Τα δικά μας «χαμίνια» ζουν στην καρδιά της Αθήνας. Για την ακρίβεια, κρύβονται σε ένα κτίριο, μαζί με τους γονείς τους, μακριά από τον πόλεμο της πατρίδας τους, τηςΣομαλίας. Μέχρι την επόμενη εκκένωση της Αστυνομίας, όπως εκείνη η πολυδιαφημισμένη του παλαιού Εφετείου.
Ναι, οι αράδες που ακολουθούν αφορούν ακόμη ένα σπίτι που χαρακτηρίζεται «κατειλημμένο από μετανάστες». Μάλλον πρόκειται για ακόμη ένα ρεπορτάζ σε ακόμη ένα σπίτι με μετανάστες. Σαν τα δεκάδες που γράφτηκαν προτού εκκενωθεί το παλαιό Εφετείο υπό τις οδηγίες της προηγούμενης κυβέρνησης και την υλοποίησή τους από την «προηγούμενη» Αστυνομία. Εκείνη την Αστυνομία που δεν διανοείται ακόμη ότι στους κόλπους της θα ενταχθούν μετανάστες σε ρόλο διερμηνέα, όπως πρόσφατα ανακοίνωσε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
«Εκείνη» η Αστυνομία λοιπόν στο τέλος του περασμένου Ιουλίου – λίγες ημέρες μετά την πολυδιαφημισμένη εκκένωση του παλαιού Εφετείου – είχε εισβάλει και στο τριώροφο σπίτι της οδού Βερανζέρου, χωρίς κάμερες τηλεοπτικών συνεργείων και παρουσία μέσων ενημέρωσης. Ο λόγος; Μα, φυσικά, η «εκκένωσή του από τους “παράνομους” ενοίκους του». «Παράνομοι» χαρακτηρίζονται οι ένοικοι από τον ίδιο ιδιοκτήτη, ο οποίος εντός της εβδομάδας που διανύσαμε δήλωνε έτοιμος να ζητήσει από τον εισαγγελέα την εκκένωση της κατειλημμένης περιουσίας του – διότι παρά τη θερινή έφοδο της Αστυνομίας το σκηνικό δεν άλλαξε: το τριώροφο κτίριο των 1.100 τ.μ. που διατίθεται, όπως ανακοινώνει και η ταμπέλα του, «για ενοικίαση ή αγορά» παραμένει καταφύγιο ένας Θεός ξέρει πόσων φτωχοδιάβολων από τη Σομαλία. Οσο για το αν είναι «παράνομοι», εκείνοι δήλωναν ότι καταβάλλουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ενοίκιο για να ζουν – όπως ζουν – στο κτίριο.
Το κατώφλι του το περάσαμε πριν από λίγο καιρό. Δεν απέχει περισσότερα από 50 μέτρα από το Αστυνομικό Τμήμα της Ομόνοιας και οι ένοικοί του γνωρίζουν ότι κινδυνεύουν. Με τα περιβόητα χαρτιά των διοικητικών απελάσεων στο χέρι και τις προ πολλού καταπατημένες 30 ημέρες, μέσα στις οποίες οφείλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα, γνωρίζουν ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούν κρατούμενοι στα κρατητήρια του παρακείμενου τμήματος. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους δεν τολμούν να ξεμυτίσουν από το κτίριο. Φοβούνται τους αστυνομικούς. Φοβούνται και εμάς. Σκύβω και ανοίγω την αγκαλιά μου, αλλά δεν μπαίνει κανένα. Τρέχουν να κρυφτούν πίσω από τα φουστάνια των μαμάδων τους, που με τη σειρά τους κλείνουν τις ρημαγμένες πόρτες των δωματίων τους.
«Φοβούνται τους λευκούς. Μην τα παρεξηγείς. Οι μόνοι λευκοί που έχουν δει να μπαίνουν εδώ μέσα είναι οι αστυνομικοί, που με κλωτσιές έσπαζαν τις πόρτες και με τη βία τραβούσαν έξω τους πατεράδες τους» λέει καθώς μας υποδέχεται στο κτίριο ο Αλί, ο 26χρονος σομαλός πρόσφυγας και μέλος της Κοινότητας Σομαλών Ελλάδος. «Δεν θέλουμε να είμαστε λαθραίοι. Δεν είμαστε όμως ούτε και μετανάστες. Είμαστε πρόσφυγες. Ερχόμαστε από πόλεμο. Ζητάμε άσυλο και πρέπει να μας χορηγηθεί. Δεν είμαστε όλοι οι μαύροι το ίδιο. Στην Ελλάδα βλέπετε μαύρο και λέτε “Σομαλός”. “Σομαλή” είναι η πόρνη της Ευριπίδου, “Σομαλός” είναι και το βαποράκι της Γερανίου. Ε, λοιπόν, δεν είναι. Εχουμε διαφορές στα φυλετικά μας χαρακτηριστικά. Συνήθως οι Σομαλοί είμαστε πιο ψηλοί και αδύνατοι και με λιγότερο έντονα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό μας. Επίσης είμαστε πολύ παραδοσιακοί. Οι γυναίκες μας δεν βγαίνουν από το σπίτι χωρίς μαντίλι στο κεφάλι. Δύσκολα μια Σομαλή θα εκπορνευόταν. Ξέρω ότι όποιος μαύρος συλλαμβάνεται στην Ελλάδα δηλώνει Σομαλός λόγω του πολέμου, αλλά στην Ελλάδα δεν είμαστε περισσότεροι από 1.500. Και δικαιούμαστε άσυλο» δηλώνει ο πρόεδρος της σομαλικής κοινότητας, Ελίας Αλί Χασάν.
Οι ώρες περνούν και η τετράχρονη Νούρα αρχίζει να πηδάει στις πλάτες μας. Οι μεγάλοι σε αυτό το κτίριο των 80 ατόμων, εκ των οποίων οι 60 είναι γυναίκες και παιδιά, δεν έχουν όρεξη για παιχνίδι – και πώς να έχουν άλλωστε; Η Νούρα, λοιπόν, είναι ένα πανέμορφο κορίτσι, που μόλις σε εμπιστευθεί θα γίνει η καλύτερη ξεναγός σου. Γραπωμένη από το χέρι μου, με γυρίζει στα δωμάτια και στους ανήλιαγους κοινόχρηστους χώρους. «Νούρα» στη γλώσσα της σημαίνει φως. Ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς ότι το φως το βλέπει ελάχιστα. Θέλει όμως να μάθει να μετράει στα ελληνικά. Και τα «παίρνει» – κάθε φορά θυμάται όλο και περισσότερους αριθμούς. Σχολείο όμως δεν μπορεί να πάει. Πρέπει να μείνει κρυμμένη εδώ σαν το ποντίκι… Οι συνθήκες υγιεινής στο κτίριο είναι άθλιες. Οι γυναίκες προσπαθούν διαρκώς με τις σκοροφαγωμένες σκούπες τους να κρατήσουν μια σχετική τάξη, αλλά δεν τα καταφέρνουν. Νερό και ρεύμα υπάρχουν μόνο στον πρώτο όροφο. «Εχουμε δύο γραμμές και πληρώνουμε τη μία. Δεν μας φτάνουν τα χρήματα για όλα. Εδώ λειτουργούμε σαν κοινόβιο. Οσοι άνδρες δουλεύουν φέρνουν τα χρήματα στο σπίτι. Από αυτά πληρώναμε όσο μπορούσαμε το ενοίκιο που ήταν μεγάλο: 6.000 ευρώ δίναμε. Με αυτά ψωνίζουμε και μαγειρεύουμε. Εδώ, στον πρώτο όροφο, είναι το σαλόνι και η κουζίνα μας.
Εδώ μαγειρεύουμε και κατεβαίνουμε ένας ένας να πάρει φαγητό για τη φαμίλια του» λέει ο Ντερία, ένας εκ των δύο διαχειριστών του κτιρίου. Γιατί και αυτό χρειάζεται σε αυτό το κοινόβιο. Το γάλα είναι λίγο και δεν φτάνει για όλα τα παιδιά. Γι’ αυτό και δεν πίνουν κάθε μέρα. Βάζουν ωστόσο στον καφέ μου. Ελπίζουν ότι η παρουσία μας μπορεί να βοηθήσει. Ισως όμως μέχρι να τελειώσετε αυτή την ανάγνωση μια ομάδα αστυνομικών να έχει εισβάλει στο κτίριο και η Νούρα να μη δει ποτέ τη φωτογραφία που της τάξαμε…
Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 483, σελ. 36-41, 17/01/2010.
