ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΜΟΥΤΙ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΜΟΥΤΙ «Ζούμε τέλος εποχής σε πολλούς τομείς» Ο ιταλός σουπερστάρ του πόντιουμ σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση λίγο πριν από την πολυαναμενόμενη συναυλία του στην Αθήνα με την Ορχήστρα και τη Χορωδία του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου ΙΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ ΒΙΕΝΝΗ, ΙΟΥΝΙΟΣ. Παρ'' ότι το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου είχε ήδη αρχίσει και η Βιέννη ζούσε κυριολεκτικά παραδομένη στους ρυθμούς του,

ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΜΟΥΤΙ

«Ζούμε τέλος εποχής σε πολλούς τομείς»




ΒΙΕΝΝΗ, ΙΟΥΝΙΟΣ.


Παρ’ ότι το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου είχε ήδη αρχίσει και η Βιέννη ζούσε κυριολεκτικά παραδομένη στους ρυθμούς του, η εικόνα που παρουσίαζε η περιοχή γύρω από τη Musikverein το απόγευμα εκείνο της 9ης Ιουνίου ήταν εντυπωσιακά διαφορετική. Ανέγγιχτη. Θα συναντούσα τον Ρικάρντο Μούτι στο κοσμοπολίτικο καφέ ενός από τα δύο διασημότερα ξενοδοχεία της αυστριακής πρωτεύουσας, ακριβώς απέναντι από τη φημισμένη «Μέκκα» της μουσικής. Είχε συμφωνήσει να μου παραχωρήσει συνέντευξη λίγη ώρα μετά το πέρας της πρόβας του με την Ορχήστρα Webern για τη συναυλία της επομένης ημέρας η οποία ταυτόχρονα θα σήμαινε και την κορύφωση του ειδικού κύκλου εκδηλώσεων που είχε αφιερωθεί στον κορυφαίο αρχιμουσικό, στο πλαίσιο του οποίου κατά τη σεζόν 2007-2008 διηύθυνε ορχήστρες όπως η αγαπημένη του Φιλαρμονική της Βιέννης και η νεανική Luigi Cherubini.


Εχοντας φτάσει στο ραντεβού κάποια λεπτά ενωρίτερα, ξεφύλλιζα ένα περιοδικό που βρέθηκε μπροστά μου και ταυτόχρονα σκεπτόμουν αν στ’ αλήθεια θα μου έφτανε ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου για να ρωτήσω όλα όσα ήθελα. Δεν ήταν η πρώτη μας συνέντευξη, αλλά η πρόσφατη ανακοίνωση της επικείμενης συνεργασίας του με τη διάσημη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου – εξέλιξη η οποία έλαβε τεράστια δημοσιότητα διεθνώς καθώς, μεταξύ άλλων, είναι και η πρώτη διοικητική θέση την οποία αναλαμβάνει ο Μούτι μετά τη θυελλώδη αποχώρησή του από τη Σκάλα του Μιλάνου το 2005 – άλλαζε εντυπωσιακά το τοπίο δημιουργώντας νέα δεδομένα. Από τις σκέψεις μου με διέκοψε ο θόρυβος της πόρτας που άνοιξε πίσω μου. Γύρισα, κοίταξα και τον είδα να μπαίνει. Κομψός, ντυμένος με λευκό παντελόνι και μπλε καλοκαιρινό σακάκι, είναι στ’ αλήθεια δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σε λίγες ημέρες συμπληρώνει τα 67 του χρόνια. Με χαιρέτησε ευγενικά και για την επόμενη μία ώρα ο ιταλός σουπερστάρ του πόντιουμ μου χάρισε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση, προάγγελο της εξίσου ενδιαφέρουσας – είναι σίγουρο – συναυλίας που θα προσφέρει στο αθηναϊκό κοινό την προσεχή Τρίτη στο Ηρώδειο, με την Ορχήστρα και τη Χορωδία του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου.


– Είναι αρκετά τα χρόνια που έχετε να έρθετε στην Ελλάδα…


«Στο Ηρώδειο, ειδικότερα, είναι πράγματι αρκετά. Αν δεν κάνω λάθος, η τελευταία φορά πρέπει να ήταν τη δεκαετία του 1990, και μάλλον στο πρώτο ήμισυ, με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, ένα σύνολο με το οποίο έχω αναπτύξει ιδιαίτερους και μακροχρόνιους δεσμούς. Εκτοτε έχω, βεβαίως, ξανάρθει στην Αθήνα, στο Μέγαρο, αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Πριν από μια εμφάνιση σε κάποια χώρα, είθισται, ίσως, να λέει κανείς κάτι ευγενικό για λόγους αβρότητας. Ωστόσο η αγάπη μου για την Ελλάδα δεν έχει να κάνει με τέτοιου είδους, ας τις πούμε, συμβάσεις. Προέρχομαι από τον ιταλικό Νότο όπου, ως γνωστόν, οι ελληνικές επιδράσεις είναι έντονες ενώ και οι σπουδές μου είχαν να κάνουν πολύ με τον πολιτισμό και το πνεύμα της Αρχαίας Ελλάδας. Κατά ευτυχή και ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, συγκυρία, η επικείμενη συναυλία έχει μια σημειολογία ξεχωριστή…».


– Τι εννοείτε;


«Θα είναι η κορύφωση ενός τριπτύχου το οποίο, με κοινό πρόγραμμα, ξεκινά στις 6 Ιουλίου από τη Ραβέννα, την πόλη που αποτέλεσε κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την επόμενη ημέρα θα παρουσιαστεί στη Σικελία, αλλοτινή Μεγάλη Ελλάδα, για να καταλήξει στις 8 Ιουλίου στην Αθήνα, την «καρδιά» της σημερινής Ελλάδας, υπογραμμίζοντας τους παραδοσιακούς και μακραίωνους δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών».


– Μιλήστε μας λίγο για το πρόγραμμα…


«Αποτελείται από εξ ολοκλήρου θρησκευτική μουσική: έργα πραγματικά θαυμάσια και απαιτητικά από ερμηνευτικής απόψεως, τα οποία έχουν τη δύναμη να συγκινούν στις ημέρες μας όπως ακριβώς και τον καιρό της πρώτης τους παρουσίασης. Εν προκειμένω επιλέξαμε το Stabat Mater και το Te Deum από τα «Τέσσερα Ιερά Κομμάτια» του Βέρντι και το Stabat Mater του Ροσίνι. Θεωρήσαμε ότι θα είχε ενδιαφέρον το να αντιπαραβάλει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν το ίδιο κείμενο δύο τόσο σπουδαίοι συνθέτες. Αξίζει, ίσως, να σημειώσουμε πως πρόκειται για έργα τα οποία και οι δύο έγραψαν κατά την ύστερη δημιουργική τους περίοδο, και αυτό είναι ένα ακόμη κοινό στοιχείο. Πάνω απ’ όλα όμως πρόκειται για υπέροχη μουσική…».


– Εφέτος συμπληρώσατε 40 χρόνια από την πρώτη σας εμφάνιση με τον Μουσικό Φλωρεντινό Μάιο…


«Πράγματι. Είναι η Ορχήστρα που σηματοδότησε την έναρξη της διαδρομής μου στο μουσικό στερέωμα και στο πλαίσιο αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι είναι ιδιαιτέρως σημαντική για μένα. Μου προσέφεραν τη θέση του μουσικού διευθυντή όταν ακόμη ήμουν 27 ετών, ένα παιδί… Και όμως, παρά το νεαρόν της ηλικίας μου, οι ίδιοι οι μουσικοί με κάλεσαν μετά τη συναυλία που έδωσα εκεί με τον Ρίχτερ, προσφέροντάς μου μια απίστευτη ευκαιρία. Κάτι τέτοιο, ξέρετε, το να σε εμπιστευτούν σε τόσο νεαρή ηλικία, ήταν τότε εξαιρετικά ασυνήθιστο. Μια τεράστια ευθύνη για μένα στην οποία προσπάθησα να αντεπεξέλθω όσο καλύτερα μπορούσα. Περάσαμε ευτυχισμένα και δημιουργικά χρόνια μαζί και κάθε φορά που επιστρέφω το κλίμα είναι θαυμάσιο. Τον περασμένο Μάιο γιορτάσαμε τα 40χρονά μας με δύο πανηγυρικές συναυλίες στη Φλωρεντία οι οποίες εξελίχθηκαν μέσα σε κλίμα χαράς αλλά και συγκίνησης».


– Είπατε ότι, στο παρελθόν, το να εμπιστευτεί μια μεγάλη Ορχήστρα έναν νεαρό διευθυντή ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο. Στις ημέρες μας, ωστόσο, συμβαίνει αρκετά συχνά, τείνει ίσως να εξελιχθεί σε τάση. Πώς το σχολιάζετε;


«Στις ημέρες μας τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ, κινούνται με εκπληκτικά μεγάλες ταχύτητες. Το ζήτημα όμως είναι η κατεύθυνση προς την οποία κινούνται. Πράγματι, υπάρχει ένα είδος λατρείας της νεότητας το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει να κάνει πολύ με το ευρύτερο παιχνίδι της προβολής και των δημοσίων σχέσεων. Ολοι αναζητούν το καινούργιο, το διαφορετικό, ωστόσο τα κριτήρια δεν έχουν απαραίτητα να κάνουν με την ποιότητα και με την ουσία. Επικρατεί γενικότερη αμηχανία στην κοινωνία. Βιώνουμε ένα τέλος εποχής σε πολλούς τομείς. Η Οπερα, λοιπόν, και η λεγόμενη κλασική μουσική, έχει να αντιμετωπίσει τις δικές της προκλήσεις σε αυτό το πλαίσιο. Τα πράγματα διέρχονται φάσεις και αυτό είναι πολύ λογικό… είναι η ίδια η ροή της Ιστορίας. Ψυχραιμία και σύνεση χρειάζεται και δίπλα σε αυτά, σοβαρή και μακρόπνοη μελέτη. Τα πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού δεν νομίζω πως οδηγούν πουθενά. Ούτε καν τονωτικές ενέσεις δεν είναι…».


– Σε αυτό το δύσκολο, όπως το περιγράψατε, πλαίσιο προσφάτως δεχθήκατε να αναλάβετε τη θέση του μουσικού διευθυντή στη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Μέχρι πρότινος, εντούτοις, δηλώνατε ότι δεν σας ενδιαφέρει κάποια νέα διοικητική θέση. Τι άλλαξε;


«Η αλήθεια είναι ότι μετά την παραίτησή μου από τη Σκάλα τον Απρίλιο του 2005, δήλωσα σε όλους τους τόνους πως δεν με ενδιέφερε να δεσμευτώ εκ νέου. Το έλεγα και το πίστευα. Με ενδιέφερε απλώς και μόνο να ασχολούμαι με τη μουσική χωρίς τις υποχρεώσεις μιας διοικητικής θέσης, τις οποίες είχα κυριολεκτικά «χορτάσει». Με έναν λόγο, ήθελα να είμαι ελεύθερος σαν πουλί. Είχα δε αποφασίσει να μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στις μεγάλες ορχήστρες που αγαπώ πολύ, τη Φιλαρμονική της Βιέννης, τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, τη Φιλαρμόνια του Λονδίνου, τη Φιλαρμονική του Ισραήλ, την Εθνική Ορχήστρα της Γαλλίας, την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, και στη νεανική ορχήστρα Luigi Cherubini που ίδρυσα το 2004 και η ως σήμερα πορεία της μου έχει προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση».


– Λοιπόν, πώς φτάσαμε στο «ναι» που είπατε τελικά στο Σικάγο;


«Το φθινόπωρο του 2007 επέστρεψα στην πόλη ύστερα από 32 ολόκληρα χρόνια απουσίας. Δώσαμε κάποιες συναυλίες εκεί και κατόπιν κάναμε μια ευρωπαϊκή περιοδεία η οποία στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα καταλάβαμε πως κάτι «τρέχει» μεταξύ μας. Η επικοινωνία με τους μουσικούς ήταν εκπληκτική. Κάποιες φορές, ξέρετε, τα πράγματα έρχονται κυριολεκτικά εκεί που δεν τα περιμένεις. Πρόκειται για εξαιρετική από κάθε άποψη ορχήστρα, με την οποία εξ αρχής βρήκαμε κοινούς κώδικες. Επιπροσθέτως, η επαφή με τη διοίκηση αλλά και με αυτή καθαυτή την πόλη ήταν θαυμάσια. Αισθάνθηκα μια ζεστασιά, μια οικειότητα η οποία με ώθησε τελικά να αποδεχθώ την πρόταση ύστερα από κάποιους μήνες διαπραγματεύσεων και συζητήσεων. Η θητεία μου αρχίζει τη σεζόν 2010-2011 και είναι πενταετής».


– Αλήθεια, τι σας έκανε να επιλέξετε τη Συμφωνική του Σικάγου αντί της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, από την οποία στο παρελθόν σας είχαν γίνει εξίσου αντίστοιχες προτάσεις;


«Δεν θα το έθετα έτσι. Δεν επέλεξα τη μία ορχήστρα έναντι της άλλης. Τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης την αγαπώ πολύ, και πάντοτε επιστρέφω με χαρά. Απλώς, τα πράγματα συχνά είναι θέμα σωστού timing. Οταν μου έγινε η πρόταση από τη Νέα Υόρκη, δεν ένιωσα ότι ήταν η σωστή στιγμή να το κάνω, είχα επιφυλάξεις. Ετσι, είπα όχι. Οταν ήρθε πάλι η πρόταση από το Σικάγο, αισθάνθηκα διαφορετικά, και έτσι δέχθηκα. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Ας μην ξεχνάμε ότι στην ηλικία που βρίσκομαι, δεν έχω πλέον ανάγκη να κάνω αυτό που λέμε καριέρα».


– Ωστόσο στον ευρωπαϊκό, κυρίως, Τύπο αναπτύχθηκε ένας προβληματισμός ως προς το πώς θα χειριστείτε τις εκτός μουσικής δραστηριότητες τις οποίες προϋποθέτει η θέση του μουσικού διευθυντή σε μια μεγάλη αμερικανική ορχήστρα. Την επαφή με τους σπόνσορες, για παράδειγμα…


«Δεν είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνω μια αμερικανική ορχήστρα. Εχει προηγηθεί η θητεία μου στη Φιλαδέλφεια. Γνωρίζω, λοιπόν, πολύ καλά το τι προϋποθέτει η θέση του μουσικού διευθυντή στις ΗΠΑ, και τα έλαβα όλα υπόψη μου προκειμένου να δώσω τελικά την απάντησή μου. Είπα όμως και πριν από λίγες ημέρες στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που έδωσα στο Σικάγο, ότι δεν είμαι πολιτικός για να προβώ σε βαρύγδουπες υποσχέσεις. Οι ίδιες οι συναυλίες θα μιλήσουν για μένα. Αν επιχειρούσα να την κωδικοποιήσω, θα έλεγα ότι η φιλοδοξία μου είναι να θέσω τη μουσική στην υπηρεσία της ίδιας της πόλης έτσι ώστε, φεύγοντας, να την αφήσω καλύτερη από ό,τι τη βρήκα. Η μουσική, σας διαβεβαιώνω, έχει τη δύναμη αυτή».


– Κατά καιρούς γίνεται λόγος στον αμερικανικό Τύπο για την ίδια την εξέλιξη της εγχώριας μουσικής δημιουργίας και το πόσο σημαντικές είναι οι παραγγελίες νέων έργων σε αμερικανούς συνθέτες από τους μεγάλους μουσικούς οργανισμούς των ΗΠΑ. Τι σκέπτεστε για αυτό;


«Σαφώς με ενδιαφέρει η σύγχρονη δημιουργία και αυτό το έχω δείξει στην πράξη με όλες τις ορχήστρες με τις οποίες συνεργάστηκα ως μουσικός διευθυντής. Θα συνεχίσω λοιπόν σε αυτή την κατεύθυνση και στο Σικάγο. Ωστόσο δεν σκοπεύω να απευθυνθώ αποκλειστικά σε αμερικανούς συνθέτες, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν επαρχιώτικη. Θέλω να προσελκύσω τους καλύτερους συνθέτες από ολόκληρο τον κόσμο».


– Υπάρχει η άποψη που λέει ότι δεν μπορεί κανείς να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο προτού κλείσει το προηγούμενο. Τρία χρόνια μετά την παραίτησή σας από τη Σκάλα του Μιλάνου – ένα γεγονός που έλαβε τεράστια δημοσιότητα διεθνώς – πώς αισθάνεστε, αλήθεια; Τι ακριβώς συνέβη τότε;


«Θα ξεκινήσω από το πώς αισθάνομαι. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως αισθάνομαι περίφημα. Η Σκάλα ήταν ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της ζωής και της καριέρας μου, το οποίο ολοκληρώθηκε ύστερα από 19 ολόκληρα χρόνια. Το έχω αφήσει πίσω μου οριστικά και αμετάκλητα. Οσο για το τι συνέβη, είναι πραγματικά σύνθετη η απάντηση για να την ολοκληρώσει κανείς στο πλαίσιο μιας συνέντευξης. Θα χρειαζόταν να το συζητάμε επί ημέρες, και πάλι ίσως δεν θα ήταν αρκετό. Πρέπει κανείς να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο κινούνται ορισμένα πράγματα στην Ιταλία. Τώρα, υπάρχει μια καινούργια «περιπέτεια» στον ορίζοντα και πραγματικά προτιμώ να κοιτάζω μπροστά παρά πίσω».


– Με δεδομένη την κάμψη της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης στους πολιτιστικούς οργανισμούς που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, πιστεύετε ότι το μέλλον της κλασικής μουσικής βρίσκεται στην Αμερική όπου η Τέχνη στηρίζεται, ούτως ή άλλως, σε ιδιωτικούς πόρους;


«Εχω ξαναπεί ότι δεν μου αρέσουν οι βαρύγδουπες δηλώσεις και οι αφορισμοί. Το μέλλον της κλασικής μουσικής βρίσκεται παντού. Ενας πολύ δυναμικός «παίκτης», ας μην ξεχνούμε, τα τελευταία χρόνια, είναι η Ασία. Στην Κίνα αυτή τη στιγμή υπάρχουν 30 εκατομμύρια πιανίστες και 15 εκατομμύρια βιολονίστες. Από την άλλη πλευρά η Ευρώπη, η «μήτρα» όλης αυτής της παράδοσης, κάνει ένα ολέθριο λάθος. Η μείωση των κρατικών πόρων για τον πολιτισμό είναι εξαιρετικά κοντόφθαλμη τακτική και φοβάμαι πως θα το πληρώσει ακριβά».


– Εφέτος το καλοκαίρι, αναλάβατε μια πρωτοβουλία η οποία έχει να κάνει με τις παραδοσιακές μπάντες της Ιταλίας και την επιβίωσή τους. Πώς προέκυψε αυτό;


«Οι μπάντες αποτελούν πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο της ιταλικής πολιτιστικής παράδοσης. Κατάφεραν να κρατήσουν τη μουσική ζωντανή σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν συμφωνικές ορχήστρες και θέατρα όπερας. Συνθέτες όπως ο Βέρντι και αργότερα ο Στραβίνσκι και ο Χίντεμιτ εκτιμούσαν πολύ αυτό το σπουδαίο κεφάλαιο της κουλτούρας, το οποίο όμως στις ημέρες μας διέρχεται σοβαρή κρίση κυρίως λόγω έλλειψης οικονομικής στήριξης. Και όμως, το να αφήσουμε τις μπάντες να πεθάνουν θα είναι ένα πραγματικό έγκλημα. Γι’ αυτό ανέλαβα αυτή την πρωτοβουλία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Ραβέννας. Θέλησα να χτυπήσω ένα καμπανάκι για τη σωτηρία αυτού του άκρως σημαντικού κομματιού της παράδοσής μας. Οι μουσικοί που παίζουν στις μπάντες, όπως γνωρίζετε, έχουν πάθος, τεράστια αγάπη για τη μουσική και πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια…».


– Στην Αθήνα θα κάνετε την τελευταία εφετινή εμφάνισή σας πριν από το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ όπου εφέτος, κατά κοινή ομολογία του διεθνούς Τύπου, είστε ο μεγάλος πρωταγωνιστής…


«Στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ εμφανίζομαι ανελλιπώς από το 1971, όταν, νεαρό μαέστρο ακόμη, με κάλεσε ο αείμνηστος Κάραγιαν. Εφέτος διευθύνω δύο όπερες, τον «Οθέλλο» του Βέρντι που παρουσιάζεται σε νέα παραγωγή και τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ ο οποίος επαναλαμβάνεται στην «εορταστική» παραγωγή του 2006. Εκλήθην, επίσης, από τη Φιλαρμονική της Βιέννης να διευθύνω τις επετειακές συναυλίες στη μνήμη του Κάραγιαν…».


– Με τον οποίο είχατε μια ιδιαίτερη σχέση…


«Ο Σέιτζι Οζάουα, ο Μάρις Γιάνσονς, εγώ και κάποιοι άλλοι αρχιμουσικοί ανήκουμε σε αυτούς που ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν στήριξε στην αρχή της καριέρας τους. Εχω πολλά να θυμηθώ από αυτόν, που τα κρατώ μέσα μου με μεγάλη τρυφερότητα. Ενα στοιχείο της προσωπικότητάς του, το οποίο ίσως δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος, είναι η ψυχική γενναιοδωρία του. Βοηθούσε πολύ τους νέους ανθρώπους. Αρκεί, βεβαίως, να πίστευε σε αυτούς…».


Η συναυλία του Ρ. Μούτι με την Ορχήστρα και τη Χορωδία του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου θα δοθεί μεθαύριο, 8 Ιουλίου στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Συμπράττουν η μεσόφωνος Ολγα Μποροντινά, ο έλληνας Μ. Τσεφίρι, ο βαθύφωνος Ιλντάρ Αμπντραζάκοφ και η υψίφωνος Ελέιν Αλβάρες. Πληροφορίες – εισιτήρια στο τηλ. 210 327.2000 και στο σύλλογο «Ελπίδα» τηλ. 210 775.7153

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version