις της για την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλεια και άμυνας, θέματα τα οποία αποτελούν επίσης μέρος της ατζέντας μεταρρυθμίσεων της ΕΕ. Ισως κάποια στιγμή η ΕΕ να ισχυροποιηθεί και στο επίπεδο της πολιτικής ασφάλειας», εκτιμά ο διπλωμάτης, «αλλά σήμερα δεν έχει τέτοιους θεσμούς και τους χρειάζεται επειγόντως».

Εξωτερική πολιτική

Η Ανγκελα Μέρκελ είχε τοποθετηθεί εξαρχής απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, θα παραμείνει καγκελάριος για την επόμενη τετραετία με κύρια χαρακτηριστικά την αστάθμητη πολιτική του αμερικανού προέδρου, τη νέα περίοδο πάγου στις σχέσεις με τη Ρωσία και τη δυναμική οικονομική και πολιτική παρουσία της Κίνας.
Η εξωτερική πολιτική που θα ακολουθήσει η νέα γερμανική κυβέρνηση, όπως προκύπτει από την κυβερνητική συμφωνία, θα δώσει βάρος στην ενίσχυση πολιτικά και οικονομικά της ΕΕ για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, εκτιμώντας ότι «η Ευρώπη σήμερα δεν αξιοποιεί όλο το πολιτικό και οικονομικό δυναμικό που διαθέτει». Αυτό ισχύει κυρίως έναντι ανερχόμενων δυνάμεων όπως η Κίνα, η οποία ωστόσο δεν αναφέρεται ονομαστικά.
l Οι δεσμοί με τις ΗΠΑ, παρά τις τριβές, πρέπει να διατηρηθούν. Ταυτόχρονα όμως η Γερμανία και η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσουν μεγαλύτερα περιθώρια αυτόνομης διαχείρισης. Είναι απαραίτητο να διαμορφωθεί μια «αποφασιστική και περιεκτική πολιτική εξωτερικών, ασφάλειας, ανάπτυξης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Οι βαθιές αλλαγές στις ΗΠΑ είναι «μεγάλη πρόκληση στις οποίες πρέπει να προσαρμοστεί η γερμανική πολιτική».
l Εναντι της Ρωσίας, η Γερμανία θα συνεχίσει να εργάζεται εντατικά για την επίλυση της κρίσης στην Ανατολική Ουκρανία. Η νέα κυβέρνηση δεσμεύεται ότι «με την υλοποίηση της συμφωνίας του Μινσκ είμαστε έτοιμοι για την αποκλιμάκωση των κυρώσεων στη Ρωσία και θα επιδιώξουμε τον διάλογο με τους ευρωπαίους εταίρους».
l Η ανάπτυξη της Κίνας προσφέρει μεν οικονομικές ευκαιρίες, αλλά απαιτείται και επιφυλακή. «Γερμανία και Ευρώπη πρέπει ταυτόχρονα με το άνοιγμα των αγορών τους να επιβάλουν την αρχή της ανταποδοτικότητας και να προσδιορίσουν πού βρίσκονται τα δικά μας κοινά στρατηγικά συμφέροντα και πώς θα διασφαλιστούν» αναφέρεται σχετικά. Ταυτόχρονα η Γερμανία θα επιμείνει στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου.

Τα νέα πρόσωπα Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών

Η κυβερνητική κρίση ήταν απότοκο των τεκτονικών αλλαγών που συντελούνται στον πολιτικό χάρτη της Γερμανίας και εκφράστηκαν στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου. Το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας άντεξε τη λαίλαπα του εθνικολαϊκισμού που πέρασε από όλη την Ευρώπη και έφερε τη Μαρίν Λεπέν στον προθάλαμο της προεδρίας της Γαλλίας, αλλά έφερε στη Γερμανία το ακροδεξιό, αντιευρωπαϊκό κόμμα AfD ως τρίτο κόμμα στη Βουλή. Η συμμετοχή των δύο πρώτων κομμάτων στην κυβέρνηση έχει ως παράπλευρη συνέπεια την ανάδειξη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία ως αξιωματικής αντιπολίτευσης για την επόμενη τετραετία. Θα το εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά, όπως και το γεγονός ότι έχει την προεδρία στη Μόνιμη Επιτροπή Προϋπολογισμού της Βουλής, η οποία έχει λόγο και σε ζητήματα με ευρωπαϊκές προεκτάσεις. Από την Επιτροπή Προϋπολογισμού περνούν οι αποφάσεις που σχετίζονται με το ελληνικό πρόγραμμα και την έγκριση εκταμίευσης δόσεων. Η πλειοψηφία στις επιτροπές είναι κυβερνητική, αλλά το AfD θα αξιοποιήσει την προεδρία του στην Επιτροπή Προϋπολογισμού ως ευκαιρία προβολής του, όταν θα τεθούν οι αποφάσεις για την αξιολόγηση και το τέλος του τρίτου ελληνικού Μνημονίου.

Η επανέκδοση του Μεγάλου Συνασπισμού ήταν μονόδρομος μετά το ναυάγιο της απόπειρας «Τζαμάικα», της συγκυβέρνησης Χριστιανικής Ενωσης – Φιλελευθέρων – Πρασίνων. Παρ’ όλα αυτά προκαλεί σοβαρούς τριγμούς στο εσωτερικό και των Χριστιανοδημοκρατών κατά της Μέρκελ και των Σοσιαλδημοκρατών κατά του Σουλτς.
«Δεν θα ήταν προτιμότερες νέες εκλογές με την ελπίδα ότι οι συσχετισμοί θα ήταν καλύτεροι για μια κυβέρνηση με τους Φιλελευθέρους και τους Πρασίνους;» ρωτούσε σε σχόλιό της η «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» (FAZ). Αν καγκελάριος ήταν ο Γκέρχαρτ Σρέντερ θα τα έπαιζε όλα σε ένα χαρτί. «Αλλά η Μέρκελ δεν είναι πολιτικός του τζόγου», διαπίστωσε ο σχολιαστής, «προτιμά την καγκελαρία στο χέρι, παρά τον διάδοχο στο σαλόνι».
Πράγματι, η Μέρκελ για να εξασφαλίσει τη συγκυβέρνηση με το SPD υποχώρησε σε πολλές απαιτήσεις του SPD, με συμβολικότερη την παραχώρηση και του υπουργείου Οικονομικών μαζί με το υπουργείο Εξωτερικών στους Σοσιαλδημοκράτες.

Αυτό δεν είναι καινούργιο. Τα δύο αυτά υπουργεία ταυτοχρόνως είχαν οι Σοσιαλδημοκράτες και στον πρώτο Μεγάλο Συνασπισμό της Μέρκελ το 2005-2007, με τον Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ στο Εξωτερικών και τον Πέερ Στάινμπρουκ στο Οικονομικών. Η γκρίνια στο CDU για τα υπουργεία εκφράζει περισσότερο την κόπωση του κόμματος από τη Μέρκελ και ταυτόχρονα την προσπάθεια μίας νέας γενιάς ανερχόμενων στελεχών, Γενς Σπαν, Κάρστεν Λίνεμαν, Παουλ Τσέμιακ, να επαναφέρουν τη Χριστιανοδημοκρατία στις παραδοσιακές, συντηρητικές αρχές και αξίες, από τις οποίες την απομάκρυνε αισθητά η Ανγκελα Μέρκελ μετατοπίζοντας τη Χριστιανοδημοκρατία στο Κέντρο.
Οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν ακόμη μπροστά τους την εσωκομματική αναμέτρηση για την έγκριση της συμφωνίας. Αλλά η κρίση της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας αποτυπώνει και την τύχη του Μάρτιν Σουλτς που εκλέχτηκε με «βορειο-κορεατικό» ποσοστό 100% πρόεδρος του SPD και προτού καν κλείσει χρόνο, παραδίδει την προεδρία στην Αντρέα Νάλες, η οποία θα είναι το νέο ισχυρό πρόσωπο του SPD και θα γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του κόμματος στα 155 χρόνια της ιστορίας του.

Ο «κυνηγός» προσφύγων μετακομίζει στο Βερολίνο

«Μας είναι απολύτως συνειδητό ότι τα πράγματα στη νέα κυβέρνηση θα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι ήταν με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (CDU) στο υπουργείο Οικονομικών και τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (SPD) στο υπουργείο Εξωτερικών» παραδεχόταν ο Χορστ Ζεεχόφερ την Πέμπτη, στην πρώτη συνέντευξη Τύπου της ηγεσίας του CSU στο Μόναχο μετά την υπογραφή της κυβερνητικής συμφωνίας.

Πρωτίστως, όμως, ο πρόεδρος του CSU ενδιαφέρεται για τις δικές του επιτυχίες στα θέματα μετανάστευσης και προσφύγων, όπως το ανώτατο όριο υποδοχής 200.000 προσφύγων ετησίως από τη Γερμανία, που αποτελεί πλέον μέρος της κυβερνητικής συμφωνίας. Ο Ζεεχόφερ θέλει εξαρχής να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. «Οπου μπορούμε να προχωρήσουμε σε απελάσεις, θα το κάνουμε άμεσα» είπε δίνοντας μια πρόγευση για την πολιτική που θα ασκήσει ως υπουργός Εσωτερικών στη νέα κυβέρνηση της Γερμανίας.

Ο Ζεεχόφερ, που παρέδωσε ήδη τη διακυβέρνηση της Βαυαρίας στον Μάρκους Ζέντερ, θα μετακομίσει στο Βερολίνο για το «Υπουργείο Εσωτερικών, Εργων και Πατρίδας» όπως θα μετονομαστεί το χαρτοφυλάκιο. Η προσθήκη της λέξης «Πατρίδας» είναι δική του έμπνευση, την είχε δώσει και στο βαυαρικό υπουργείο Οικονομικών. Το όνομα είναι και πρόγραμμα, γιατί θέλει να μεταφέρει στο Βερολίνο όσα περισσότερα μπορεί από το – επιτυχημένο κατά τον ίδιο – μοντέλο της Βαυαρίας. «Ο,τι είναι καλό για τη Βαυαρία δεν μπορεί να είναι κακό για τη Γερμανία» είπε ο Ζεεχόφερ.
Η μεταφορά του μοντέλου δεν περιορίζεται στο όνομα του υπουργείου, ισχύει και για την πολιτική που θα ακολουθήσει. Το σημαντικότερο για τον Ζεεχόφερ είναι «να σταματήσει το ρεύμα προσφύγων προς τη Γερμανία». Ο φίλος του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν, που θωρακίζει με τείχη τη χώρα του, θα κάνει ό,τι μπορεί για να στεγανοποιήσει τα γερμανικά σύνορα. Πώς; «Θα αποφασίζεται στα σύνορα ποιος θα μπαίνει στη χώρα και ποιος θα απελαύνεται αμέσως, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν ταχύτερα» λέει ο Ζεεχόφερ. Θέλει επίσης να κάνουν και τα κρατίδια στα δυτικά σύνορα της Γερμανίας τους ελέγχους που κάνει η Βαυαρία στη μεθοριακή ζώνη με την Αυστρία. Ο «κυνηγός» των προσφύγων μετακομίζει στο Βερολίνο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.