Η προβολή του παρελθόντος στο μέλλον

Η προβολή του παρελθόντος στο μέλλον Δ. Β. ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ Χρυσά ενώτια από την έκθεση «Ο Χρυσός των Μακεδόνων» Ο σχεδιασμός της άρχισε το φθινόπωρο του 2001 και τελείωσε τον Σεπτέμβριο του 2003, οπότε εγκρίθηκε από το ΚΑΣ. Λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων εγκαινιάστηκε, στα τέλη του Ιουλίου του 2004, το κεντρικό της τμήμα με τίτλο «Ο Χρυσός των Μακεδόνων». Η έκθεση αυτή, στο ανακατασκευασμένο πλέον κεντρικό τμήμα

Η προβολή του παρελθόντος στο μέλλον

Ο σχεδιασμός της άρχισε το φθινόπωρο του 2001 και τελείωσε τον Σεπτέμβριο του 2003, οπότε εγκρίθηκε από το ΚΑΣ. Λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων εγκαινιάστηκε, στα τέλη του Ιουλίου του 2004, το κεντρικό της τμήμα με τίτλο «Ο Χρυσός των Μακεδόνων». Η έκθεση αυτή, στο ανακατασκευασμένο πλέον κεντρικό τμήμα και με νέες προθήκες, δεν άλλαξε από την πρώτη της μορφή, που υποκατέστησε το 1998 το εύρημα της Βεργίνας.


Μικρούς αλλά ουσιώδεις πυρήνες της μεγάλης αυτής επανεκθετικής προσπάθειας αποτέλεσαν η έκθεση για τα νομίσματα της Μακεδονίας (ΟΠΠΕΘ ’97) και, κατόπιν, έκθεση για τον καμένο πάπυρο του Δερβενίου, μικροεπεμβάσεις με εποπτικό υλικό και κείμενα, σε τρία σημαντικά γλυπτά της πρώην γλυπτοθήκης (έργου του ομ. καθ. Γ. Δεσπίνη), δύο εκθέσεις με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του 2003 («Αρχαίες αγροικίες σε σύγχρονους δρόμους» στην Κρυπτή Στοά της Αρχαίας Αγοράς και «Ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη» στο Τελόγλειο Ιδρυμα) κ.λπ.


Οι εκθεσιακές ενότητες αναφέρονται στην Προϊστορία της Μακεδονίας, στους κάθε άλλο παρά «σκοτεινούς» αιώνες («Προς τη Γένεση των Πόλεων»), στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη μέχρι την όψιμη αρχαιότητα.


* Η επιστήμη της Μουσειολογίας


Η όλη εργασία βασίζεται στην τελευταία λέξη της θεωρίας και πράξης της Μουσειολογίας, επιστήμης που ραγδαία αναπτύχθηκε διεθνώς και εδραιώνεται πλέον και στην Ελλάδα.


Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στην ανακατασκευή ή στην ίδρυση νέων μουσείων (Γ’ ΚΠΣ) και έχει ως κορυφαίο επίτευγμα τη βράβευση του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.


Η θεωρία και η πράξη που αναφέραμε συνίστανται στα εξής: Στην εκπόνηση και τήρηση αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και στη μελέτη του φωτισμού και των κατάλληλων συνθηκών εντός και εκτός των προθηκών. Στη χρήση κατάλληλου εποπτικού υλικού, σημάνσεων, κειμένων γενικής πληροφόρησης, λεζαντών, ντοσιέ περαιτέρω πληροφόρησης. Στη συστηματική χρήση πάσης φύσεως ηλεκτρονικών μέσων με πληροφοριακό βάσει σεναρίου υλικό εικόνας και λόγου, το οποίο δεν είναι δυνατό να περιληφθεί στην κειμενική και εποπτική πληροφόρηση, μέσων με τα οποία βέβαια ο επισκέπτης είναι εξοικειωμένος. Στη διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, ο οποίος θεωρείται επίσης εκθεσιακός με ύφος ανάλογο της έκθεσης και ιδιαίτερα εκείνο της όψιμης αρχαιότητας. Στην αποκλειστική χρήση της θεματικής ενότητας για την παρουσίαση των εκθεμάτων και των πέντε εκθεσιακών ενοτήτων. Στον σχεδιασμό οδηγών για όλες τις θεματικές ενότητες, γραμμένων από ειδικούς.


* Θεματικές ενότητες


Η προσέγγιση του παρελθόντος μέσω της θεματικής ενότητας (π.χ. νοικοκυριό, αγροτική παραγωγή, θάνατος) φαίνεται ότι ως μουσειακή πράξη γεννήθηκε ταυτόχρονα, ίσως και να προηγήθηκε, με την αρχαιολογική θεωρία. Η εμπειρία παντού δείχνει ότι με τις θεματικές ενότητες είναι δυνατό να φωτισθούν όψεις της ιδιωτικής, της δημόσιας, της πνευματικής, της θρησκευτικής ζωής. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από την πλευρά της εξέλιξης της αρχαιολογικής σκέψης (βλ. π.χ. τα πρόσφατα μεταφρασμένα βιβλία των Hodder ή Trigger, εκδ. Αλεξάνδρεια) και συνιστά τη μεταμοντέρνα βέβαια εκδοχή της αρχαιολογίας των συμφραζόμενων, εξαιρετικά και πρώιμα δείγματα της οποίας ήταν, κατά τη γνώμη μου, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η έκθεση στο Παρίσι (Κέντρο Πομπιντού) για τη Βιέννη του Μεσοπολέμου και για τον Γαργαντούα (Το φαγητό στην καθημερινή ζωή την εποχή του Ραμπελέ, στο Εθνολογικό Μουσείο).


Η θεματική ενότητα, συγχρονική ή διαχρονική, παρέχει τη δυνατότητα ελκυστικών και επικοινωνιακών επιλογών, πέραν της δεσποτείας του αντικειμένου και της μοναδικότητας ή της αυθεντικότητάς του. Είναι ίσως το σημαντικότερο μέσο για την επαφή του κοινού με το υλικό παρελθόν. Η επαφή αυτή βεβαίως δεν αποκλείει, κάθε άλλο, την παράθεση αντικειμένων με συγκεκριμένα κριτήρια, π.χ. γλυπτοθήκη, συλλογές αγγείων κ.τ.λ., απαιτεί όμως και τη δυνατότητα πρόσληψης (για να χρησιμοποιήσω έναν όρο από τη λογοτεχνία) από την πλευρά του επισκέπτη, κάτι που βεβαίως είναι ελάχιστα ή καθόλου εξασφαλισμένο. Φαίνεται τελικά ότι δικαιώνεται ο… Φλομπέρ που εμφανίζει εντέλει τους δύο ήρωες του ομότιτλου μυθιστορήματός του Μπουβάρ και Πεκισέ να ξαναγυρίζουν στην παλιά τους τέχνη, δηλαδή πρακτική, της αντιγραφής κειμένων, αφού η συσσώρευση γνώσεων και αντικειμένων που επιχείρησαν αποδείχθηκε «χωρίς συνοχή και χωρίς νόημα», ένα είδος μοντέρνας πλάνης.


Προσπαθούμε οι θεματικές αυτές ενότητες να εμφανίζουν νόημα και συνοχή, αλλά και πάλι το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: τι χρειάζεται το υλικό παρελθόν στο παρόν και, πολύ περισσότερο, στο μέλλον; Για τα κείμενα δεν συμβαίνει μάλλον το ίδιο. Δείτε π.χ. την αποδοχή και τον εκστασιασμό σύγχρονων κοσμολόγων για τις απόψεις π.χ. προσωκρατικών περί του Σύμπαντος ή οικονομολόγων για τις απόψεις π.χ. του Αριστοτέλη για την οικονομία. Για τον υλικό πολιτισμό όμως, παρ’ όλο που, εδώ και καιρό, εξετάζεται συστηματικά ή κειμενική του διάσταση, το πρόβλημα της συνοχής και του νοήματος παραμένει. Φαίνεται ότι το επιλύουν οι θεματικές ενότητες σε επίπεδο μουσειολογίας. Ο συσχετισμός όμως του υλικού πολιτισμού με τα κείμενα παραμένει ένα μεγάλο αιτούμενο και σε αυτό φαίνεται ότι θα συμβάλει η επανέκθεση αυτή.


Ο κ. Δ. Β. Γραμμένος έχει διατελέσει διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version