Ενώ η διολίσθηση του ευρώ, η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου, το «τύπωμα χρήματος» από την ΕΚΤ, τα χαμηλά ή ακόμη και αρνητικά ευρωπαϊκά επιτόκια και η βελτίωση της εμπιστοσύνης οδηγούν τους οικονομολόγους των κορυφαίων διεθνών τραπεζών και οργανισμών να αναθεωρούν ανοδικά τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη στην ευρωζώνη, η Ελλάδα δείχνει, όπως λέγεται, εγκλωβισμένη στην «κινούμενη άμμο» των διαπραγματεύσεων με τους εταίρους και δανειστές, με τη σημερινή κατάσταση αβεβαιότητας να τραυματίζει καθημερινά την οικονομία και την κοινωνία.
Ηδη οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες δείχνουν να βρίσκονται σε τροχιά ανάκαμψης, με την Goldman Sachs και τη Fitch να προβλέπουν σε μέσα επίπεδα ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 1,5% το 2015 και 1,7% το 2016 στη ζώνη του ευρώ. Από την άλλη πλευρά, οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία –η οποία έχασε το 26% του ΑΕΠ της στα χρόνια της βαθιάς ύφεσης, κάτι που οδήγησε την ανεργία στο 26%, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα 80 δισ. ευρώ, τις καταθέσεις στα 135 δισ. ευρώ και την απαξίωση πλούτου να αποτυπώνεται στην κατάρρευση των τιμών ομολόγων, μετοχών και ακινήτων –αναπροσαρμόζονται πτωτικά.
Υστερα από ανάπτυξη 0,7% πέρυσι προβλέπεται εφέτος ανάπτυξη 0,8% (από 2,5%) σύμφωνα με την Deutsche Bank, την ώρα όμως που νέες εκτιμήσεις για επιστροφή στην ύφεση αυξάνονται καθώς μετά τη Citigroup (-0,2%) πτώση 0,5% του ΑΕΠ του 2015 προβλέπουν πλέον και οι οικονομολόγοι της Barclays.
Ιδιες πιθανότητες
Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν εύκολες επιλογές, εκτιμούν διαχειριστές κεφαλαίων. Πάντως, όπως λέγεται, καθώς δεν υπάρχει «δωρεάν γεύμα», μια λύση «win-win» αποτελεί μάλλον μια αόριστη υπόθεση και ίσως οδηγήσει σε απογοητεύσεις και τις δύο πλευρές. Παράλληλα υποστηρίζεται ότι η περίπτωση εξόδου της χώρας από το ευρώ δεν θα πρέπει να υποτιμάται, ενώ συνολικά οι αναλυτές δίνουν σχεδόν ίδιες πιθανότητες για μια συμφωνία που πιθανώς θα απαιτούσε μια αλλαγή στον κοινοβουλευτικό συνασπισμό για να περάσει, για ένα δημοψήφισμα σε σχέση με τη συμφωνία που απρόθυμα θα υποστηρίζεται από την κυβέρνηση αλλά που θα μπορούσε να λάβει την έγκριση από τα περισσότερα πολιτικά κόμμα ή και για μια κατάρρευση των διαπραγματεύσεων που θα μπορούσε να φέρει πιο κοντά την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ένας κίνδυνος που, όπως λέγεται, δεν πρέπει να υποτιμάται.
Για τους περισσότερους αναλυτές «δεν υπάρχει πια αρκετός χρόνος» και θα πρέπει να «ληφθούν αποφάσεις», την ώρα που οι διαπραγματεύσεις κινούνται με αργό ρυθμό, καθώς η λίστα μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να ερμηνεύεται ως το περίγραμμα μιας πλήρους συμφωνίας για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος. Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών λέγεται ότι παραμένει βαθύ και επικεντρώνεται στις αλλαγές που επιθυμεί η κυβέρνηση στην αγορά εργασίας, στην πορεία των ιδιωτικοποιήσεων και κυρίως στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας (ΔΕΗ) και στη μη ταύτιση απόψεων σχετικά με τους δημοσιονομικούς στόχους και τα ελλείμματα για το 2015.
Πού θα μπορούσαν να οδηγηθούν τα πράγματα; Τα σενάρια και οι εκτιμήσεις των αναλυτών συνηγορούν στα εξής:
Στην πρώτη περίπτωση οι διαπραγματεύσεις καταρρέουν, ενώ η αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης να εξυπηρετήσει το χρέος της οδηγεί με τη σειρά της την ΕΚΤ να αναστείλει την επιλεξιμότητα των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την de facto αναστολή του συστήματος πληρωμών Target 2.
Οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων θα τεθούν σε εφαρμογή καθώς νέες συνομιλίες θα ξεκινήσουν από νέα βάση σε ένα τεταμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.
Στη δεύτερη περίπτωση επιτυγχάνεται πλήρης συμφωνία, η οποία επικυρώνεται μάλιστα από τη Βουλή. Στην περίπτωση αυτή τα ερωτήματα έχουν να κάνουν με το κατά πόσον η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πρόθυμη να στηρίξει άνευ όρων μια τέτοια συμφωνία και το κατά πόσον η συμφωνία αυτή θα γίνει αποδεκτή από τους ΑΝΕΛ αλλά και την Αριστερή Πλατφόρμα.
Προληπτική υποστήριξη
Καθώς η κυβέρνηση έχει πλειοψηφία μόλις 11 βουλευτών, θα βρισκόταν σε κίνδυνο, ωστόσο η συμφωνία είναι πιθανόν ότι θα ψηφιστεί από την Ελληνική Βουλή, δεδομένου ότι ΝΔ, ΠαΣοΚ και Ποτάμι πρότειναν προληπτική υποστήριξη. Σε αυτή την περίπτωση θα απαιτούνταν νέος σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού (με ή χωρίς τον κ. Τσίπρα ως πρωθυπουργό) ή στη χειρότερη περίπτωση νέες εκλογές.
Στο τρίτο σενάριο η ανάγκη να αποφευχθεί ο έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων θα οδηγούσε σε μιαν «απρόθυμη» συμφωνία με τους θεσμούς. Η συμφωνία αυτή θα μπορούσε να υποβληθεί σε δημοψήφισμα με διακύβευμα τόσο τη συμφωνία αυτή όσο και εμμέσως την ιδιότητα της χώρας ως μέλους της ζώνης του ευρώ και στη συνέχεια την προσέλκυση ευρείας στήριξης από όλα τα άλλα φιλοευρωπαϊκά κόμματα.
Πτώση στα συναλλαγματικά αποθέματα των αναδυομένων
Μεγάλο μέρος τους ανακυκλωνόταν στις αγορές χρέους της Ευρώπης και των ΗΠΑ βοηθώντας στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης
Για πρώτη φορά τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα συναλλαγματικά αποθέματα στις αναδυόμενες αγορές τα οποία είχαν κορυφωθεί στα 8,06 τρισ. δολάρια στο τέλος του δευτέρου τριμήνου του 2014 αρχίζουν να συρρικνώνονται υποχωρώντας πέρυσι κατά 114,5 δισ., στα 7,74 τρισ. δολάρια –η πρώτη ετήσια μείωση από το 1995. Η τάση αυτή μάλιστα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, αναμένεται να συνεχιστεί καθώς εντάθηκαν οι ανησυχίες σχετικά με την εξασθένηση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών τους, τις εκροές κεφαλαίων και κυρίως την αναμενόμενη στροφή στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει και τις ανησυχίες σχετικά με τη συνέχιση των αγορών ομολόγων των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αγορές χρέους που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης στη Δύση κατά την τελευταία δεκαετία.
Επιτάχυνση
Από την κορύφωσή τους τον περασμένο Ιούνιο η πτώση στα συναλλαγματικά αποθέματα παρατηρείται σε όλες τις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, με την εξαίρεση του Μεξικού, της Ινδίας και της Ινδονησίας, παρατηρούσε στους «FT» ο Maarten-Jan Bakkum, στρατηγικός αναλυτής της ING Investment Management.
Τα στοιχεία της ING για τις κορυφαίες 15 αναδυόμενες οικονομίες δείχνουν μάλιστα ότι το πρώτο δίμηνο του έτους η πτώση στα συναλλαγματικά αποθέματα προσεγγίζει τα 300 δισ. δολάρια, μια τάση η οποία δείχνει να επιταχύνεται. Να σημειωθεί ότι η αύξηση στα συναλλαγματικά αποθέματα των αναδυομένων αγορών από τα 1,7 τρισ. δολάρια στο τέλος του 2004 στα 8,06 τρισ. δολάρια στα μέσα του περασμένου έτους αποτέλεσε την τελευταία δεκαετία τον θεμέλιο λίθο της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ μεγάλο μέρος αυτών ανακυκλωνόταν στις αγορές χρέους της Ευρώπης και των ΗΠΑ βοηθώντας στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. «Πολλά από αυτά τα κεφάλαια απορροφήθηκαν σε εμπορικά πλεονάσματα, σε εισροές χαρτοφυλακίων και σε άμεσες επενδύσεις και επέστρεψαν στις αγορές ομολόγων ΗΠΑ και ΕΕ συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης μέσω χρεών. Αυτή η δυναμική μπορεί τώρα να ανατρέπεται» αναφέρουν σχετικά αναλυτές στους «FT».
Ενώ για την παγκόσμια οικονομία θα είναι επώδυνη αυτή η απουσία ανακύκλωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων από τις αναδυόμενες αγορές, οικονομολόγοι κορυφαίων επενδυτικών τραπεζών σημειώνουν ότι η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων των ΗΠΑ μακροπρόθεσμα σε φυσιολογικά επίπεδα θα σημάνει επίσης αρκετές αλλαγές στις συνθήκες δανεισμού σε παγκόσμια κλίμακα καθώς 9 τρισ. δολάρια οφείλονται σε δολάρια από τους δανειολήπτες εκτός χρηματοπιστωτικού κλάδου που δεν βρίσκονται στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αν η Fed αυξήσει, όπως αναμένεται, ως τον ερχόμενο Σεπτέμβριο τα επιτόκια για πρώτη φορά από το 2006, τα υψηλότερα κόστη δανεισμού για τις ξένες επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, σε συνδυασμό με το ισχυρότερο δολάριο, θα αναστατώσουν την παγκόσμια οικονομία.
Μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών διαπίστωσε ότι την τελευταία εξαετία χώρες με υψηλότερα επιτόκια από τις ΗΠΑ εξέδιδαν αποτιμημένα σε δολάρια ομόλογα με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι οι χώρες με χαμηλότερα επιτόκια. Με τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να παραμένουν σε τόσο χαμηλά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, οι διαφορές στις τιμές παρείχαν ισχυρό κίνητρο για δανεισμό σε δολάρια αντί σε τοπικό νόμισμα.
Καθώς κράτη και επιχειρήσεις έχουν δανειστεί τρισεκατομμύρια σε δολάρια, μια αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους, την ώρα μάλιστα που οι κεντρικές τράπεζες θα παρεμβαίνουν για να προστατεύσουν τα νομίσματά τους.
Εκροές κεφαλαίων
Παράλληλα από τις αναδυόμενες αγορές οι μεγαλύτερες εκροές κεφαλαίων σημειώθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2014 φθάνοντας τα 392,4 δισ. δολάρια. Αν αυτό συνεχιστεί, χωρίς σταθερές ροές κεφαλαίων, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν λιγότερα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους και να ενισχύσουν τις υποδομές και την ανάπτυξή τους, αλλά και να πληρώσουν τα χρέη τους. Να σημειωθεί ότι από το 2007, σύμφωνα με τη McKinsey, το παγκόσμιο χρέος (ιδιωτικό και κρατικό) αυξήθηκε κατά 57 τρισ. δολάρια, ενώ σχεδόν το ήμισυ αυτής της αύξησης αφορούσε τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Στο πλαίσιο αυτό οικονομολόγοι διεθνών επενδυτικών τραπεζών, όπως η Deutsche Bank και η Cretit Suisse, προβλέπουν μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ των αναδυομένων αγορών για το 2015, πρόβλεψη με την οποία είναι σύμφωνη και η Capital Economics, που προβλέπει ανάπτυξη σε μέσα επίπεδα στο 4% για το τρέχον έτος από 4,5% το 2014, καθώς η ύφεση στη Ρωσία βαθαίνει, τα προβλήματα της οικονομίας της Βραζιλίας συνεχίζονται, ενώ η Κίνα συνεχίζει να ταλαιπωρείται από την προβληματική της αγορά ακινήτων.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
