Οσμίζεται κανείς τον ιδεολογικό αέρα μιας εποχής ή μιας συγκυρίας από το πώς αντιμετωπίζονται πλέον κάποιες λέξεις οι οποίες φέρουν μαζί τους έναν ιστορικό κόσμο, ένα φορτίο συλλογικών παθών, αφηγήσεων και μαρτυριών, μια πλούσια κοινωνική και πολιτική κληρονομιά. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι όλο και συχνότερα «πρέπει» να συζητούμε για τα κοινωνικά δικαιώματα και ειδικότερα για την απεργία είναι ένδειξη μιας παρόμοιας αλλαγής κλίματος. Το ότι αυτή η συζήτηση διεξάγεται πλέον με σκεπτικιστικούς, αν όχι ανοιχτά δυσφημιστικούς, όρους, ότι είναι συζήτηση περισσότερο για τα «βέβαια δεινά» παρά για τα ενδεχόμενα αγαθά της συγκεκριμένης μορφής αγώνα είναι απόδειξη της μεγάλης ανατροπής των συσχετισμών στο εσωτερικό της κοινωνίας μας.
Το υπόβαθρο αυτής της νέας, αρνητικής ως επί το πλείστον, ευαισθησίας έναντι της απεργίας και γενικότερα του παραδοσιακού διεκδικητικού αγώνα υπερβαίνει τις επί μέρους θερμές περιπτώσεις της μάχης κατά των «προνομιούχων εργαζομένων». Δεν είναι ο Σαρκοζί που ενσαρκώνει, παραδειγματικά, τον περίφημο αντισυντεχνιακό λόγο στην πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή εκδοχή του· αυτός ο λόγος έχει ήδη συγκροτηθεί εδώ και μία εικοσαετία τουλάχιστον με πολυσυλλεκτικό τρόπο: ως κοινωνιολογικό επιχείρημα γύρω από την ιδέα για το τέλος της εργασίας και της κουλτούρας των εργατών ή ως τεχνοκρατικό επιχείρημα που υπερτονίζει το κόστος και τις «αντικοινωνικές» συνέπειες των απεργιών. Στην ίδια κοίτη συγκλίνει άλλωστε η όψιμη εντύπωση για την εδραίωση ενός ηδονιστικού καταναλωτικού πολιτισμού που σαρώνει στο πέρασμά του όλες τις «αρχαϊκές» μορφές διαμαρτυρίας και σύγκρουσης· και, βεβαίως, η κοινόχρηστη πια εκτίμηση ότι στις σύνθετες κοινωνίες κάθε πρακτική που υπερβαίνει την ορθολογική συζήτηση εκφράζει μάλλον υπολείμματα κοινωνικών φθόνων παρά συλλογικά ταξικά συμφέροντα.
Ζητήματα με τα οποία απασχολείται δεκαετίες τώρα η κοινωνική έρευνα και ανάλυση, αξιοποιούνται, με επιπόλαιο και δόλιο τρόπο, για την εξαγωγή αμφίβολων συμπερασμάτων. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε θέματα όπως η αλλαγή στη σύνθεση των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, ο μετασχηματισμός των εργασιακών σχέσεων και κυρίως η αύξηση του ειδικού βάρος των νέων μεσαίων στρωμάτων στις λεγόμενες οικονομίες της γνώσης. Αυτός ο απολύτως θεμιτός προβληματισμός μπορεί, με μεγάλη ευκολία, να λιπάνει μια απατηλή συνθηματολογία. Οταν, λόγου χάρη, κάθε απεργιακή κινητοποίηση στιγματίζεται ως επίθεση στα δικαιώματα των καταναλωτών-χρηστών, ο στιγματισμός έχει πίσω του μια συγκεκριμένη θεώρηση των σύγχρονων καιρών: όχι πλέον την παλαιά θέση για την παρεμπόδιση της εργασίας αυτών που δεν θέλουν να απεργήσουν όσο το μεταμοντέρνο φιλελεύθερο δόγμα ότι οι προτιμήσεις και οι επιλογές του καταναλωτή συνιστούν τον πυρήνα μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Στο απόγειο του καπιταλισμού των επιθετικών εξαγορών και των τραπεζικών προϊόντων, των hedge funds και των «μεγάλων επιφανειών», ο απεργιακός αγώνας φαντάζει ως κάτι αφάνταστα παρωχημένο: κάτι ανάλογο με τη διακοπή του ηλεκτρικού στο κέντρο της μεγαλούπολης, κάτι δηλαδή που δημιουργεί ασυγχώρητα προβλήματα στις απρόσκοπτες ροές του χρήματος, των επιθυμιών και των σωμάτων. Με αυτή την έννοια, το απεργιακό γεγονός προσεγγίζεται όλο και περισσότερο ως ενσάρκωση της ακινησίας, ως αρτηριοσκληρωτικός ακτιβισμός που εκφράζει την ίδια την αδράνεια, την έλλειψη προσαρμοστικότητας, την καθήλωση σε μια πεθαμένη αλληγορία: στην αλληγορία της πάλης των τάξεων. Ενας χαρακτηριστικός τύπος εκσυγχρονιστή αντιλαμβάνεται κάθε απεργιακό αναβρασμό περίπου ως ένα, κάπως πιο ανεκτό, «αντάρτικο πόλεων». Εξάλλου οι ιδιότητες που αποδίδονται σε απεργίες που πηγαίνουν μακρύτερα από την τελετουργία του εικοσιτετραώρου ελάχιστα διαφέρουν από το οικείο αντιεξτρεμιστικό λεξιλόγιο: γίνεται έτσι λόγος για εκβιασμούς από μειοψηφίες, για βία κατά του κοινωνικού συνόλου, για άρνηση του διαλόγου και ανευθυνότητα, για ομηρεία και ομήρους.
Προφανώς είναι άλλο πράγμα ο στοχασμός για την αποτελεσματικότητα ή τους κώδικες της συλλογικής δράσης και άλλο η φτηνή δημαγωγία του ταλαιπωρημένου πελάτη ή του καταπιεσμένου – από τις απεργίες – καταναλωτή. Αλλο πράγμα η συζήτηση για την οργάνωση και το πλαίσιο μιας απεργίας και πολύ διαφορετικό η εκ των προτέρων δαιμονοποίηση των «συντεχνιών». Αλλο πράγμα η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων για κάποιες μορφές αγώνα και πολύ διαφορετική υπόθεση η άνεση με την οποία ορισμένοι ζητούν να αποστειρώσουν τον δημόσιο χώρο από κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς.
Αυτό που παραγνωρίζει ο μεταμοντέρνος αντιαπεργιακός λόγος είναι ότι μια κοινωνία φιλόξενη στον παραδοσιακό κοινωνικό ανταγωνισμό και επομένως στην απεργιακή δράση δεν είναι κατ’ ανάγκη σε αποσύνθεση. Μάλλον το αντίθετο παρατηρείται: όσο περισσότερο παγιώνεται η ψευδεπίγραφη εξημέρωση των ηθών, όσο περισσότερο ο κόσμος της εργασίας χάνει έδαφος, τόσο εντονότερα είναι τα συμπτώματα ανορθολογικής μνησικακίας και «κοινωνικών αυτοματισμών». Στην περίπτωση αυτή εχθρός του πολύτεκνου γίνεται ο τρίτεκνος, εχθρός του μίνι μάρκετ το πολυκατάστημα και μισητός αντίπαλος του δημοσίου υπαλλήλου των χιλίων εκατό ευρώ ο ιδιωτικός υπάλληλος των χιλίων. Η σπείρα των κατακερματισμένων εγωισμών επεκτείνεται εκεί ακριβώς που προοδεύει η υποκατάσταση της «επιθετικής» απεργίας από την ατομική διαπραγμάτευση, η αποκήρυξη των απεργιακών μετώπων και ο θρίαμβος των παζαριών του παρασκηνίου.
Η απεργία ωστόσο δεν είναι απλώς μια μορφή συλλογικής δράσης ή ένα από τα θεσπισμένα κοινωνικά δικαιώματα. Πολύ περισσότερο είναι μια υπενθύμιση ότι ζούμε σε μια κοινωνία που παραμένει, ακόμη, κοινωνία της εργασίας και των υποκειμένων της εργασίας. Η υπενθύμιση ότι ο κόσμος δεν είναι τα ποπ βιντεοκλίπ των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας ή τα διαφημιστικά των τραπεζών, ότι περιέχει οχλήσεις και σκληρότητες, πάθη και υψηλούς τόνους: ότι όπως η παραγωγή, έτσι και η διακοπή της παραγωγής, όπως η οικονομική ρουτίνα, έτσι και το σπάσιμό της περικλείουν εξαναγκασμούς και στερήσεις. Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να το αποδεχτούμε αυτό, μάλλον έχουμε γίνει περισσότερο φιλελεύθεροι και λιγότερο δημοκράτες.
Ο κ. Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
