Το «πόθεν έσχες» συνιστούν τα χρηματικά ποσά που έχουν καταβληθεί από τον φορολογούμενο, τη σύζυγο ή τα προστατευόμενα μέλη για την αγορά ορισμένων περιουσιακών στοιχείων τα οποία ορίζονται ρητά στον φορολογικό νόμο. Με τη συμπλήρωση των ενδείξεων της περίπτωσης 2 του πίνακα 5 του εντύπου της φορολογικής δήλωσης θα γίνει ο προσδιορισμός του εισοδήματος με βάση τα τεκμήρια κτήσης.
Οποιος αγόρασε το 2010 αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα οφείλει να γράψει στη δήλωση που θα υποβάλει τη δαπάνη που κατέβαλε για την αγορά τους, η οποία αθροιστικά με τις τυχόν άλλες δαπάνες που αποτελούν τεκμήριο θα διαμορφώσει το ύψος του τεκμαρτού εισοδήματός του.
Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα δηλωθούν από τον φορολογούμενο ανεξάρτητα από το ποσόν που κατέβαλε για την αγορά τους.
Τεκμήριο αποτελεί και η χρηματοδοτική μίσθωση των παραπάνω στοιχείων, δηλαδή του αυτοκινήτου κτλ.
Δεν υπάγεται στο «πόθεν έσχες» η δαπάνη αγοράς ενός από τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία εφόσον αυτά αποτελούν άμεσο αντικειμενικό της εμπορικής δραστηριότητας του φορολογουμένου. Ετσι, για επιχείρηση αγοραπωλησίας αυτοκινήτων δεν υπάρχει υποχρέωση να δηλωθούν τα χρηματικά ποσά που ο επιχειρηματίας κατέβαλε για την αγορά αυτοκινήτων τα οποία προτίθεται να μεταπωλήσει. Αντιθέτως θα υπαχθεί στο «πόθεν έσχες» η δαπάνη αγοράς αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης ή ιδιωτικής χρήσης το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά προϊόντων της επιχείρησης.
Ακόμη εξαιρούνται τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που είναι ειδικά διασκευασμένα για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό 67% και άνω. Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασπασμένα για κινητικά ανάπηρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, ή για να μεταφέρουν πρόσωπα με κινητική αναπηρία.
Στους κωδικούς 719-720 θα γραφεί το συνολικό ποσό της δαπάνης αγοράς, δηλαδή το τίμημα αγοράς, τα τυχόν συμβολαιογραφικά έξοδα, τυχόν δασμοί ή εισφορές κτλ. Αν η αγορά έγινε με δόσεις θα γραφεί το ποσό που καταβλήθηκε το 2010.
Στο έντυπο της δήλωσης θα πρέπει να επισυναφθεί κατάσταση στην οποία θα γραφεί το είδος του οχήματος που αγοράστηκε, ο αριθμός κυκλοφορίας, τα κυβικά εκατοστά, οι μήνες κυριότητας, το έτος πρώτης κυκλοφορίας. Στην κατάσταση αυτή θα επισυναφθούν τα νόμιμα δικαιολογητικά αγοράς.
Οποιος αγόρασε το 2010 ή έχει συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση πλοίων αναψυχής, σκαφών αναψυχής ή αεροσκαφών θα συμπληρώσει τις ενδείξεις 721-722.
Δεν θα γραφούν στις ενδείξεις αυτές τα σκάφη αναψυχής και τα αεροσκάφη που αποτελούν άμεσο αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας. Αν η αγορά έγινε με δόσεις στις ενδείξεις θα γραφεί το ποσό που έχει καταβληθεί το 2010. Στο έντυπο της δήλωσης θα επισυναφθεί κατάσταση στην οποία προκειμένου για αγορά σκαφών αναψυχής θα γραφεί το ονοματεπώνυμο και ο ΑΦΜ του αγοραστή και πωλητή, το όνομα του σκάφους, ο αριθ μός και το λιμάνι νηολογίου, τα μέτρα μήκους, το έτος της πρώτης νηολόγησης.
Ακόμη, αν κάποιος αγόρασε το 2010 αντικείμενα μεγάλης αξίας, δηλαδή αξίας άνω των 10.000 ευρώ, έχει υποχρέωση να δηλώσει τη δαπάνη αγοράς τους. Αν η αξία κάθε πράγματος είναι μικρότερη από το ποσόν αυτό, τα αντικείμενα όμως που αγοράστηκαν αποτελούν κατά τις συναλλαγές ενιαίο σύνολο, τότε για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται η αξία όλων αυτών των πραγμάτων. Αν, π.χ., αγοράστηκε μια τραπεζαρία και εκδόθηκε φορολογικό στοιχείο για κάθε καρέκλα και το τραπέζι, θα ληφθεί υπόψη η συνολική αξία τους εφόσον υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ.
Εξαιρούνται τα κινητά πράγματα που αποτελούν άμεσο αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας, καθώς και αυτά που αποτελούν πάγιο εξοπλισμό επαγγελματικής χρήσης και αποκτώνονται από πρόσωπα που ασκούν εμπορική ή γεωργική δραστηριότητα, ή ελευθέριο επάγγελμα.
Οσοι το 2010 αγόρασαν ακίνητα θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς το τεκμήριο αυτό δεν αστειεύεται. Ας δούμε λοιπόν πώς λειτουργεί αυτό το τεκμήριο και τι θα πρέπει να προσέξουν οι φορολογούμενοι. Σύμφωνα με ό,τι έχει δεχθεί η διοίκηση με ερμηνευτικές διαταγές που κατά καιρούς έχει εκδώσει, για το τεκμήριο αυτό ισχύουν τα εξής: Στην αγορά ακινήτων ως ποσό δαπάνης λαμβάνεται η αξία του ακινήτου, η οποία προσδιορίζεται με βάση το αντικειμενικό σύστημα, όπου αυτό ισχύει, εκτός αν στο πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται μεγαλύτερο τίμημα, οπότε ως τεκμαρτή δαπάνη λαμβάνεται αυτό.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει στις περιπτώσεις όπου το ακίνητο αγοράζεται με δάνειο το ποσό του οποίου είναι μεγαλύτερο της αντικειμενικής αξίας. Οταν αγοράζεται ακίνητο (οικόπεδο ή οικοδομή) το οποίο βρίσκεται εκτός αντικειμενικού συστήματος, ως τεκμαρτή δαπάνη λαμβάνεται το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο, στο οποίο προστίθεται και η τυχόν διαφορά μεταξύ αυτού και της αγοραίας αξίας του ακινήτου όπως αυτή θα προσδιοριστεί από τη φορολογική αρχή.
Κρίσιμος χρόνος για να υπολογιστεί το ποσόν της τεκμαρτής δαπάνης είναι ο χρόνος σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου. Αυτό με την προϋπόθεση ότι κατά τη σύνταξη του συμβολαίου έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα.
Αν στο συμβόλαιο μεταβίβασης αναγράφεται ότι η εξόφληση του τιμήματος θα γίνει με δόσεις σε περισσότερα του ενός έτη, το ποσό της δαπάνης θα κατανέμεται σε περισσότερα χρόνια ανάλογα με το ποσό που εξοφλείται, με την προϋπόθεση ότι στο συμβόλαιο μεταβίβασης αναφέρονται ρητώς οι χρόνοι των δόσεων οι οποίες θα καλύπτονται με ισόποσα γραμμάτια ή συναλλαγματικές που εισπράττονται από τον πωλητή μέσω τραπέζης.
Στο έντυπο της δήλωσης θα επισυναφθεί επικυρωμένο αντίγραφο του συμβολαίου, ή περίληψη αυτού, με την οποία θα περιγράφεται αναλυτικά το ακίνητο, η επιφάνειά του, η τοποθεσία, ο τρόπος καταβολής του τιμήματος κτλ.
Οσοι το 2010 ανήγειραν οικοδομές ή κατασκεύασαν δεξαμενές κολύμβησης θα συμπληρώσουν τις ενδείξεις 737-738.
Στις περιπτώσεις ανέγερσης οικοδομής είτε με αυτεπιστασία είτε με ανάθεση σε εργολάβο ως αξία αυτής λαμβάνεται το ποσό της δαπάνης που δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη-φορολογούμενο. Αυτή η δαπάνη αποτελεί την τεκμαρτή δαπάνη, η οποία υπάγεται στον έλεγχο του «πόθεν έσχες». Η αξία του κόστους κατασκευής, όμως, όπως δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη, δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αντικειμενικής αξίας στις περιοχές όπου αυτό ισχύει με αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου, η οποία θα υπολογισθεί και αυτή με το ίδιο σύστημα.
Ο προσδιορισμός της αξίας της ανεγειρόμενης οικοδομής με τον πιο πάνω τρόπο θα εφαρμοσθεί μόνο στις περιπτώσεις όπου η άδεια της οικοδομής έχει εκδοθεί πριν από τις 31.12.1994. Αν όμως η άδεια της οικοδομής έχει εκδοθεί μετά την ημερομηνία αυτή, η δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής η οποία θα ληφθεί υπόψη ως τεκμήριο θα υπολογισθεί με βάση το «ελάχιστο κόστος» κατασκευής όπως αυτό προσδιορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 35 Ν. 2238/94.
Ως ελάχιστο κόστος κατασκευής νοείται, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το καθαρό κατασκευαστικό κόστος, στο οποίο περιλαμβάνεται η αξία αγοράς των υλικών με τον ΦΠΑ όταν αυτός δεν εκπίπτει και η αμοιβή εργασίας η οποία προσφέρεται απευθείας ή μέσω εργολάβου. Δεν περιλαμβάνονται στο κόστος αυτό η αμοιβή του μηχανικού, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι δαπάνες προς δημόσιες υπηρεσίες.
Στην περίπτωση όπου περισσότεροι από κοινού ανεγείρουν οικοδομή, σε καθέναν αναλογεί τεκμαρτή δαπάνη ίση με το ποσοστό συμμετοχής του. Εξάλλου στην περίπτωση όπου ανεγείρεται οικοδομή σε οικόπεδο στο οποίο άλλος είναι ψιλός κύριος και άλλος επικαρπωτής, τότε η δαπάνη επιμερίζεται στους δύο κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τη φορολογία κληρονομιών.
Από το τεκμήριο αγοράς ακινήτων ή ανέγερσης οικοδομών εξαιρείται η δαπάνη για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, εφόσον το εμβαδόν δεν υπερβαίνει τα 120 τ.μ. Ετσι, σύμφωνα με ό,τι έχει γίνει δεκτό:
– Αν η πρώτη κατοικία έχει εμβαδόν πάνω από 120 τ.μ., πρέπει να δικαιολογηθεί μόνο το ποσό της αγοράς ή το κόστος κατασκευής που αναλογεί στο εμβαδόν πάνω από 120 τ.μ.
Στο εμβαδόν των 120 τ.μ. υπολογίζεται και το εμβαδόν της αποθήκης και των άλλων βοηθητικών χώρων. Αντίθετα, δεν λαμβάνεται υπόψη το εμβαδόν των εξωστών ή των μπαλκονιών ή το ποσοστό που αναλογεί στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία για τους κοινόχρηστους χώρους.
Σε περίπτωση αγοράς οικοπέδου για ανέγερση σε αυτό πρώτης κατοικίας για το κόστος κατασκευής που αναλογεί στα 120 τ.μ. θα λειτουργήσει η εξαίρεση, η δαπάνη όμως αγοράς του οικοπέδου δεν εξαιρείται από το τεκμήριο αλλά θα υπαχθεί στον έλεγχο του «πόθεν έσχες». Διαφορετικά έχουν τα πράγματα όταν αγοράζεται οικόπεδο με οικία που αποτελεί πρώτη κατοικία του φορολογουμένου, της οποίας η επιφάνεια δεν υπερβαίνει τα 120 τ.μ.
Σε αυτή την περίπτωση δεν θα δικαιολογηθεί η δαπάνη που αναλογεί στην οικία και στο τμήμα του οικοπέδου που καλύπτεται από την οικοδομή, ενώ ως τεκμαρτή δαπάνη θα ληφθεί μόνο η αξία του οικοπέδου που αντιστοιχεί στο ποσοστό της μη καλυπτόμενης επιφάνειας.
Εξάλλου έχει γίνει δεκτό ότι, αν υπάρχει πρώτη κατοικία και αυτή κατεδαφισθεί και στη θέση της ανεγερθεί νέα, τότε αν αυτή είναι ως 120 τ.μ. η δαπάνη ανέγερσής της εξαιρείται του τεκμηρίου, ενώ αν είναι πάνω από 120 τ.μ. ως τεκμήριο θα ληφθεί το κόστος ανέγερσης που αναλογεί στα τ.μ. πάνω από τα 120.
Τα παραπάνω ισχύουν και σε περίπτωση αγοράς πρώτης κατοικίας από επικαρπωτή. Αντίθετα για τον ψιλό κύριο αποτελεί τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και υπάγεται στον έλεγχο του «πόθεν έσχες».
Δεν θεωρείται ότι αποκτάται πρώτη κατοικία αν ο σύζυγος, η σύζυγος ή τα παιδιά τα οποία τους βαρύνουν έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή ισόβιας επικαρπίας ή οίκησης εξ ολοκλήρου ή επί ιδανικού μεριδίου σε άλλη οικία ή οικίες εφόσον το άθροισμα της συνολικής επιφανείας που τους αναλογεί υπερβαίνει τα 70 τ.μ. Η επιφάνεια αυτή προσαυξάνεται κατά 20 τ.μ. για τα δύο πρώτα παιδιά και κατά 25 τ.μ. για το τρίτο και για κάθε παιδί μετά το τρίτο.
Τα πιο πάνω ισχύουν ως 22.4.2010, διότι από 23.4.2010, ημερομηνία ισχύος του Ν. 3842/2010, η εξαίρεση από το πόθεν έσχες της δαπάνης αγοράς πρώτης κατοικίας καταργήθηκε. Με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3899/2010 επαναφέρθηκε από 17.12.2010 ως 31.12.2012, η εξαίρεση από το πόθεν έσχες της δαπάνης αγοράς πρώτης κατοικίας, εφ΄ όσον η επιφάνειά της δεν υπερβαίνει τα 120 τ.μ. και η συνολική αξία της το ποσό των 200.000 ευρώ. Αν συντρέχουν και οι δύο αυτές προϋποθέσεις, στο πόθεν έσχες θα υπαχθεί το μεγαλύτερο κατά περίπτωση ποσό μεταξύ της δαπάνης των άνω των 200.000 ευρώ και της δαπάνης που αντιστοιχεί στην επιφάνεια πάνω από τα 120 τ.μ.
Οσοι αγόρασαν πρώτη κατοικία από 23/4 ως 16.12.2010 θα υπαχθούν στο πόθεν έσχες.
Οσοι το 2010 έκαναν για οποιονδήποτε λόγο δωρεά, χορηγία ή γονική παροχή χρηματικού ποσού άνω των 300 ευρώ θα πρέπει να δικαιολογήσουν τη δαπάνη αυτή. Για να υπαχθεί ο φορολογούμενος στο τεκμήριο αυτό αρκεί η ετήσια συνολική δαπάνη για δωρεά ή χορηγία να υπερβαίνει τα 300 ευρώ, ανεξαρτήτως αν η δωρεά του χρηματικού ποσού έγινε στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρόσωπα.
Ετσι αν, π.χ., φορολογούμενος έκανε το 2010 δωρεά 200 ευρώ σε αθλητικό σωματείο και δωρεά 150 ευρώ σε ιερό ναό, θα υπαχθεί στο «πόθεν έσχες» διότι οι δύο δωρεές λαμβάνονται αθροιστικά. Το όριο των 300 ευρώ ισχύει για κάθε σύζυγο χωριστά. Ετσι, αν ο σύζυγος έκανε δωρεά 250 ευρώ σε αθλητικό σωματείο και η σύζυγος 300 ευρώ σε ιερό ναό, κανένας από τους συζύγους δεν θα υπαχθεί στο τεκμήριο.
Από το τεκμήριο των δωρεών εξαιρούνται οι δωρεές που έγιναν στο Δημόσιο, στους δήμους, στις κοινότητες και στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Στο «πόθεν έσχες» θα υπαχθούν ακόμη όσοι το 2010 κατέβαλαν τοκοχρεολυτική δόση για δάνειο που πήραν από οποιονδήποτε πιστωτικό οργανισμό ή τρίτον. Η τοκοχρεολυτική δόση μαζί με τους τόκους υπερημερίας που τυχόν έχουν καταβληθεί αποτελεί τεκμαρτή δαπάνη η οποία προσδιορίζει το ύψος του φορολογητέου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 16 του ΚΦΕ, το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειμενικής δαπάνης μπορεί να αμφισβητηθεί από τον φορολογούμενο, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν, εφ΄ όσον αυτό αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Τέτοια περιστατικά συντρέχουν ιδίως στο πρόσωπο των υπόχρεων οι οποίοι:
* Υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία. * Είναι φυλακισμένοι. * Νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική. * Είναι άνεργοι και δικαιούνται βοήθημα ανεργίας.
* Συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, λόγω αποδεδειγμένης συμβολής στις δαπάνες αυτές των συγγενών τους με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι έχουν εισόδημα από εμφανείς πηγές.
* Είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας.
* Προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι για λόγους ανωτέρας βίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την αντικειμενική.
Οταν συντρέχει μία από τις πιο πάνω περιπτώσεις ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ή συγκατοικεί με συγγενείς πρώτου βαθμού, η διαφορά μεταξύ της αντικειμενικής δαπάνης και της πραγματικής δαπάνης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης του γονέα ή του τέκνου που συμβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου. Αν πρόκειται για τους γονείς η διαφορά αντικειμενικής δαπάνης καταλογίζεται σε εκείνον τον γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα.
Εξαιρέσεις από την εφαρμογή των αντικειμενικών δαπανών και των δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ΚΦΕ, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν εφαρμόζεται:
* Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.
* Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ή αλλοδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του ΑΝ 89/1967, του ΑΝ 378/1968 και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, για το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή της κατοικίας.
Προκειμένου για επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 45 του Ν. 2859/2000, για την αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν αγοραστεί για μεταπώληση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του Ν. 2859/2000, εφ΄ όσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη ΔΟΥ στην οποία έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνία μεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν κυκλοφόρησε παράνομα. Για τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81. Οι μεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πούλησαν στο οικείο έτος. Με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών ορίζεται κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.
* Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει με βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής μονίμων κατοίκων εξωτερικού.
* Προκειμένου για αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν εμπορική ή γεωργική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα.
* Οι ετήσιες αντικειμενικές δαπάνες με τις οποίες υπολογίζεται ένα ελάχιστο εισόδημα μειώνονται κατά ποσοστό 30% για τους συνταξιούχους που έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
