Βερολίνο, Αποστολή
Αστέρες όπως ο μουσικός Νικ Κέιβ και ο ηθοποιός Πιρς Μπρόσναν έδωσαν αίγλη την Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου στο φεστιβάλ του Βερολίνου, όμως η αλήθεια είναι ότι ο θόρυβος κατά την διάρκεια του περασμένου Σαββατοκύριακου που προκάλεσαν ο αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Τζορτζ Κλούνεϊ (που δήλωσε υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα) και ο δανός σκηνοθέτης Λαρς Φον Τρίερ (που έκλεισε το μάτι στο φεστιβάλ των Kανών κάνοντας όπως συνηθίζει προβοκάτσια), απέχει έτη φωτός από την χθεσινή μέρα. Ο Κλούνεϊ βρέθηκε στο φεστιβάλ για την τελευταία ταινία του, «Μνημέιων άνδρες» και ο Φον Τρίερ για το κατά 25 λεπτά μεγάλυτερο σε διάρκεια πρώτο μέρος του «Nymphomaniac» που ήδη προβάλλεται στην Ελλάδα (στην μικρότερη εκδοχή του).
Το φεστιβάλ μπήκε με χαλαρούς ρυθμούς στην δεύτερη εβδομάδα του και ακόμα μια μεγάλη ταινία δεν έχουμε δει. Η Τρίτη ωστόσο, είναι μια ιδιαίτερη ημέρα για την χώρα μας αφού στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα προβάλλεται το «Μικρό ψάρι», η τελευταία ταινία του Γιάννη Οικονομίδη («Σπιρτόκουτο», «Η ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης»). Υπάρχει σχετική αγωνία για την ταινία ίσως επειδή το ελληνικό σινεμά τον τελευταίο καιρό έχει πάρει πολύ τα πάνω του. Μια ιταλίδα δημοσιογράφος μου είπε ότι περιμένει πως και πως την στιγμή για να την δει, ενώ συνάδελφοι από την Πορτογαλία και την Ισπανία εξέφρασαν ανάλογη περιέργεια ρωτώντας με αν είναι καλή. Η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες τον Μάρτιο (Διαβάστε συνέντευξη του Γιάννη Οικονομίδη στο ΒΗΜΑ).
Μέχρι τώρα πάντως, το ελληνικό σινεμά καλά κρατεί στο Βερολίνο. Τόσο η ταινία «Στο σπίτι» του Αθανάσιου Καρανικόλα (που παίχθηκε στο Φόρουμ) με μια καταπληκτική Μαρία Καλλιμάνη στον ρόλο μιας αξιοπρεπούς υπηρέτριας που απολύεται από το σπίτι των πλουσίων το οποίο υπηρετούσε σαν δικό της, όσο και το «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά (στο Πανόραμα) χάρηκαν θετικής αποδοχής από κοινό και κριτικούς.
Ο Νικ Κέιβ βρέθηκε στο Βερολίνο για την παρουσίαση της ταινίας «20.000 days on earth» των Ιαν Φορσάιθ και Τζέιν Πόλαρντ, ένα από τα πιο παράξενα «βιογραφικά» ντοκιμαντέρ που έχω δει ποτέ. Βλέπουμε τον 57χρονο Αυστραλό μουσικό να συνομιλεί με τον ψυχαναλυτή του για τον πατέρα του, να οδηγεί το αυτοκίνητό του στο Μπράιτον, να μοιράζεται σκέψεις με «φανταστικούς» συνεπιβάτες _καλλιτέχνες όπως ο Μπλίξα Μπάργκελντ (που εγκατέλειψε το γκρουπ «Bad Seeds» του Κέιβ εντελώς ξαφνικά) και ο ηθοποιός Ρέι Γουάινστουν. Ακούμε τις παράξενες αφηγήσεις του αλλά και τις απόψεις του για την μνήμη, δοσμένες κατά τέτοιο τρόπο που θαρρείς ότι δεν αφορούν τον ίδιο αλλά κάτι ευρύτερο. Ο Κέιβ άλλωστε δήλωσε στο Βερολίνο ότι η ταινία «20.000 days on earth» δεν ήταν μια διαδικασία ψυχοθεραπείας για τον ίδιο αλλά μια υλοποίηση ιδεών που θεωρεί ενδιαφέρουσες.
Η κωμωδία της αυτοκτονίας
Mπορεί αλήθεια η ιδέα της αυτοκτονίας να αντιμετωπιστεί με χιούμορ; Μπορεί να αντλήσει κανείς αισιοδοξία μέσα από μια τόσο μακάβρια κατάσταση; Απ’ ότι φαίνεται μπορεί, κρίνοντας τουλάχιστον από την ταινία «A long way down» του Πασκάλ Σομέιγ που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ στο τμήμα των ειδικών προβολών.
Ο Πιρς Μπρόσναν, η Τόνι Κολέτ, η Ιμογκεν Πουτς και ο Ααρον Πολ πλάθουν ένα πολύ ανορθόδοξο κλαμπ ανθρώπων που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έχουν αποφασίσει να δώσουν τέλος στην ζωή τους. Ολα ξεκινούν μια Πρωτοχρονιά στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη. Βρίσκονται όλοι εκεί για το τελευταίο …άλμα της ζωής τους. Θα γίνει όμως; Και αν όχι, τι θα γίνει;
Μια σκοτεινή κωμωδία λοιπόν, πίσω από το σενάριο της οποίας βρίσκεται ένα μπεστ σέλερ, το ομότιτλο του Νικ Χόρνμπι. Ο Βρετανός συγγραφέας μετρά αρκετές κινηματογραφικές επιτυχίες βασισμένες σε μυθιστορήματά του («High fidelity», «Για ένα αγόρι»). To «Α long way down» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2005.
«Η έμπνευση για την δημιουργία του “A long way down” μου ήρθε από τις φήμες ότι συγκεκριμένες μέρες του χρόνου, είναι ιδανικές για… αυτοκτονία» είπε ο συγγραφέας το απόγευμα της Δευτέρας μιλώντας στους δημοσιογράφους μαζί με τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη Π. Σομέιγ. «Και ακόμα πιο παράξενο είναι το γεγονός ότι πολλές από αυτές λαμβάνουν χώρα στο Archway Bridge, δυο βήματα από το σπίτι μου στο Δυτικό Λονδίνο.» Η φήμη δημιούργησε στον συγγραφέα το εξής παράξενο ερώτημα: «Μήπως αυτό σημαίνει ότι στις πιο δημοφιλείες νύχτες υπάρχει περίπτωση να δεις και κάποιον άλλο που σκεφτόταν το ίδιο πράγμα;»
