Πραγματική δικαιοσύνη

Οπου αναγγέλλεται διάλεξη του Αμάρτια Σεν, εκεί σχηματίζονται τεράστιες ουρές νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα της ομιλίας του και ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών.

Αμάρτια Σεν
Η ιδέα της δικαιοσύνης
Μετάφραση Γιώργος Χρηστίδης.
Επίμετρο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου.
Πόλις, Αθήνα, 2015,
σελ. 513, τιμή 25 ευρώ

Οπου αναγγέλλεται διάλεξη του Αμάρτια Σεν, εκεί σχηματίζονται τεράστιες ουρές νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα της ομιλίας του και ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Πριν από πέντε χειμώνες, νομίζοντας ότι είχα φθάσει νωρίς, βρέθηκα στο τέλος μιας τέτοιας ουράς, έξω από αμφιθέατρο βρετανικού πανεπιστημίου. Η αναμονή για μία ώρα στη βροχή και στο κρύο άξιζε τον κόπο γιατί ο Σεν, κάτοχος του βραβείου Νομπέλ Οικονομικών και καθηγητής Οικονομικών και Φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ, επρόκειτο να παρουσιάσει την Ιδέα της δικαιοσύνης, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Το βιβλίο απαντά σε ένα κλασικό ερώτημα: είναι δυνατόν να προσδιορίσει κανείς, σε θεωρητικό επίπεδο, τι είναι κοινωνικά δίκαιο σκεπτόμενος ορθολογικά; Πολλοί φιλόσοφοι, όπως οι Χομπς, Ρουσό, Καντ και Ρολς, έχουν απαντήσει θετικά. Ο Σεν δίνει εντελώς άλλο νόημα στη δική του θετική απάντηση. Αποκλίνει από τους παραπάνω φιλοσόφους, θεωρώντας ότι επιδιώκουν μια «υπερβατολογική» απάντηση στο ερώτημα της δικαιοσύνης. Συντάσσεται με όσους δίνουν περιεχόμενο στην ιδέα της δικαιοσύνης με βάση τις πραγματικές συνέπειες των επιλογών που αρχικά θεωρούνται δίκαιες. Συμπορεύεται με τον Κοντορσέ και τον Αροου, αναζητώντας τις καλύτερες επιλογές μέσω της σύγκρισης «διαφορετικών πιθανών τρόπων ζωής». Αντίθετα με τις αφαιρετικές κατασκευές άλλων φιλοσόφων, ο Σεν γειώνει την ιδέα της δικαιοσύνης συνδέοντάς την με την καταπολέμηση των οικονομικών και άλλων ανισοτήτων στον σημερινό κόσμο.

Αδύνατος ορθολογισμός


Ο ινδός θεωρητικός πιστεύει ότι είναι δυνατόν να μιλήσουμε για κοινωνική δικαιοσύνη, αρκεί να αποδεχθούμε ότι ο ορθός λόγος δεν οδηγεί σε μία μόνο «περιγραφή απόλυτα δίκαιων κοινωνικών διαρρυθμίσεων». Κατά πόσο είναι δίκαιοι οι θεσμοί θα κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Θα κρίνεται από τις «πραγματώσεις», δηλαδή από πραγματικές συμπεριφορές και τρόπους ζωής που θα μειώνουν τις αδικίες. Ο έλεγχος του κατά πόσο οι πραγματώσεις των κοινωνικών διαρρυθμίσεων είναι δίκαιες θα γίνεται και με βάση το κατά πόσο αυτές πράγματι οδήγησαν σε μείωση της αδικίας και κατά πόσο προέκυψαν δημοκρατικά, δηλαδή αφού είχαν ακουσθεί «διαφορετικές φωνές από διαφορετικές ομάδες πολιτών» στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας νοούμενης ως διαβούλευσης. Αρα για την αξιολόγηση του δίκαιου ή άδικου χαρακτήρα ενός θεσμού, δεν μετρούν οι ορθολογικές έστω προσδοκίες εκείνων που τον θέσπισαν, αλλά μετρούν η διαδικασία της θέσπισης και τα αποτελέσματα της λειτουργίας του θεσμού.
Από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου του Σεν, τα δύο πρώτα αποτελούν εκτενή, ίσως υπερβολικά εκτενή, σχολιασμό προηγούμενων προσεγγίσεων με πολλές, ορισμένες φορές απροσδόκητες, παρεκβάσεις. Σε αντίθεση με άλλα έργα φιλοσοφίας, αυτό εδώ, χάρη και στη διαυγή μετάφραση του Γιώργου Χρηστίδη, διαβάζεται με την προσδοκία του αναπάντεχου γιατί ο Σεν εμπλουτίζει τον σχολιασμό των μεγάλων δυτικών φιλοσόφων της δικαιοσύνης, από την περίοδο του Διαφωτισμού ως σήμερα, με γλαφυρές αναφορές σε λιγότερο γνωστούς, Ινδούς και άλλους, μη δυτικούς στοχαστές. Εχει κανείς την εντύπωση ότι ο Σεν το κάνει αυτό συχνότερα από ό,τι του είναι χρήσιμο, μόνο και μόνο για να προκαλέσει τον δυτικοκεντρικό αναγνώστη του.
Δυνατές ικανότητες


Πάντως εμπνεόμενος έτσι από ευρύ φάσμα πολιτισμών και από τις οικονομολογικές θεωρίες της «κοινωνικής επιλογής», ο Σεν ασκεί σημαντική κριτική στις μεθοδολογικές αδυναμίες κυρίως της Θεωρίας της Δικαιοσύνης του Ρολς, καθώς και –για διαφορετικούς λόγους –στη στενότητα της προσέγγισης της «ορθολογικής επιλογής», καθώς και των ωφελιμιστών, όπως του Μπένθαμ. Οπαδοί της ορθολογικής επιλογής και ωφελιμιστές περιορίζονται στο να αξιολογούν τις κοινωνικές διαρρυθμίσεις με βάση το ατομικό συμφέρον, την ωφέλεια ή την ευτυχία, αντί για τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων, το κριτήριο που προτιμά ο Σεν. Μια επιλογή νέου θεσμού ή μέτρου πολιτικής θα είναι κοινωνικά δίκαιη εφόσον αυτή περισσότερο από άλλες επιτρέπει στους ανθρώπους να αναπτύσσουν τις πραγματικές δυνατότητές τους. Με αυτό το επιχείρημα ασχολείται ο συγγραφέας στα τελευταία δύο μέρη του βιβλίου, τα οποία αποτελούν και τον πυρήνα του.
Κατά τον Σεν, ικανότητα είναι η δύναμη του ανθρώπου να κάνει κάτι και σε αυτό πρέπει να εστιάσουμε, ενώ ο Ρολς κάνει λάθος όταν κατασκευάζει μια θεωρία για το πώς θα έπρεπε να διανέμονται τα «πρωταρχικά αγαθά», όπως ο πλούτος, τα δικαιώματα, η πρόσβαση στην εξουσία. Αυτά είναι απλώς μέσα για την επίτευξη των στόχων του ανθρώπινου βίου. Η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί από τα μέσα στις «πραγματικές ευκαιρίες που είναι διαθέσιμες σε κάθε πρόσωπο», πράγμα που κάνει η «προσέγγιση των ικανοτήτων» του Σεν. Δεν είναι προς συζήτηση τα μέσα, αλλά η «πραγματική ικανότητα ενός προσώπου να επιδιώκει τους στόχους που εκτιμά». Μετατοπίζοντας έτσι το κέντρο βάρους της συζήτησης, ο Σεν εκτιμά ότι η δική του προσέγγιση είναι καλύτερη ως προς τη δικαιότερη μεταχείριση των μειονεκτούντων ατόμων, την παροχή υπηρεσιών υγείας και παιδείας και την προσμέτρηση ατομικών διαφορών κατά τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Θα μπορούσε ίσως κανείς να αντείπει ότι η ανάπτυξη ικανοτήτων επίσης είναι μέσο προς επίτευξη άλλων σκοπών (π.χ. της προσωπικής ευζωίας ή της συλλογικής ευημερίας). Πιθανότατα ο Σεν θα απαντούσε ότι αυτό είναι μια αναγωγή στο άπειρο, καθώς κάθε προτεινόμενος σκοπός θα εκλαμβάνεται από έναν κριτικό σχολιαστή μόνο ως ένα μέσο για επίτευξη άλλου, απώτερου σκοπού και ότι η ανάπτυξη των πραγματικών ικανοτήτων, που ο ίδιος προτείνει, συνδέεται με την ελευθερία να επιδιώξει κανείς τους σκοπούς που επιλέγει. Μια άλλη κριτική θα ήταν ότι ο Σεν έκτισε ένα οικοδόμημα που το ήθελε να είναι το αντίπαλο δέος προς εκείνο του Ρολς, αλλά χρησιμοποίησε κυρίως μη φιλοσοφικά υλικά, όπως τις διάσημες έρευνές του για τις οικονομικές ανισότητες, τη φτώχεια και την οικονομική ανάπτυξη. Οι υποστηρικτές του θα αντέτειναν ότι ευτυχώς που το έκτισε έτσι, αντί να μιμηθεί τον κλασικό φιλοσοφικό τρόπο του Ρολς. Αλλωστε, όπως το θέτει στο πανοραμικό επίμετρο του βιβλίου ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, «μια επιτυχημένη θεωρία πρέπει να είναι σε θέση να ασχοληθεί με το υλικό της πραγματικής ζωής των ανθρώπων ως ατόμων και τις προϋποθέσεις επιτυχίας της».
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.