ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ

ΠΑΡΙΣΙ ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ Το γούστο μιας βασίλισσας Από τα ροκοκό έπιπλα, τις πορσελάνες των Σεβρών και τα μνημειώδη πορτρέτα της ως το τελευταίο γράμμα στα παιδιά της, 300 αντικείμενα από όλη την Ευρώπη σε μια σπάνια έκθεση στο Grand Palais επιχειρούν να φωτίσουν την προσωπικότητα της «Αυστριακής» ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ 1. Η Μαρία Αντουανέτα στο πιανοφόρτε, λάδι σε μουσαμά - 2. Καρέκλα από

ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ

Το γούστο μιας βασίλισσας




Καταδικασμένη να πεθάνει στην γκιλοτίνα λίγες ώρες αργότερα, μια άγρυπνη Μαρία Αντουανέτα μόλις που καταφέρνει να γράψει με τρεμάμενο χέρι το αποχαιρετιστήριο γράμμα στον γιο και στην κόρη της στο βιβλίο των προσευχών που τη συντροφεύει: «Τα μάτια μου δεν έχουν άλλα δάκρυα να κλάψω για εσάς, φτωχά μου παιδιά. Αντίο, αντίο!».


Ποιο ήταν, άραγε, το αληθινό πρόσωπο της πιο διάσημης βασίλισσας της ιστορίας της Γαλλίας, η οποία ταυτίστηκε με τη μυθική πολυτέλεια των Βερσαλλιών του 18ου αιώνα για να καταλήξει κάτω από τη λαιμητόμο στα 37 της μόλις χρόνια; Ηταν μια ξιπασμένη, κακομαθημένη αριστοκράτισσα που λάτρευε τα μακαρόν και εισήγαγε στη μόδα της γαλλικής αυλής τα χτενίσματα-πύργους ή μια δυνατή, αποφασιστική και θαρραλέα γυναίκα που έπεσε θύμα του ασφυκτικού τελετουργικού της γαλλικής αυλής και, βεβαίως, των ζυμώσεων της εποχής της, όπως την παρουσιάζει το βιβλίο της Αντόνια Φρέιζερ στο οποίο βασίστηκε η ταινία με τη σκηνοθετική υπογραφή της Σοφία Κόπολα;


Η έκθεση «Marie-Antoinette» στο Grand Palais των Παρισίων ιχνηλατεί την προσωπικότητα της «Αυστριακής» – όπως πέρασε στο συλλογικό υποσυνείδητο του δοκιμαζόμενου γαλλικού λαού – που έφθασε στις Βερσαλλίες σε ηλικία 14 ετών για να παντρευτεί τον συνομήλικό της, διάδοχο του γαλλικού θρόνου, τον μετέπειτα Λουδοβίκο ΙΣτ´. Οχι τόσο μέσα από το στυλ της όσο μέσα από το γούστο της στην τέχνη. Από τα εκλεπτυσμένα ροκοκό έπιπλα, τις πορσελάνες των Σεβρών και τα μνημειώδη πορτρέτα της βασίλισσας ως τα φυλλάδια των Επαναστατών που την παρίσταναν ως σεξουαλικά πεινασμένο τέρας και το τελευταίο της «αντίο» στα παιδιά της, περισσότερα από 300 αντικείμενα συγκεντρώθηκαν από όλη την Ευρώπη για να αποτελέσουν το υλικό μιας σπάνιας έκθεσης που θα διαρκέσει ως τις 30 Ιουνίου.


Οι επιμελητές της έκθεσης Πιερ Αριτσολί-Κλεμαντέλ και Ξαβιέ Σαλμόν συνέλαβαν την παρουσίαση ως μια τραγωδία που κορυφώνεται σε τρεις πράξεις: την παιδική φάση της Μαρίας Αντουανέτας στην Αυστρία, τα πρώτα χρόνια του γάμου της με τον Λουδοβίκο ΙΣτ´ και τον σκοτεινό δρόμο που οδήγησε στον αποκεφαλισμό της το 1793. Από τους βασικούς σκοπούς της έκθεσης είναι να αναδειχτεί πώς η Μαρία Αντουανέτα εντάχθηκε στο γαλλικό στυλ του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα. Η μικρότερη κόρη της Μαρίας Θηρεσίας της Αυστρίας είχε λάβει επιμελή μόρφωση, αν και δεν προοριζόταν για βασίλισσα. Οπως οι άλλες αδελφές της ζωγράφιζε, έπαιζε θέατρο (κάτι το οποίο έκανε δημιουργώντας αυτοσχέδιους θιάσους στη γαλλική αυλή), χόρευε και τραγουδούσε. Είχε, επίσης, υιοθετήσει το γούστο της μητέρας της, η οποία λάτρευε, μεταξύ άλλων, αντικείμενα λουστραρισμένα με την αισθητική της Ανατολής. «Συνεχώς άλλαζε τα γούστα της. Ηθελε να αποτελεί ένα σύμβολο μόδας – γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι τόσο δημοφιλής στις ημέρες μας, διότι είχε τα στοιχεία μιας ντίβας» ανέφερε ο Πιερ Αριτσολί-Κλεμαντέλ στο Associated Press. «Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έκανε άπειρες παραγγελίες αντικειμένων και έργων τέχνης. Φαίνεται σαν ένα απλό καπρίτσιο αλλά δεν είναι. Η ιδέα της ανανέωσης ήταν διάχυτη στα γαλλικά σαλόνια εκείνη την περίοδο». Ως εκ τούτου, στην καρδιά της έκθεσης κυοφορείται η ιδέα ότι η Μαρία Αντουανέτα, στο πλαίσιο μιας αλόγιστης σπατάλης που τόσο ενόχλησε τους εχθρούς της, ήταν η βασίλισσα των διακοσμητικών τεχνών. Ωστόσο, ακόμη και αν οι ιδέες της διέπονταν από φυσική φρεσκάδα και ορμή, επρόκειτο περισσότερο για μια αντίδραση απέναντι στη δύσκαμπτη αυλή παρά για μια παρόρμηση να γίνει φορέας ρηξικέλευθης κουλτούρας. «Τα εκθέματα μοιάζουν περισσότερο να αντιπροσωπεύουν την τελευταία αναλαμπή του ροκοκό παρά τα πρώτα δείγματα του νεοκλασικισμού» σχολιάζει η Σούζι Μένκες στην «International Herald Tribune».


Ως εκ τούτου, η Μαρία Αντουανέτα ήταν περισσότερο καθρέφτης της τέχνης της εποχής της μέσα από τις ατέλειωτες παραγγελίες της. «Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ένα παιδί – η σύζυγος του Δελφίνου στα 14 της χρόνια και βασίλισσα στα 18 – αλλά από πολύ μικρή ενδιαφερόταν για την εικόνα της» λέει ο Ξαβιέ Σαλμόν. «Η διάθεση αυτή αποτυπώνεται στα πορτρέτα της έκθεσης». Σε αυτή την εντυπωσιακή συλλογή δεσπόζει η υπογραφή της επίσημης βασιλικής ζωγράφου Ελιζαμπέτ Βιγκρέ-Λεμπρύν, με έργα που υπογράμμιζαν την προκλητική εικόνα μιας παραδομένης στη χλιδή βασίλισσας. Η ομορφιά και η νεαρότητά της αποθεώθηκαν, ενώ το ενδιαφέρον για την προσωπική της ζωή εκφράστηκε σε αναπαραστάσεις του γάμου και των εκδηλώσεων για τη γέννηση των παιδιών της. Ηταν φανερό ότι ο ρόλος της ήταν να προσφέρει τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου, κάτι το οποίο έγινε οκτώ χρόνια μετά τον γάμο της και αφού ο αδελφός της επενέβη για να κάνει μια κουβέντα ως «άνδρας προς άνδρα» στον ράθυμο Λουδοβίκο. Ωστόσο, ακόμη και στις αίθουσες που αφηγούνται την ανατολή της Μαρίας Αντουανέτας στα γαλλικά σαλόνια, πλανιούνται σκιές που προοιωνίζονται τη δύση της. Μια μαύρη κηλίδα από μελάνι δίπλα στις υπογραφές των νεονύμφων στο επίσημο βιβλίο των βασιλικών γάμων φαντάζει σαν σκοτεινό προμήνυμα. «Η ιδέα ήταν να ξεχάσει ο επισκέπτης ότι βρίσκεται σε μια γκαλερί και να εισέλθει στο πεδίο του συναισθήματος» λέει ο σκηνοθέτης όπερας Ρόμπερτ Κάρσεν, ο οποίος για πρώτη φορά δούλεψε σε μουσειακή έκθεση ως art director. Ασφυκτικά πιεσμένη από τον προβληματικό σύζυγο, τα αυστηρά γράμματα της μητέρας της και μια παρηκμασμένη Αυλή, η Μαρία Αντουανέτα δεν άργησε να θελήσει να ξεφύγει από την ετικέτα των Βερσαλλιών. Η «Αυστριακή» απομονώθηκε στη «Μικρή Βιέννη» της, το Μικρό Τριανόν, που έγινε για τον αγανακτισμένο λαό η πηγή όλων των κακών.


Το πιο εντυπωσιακό μέρος της έκθεσης βρίσκεται ένα επίπεδο κάτω από τις προτομές της Μαρίας Αντουανέτας και την εκκεντρική μόδα της γαλλικής αυλής. Η ωδή στη ματαιοδοξία λήγει ξαφνικά με έναν σπασμένο καθρέφτη που εισάγει τον επισκέπτη στην τελική φάση της έκθεσης. Τα φυλλάδια των Επαναστατών με τη βασίλισσα να σηκώνει τη φούστα της σε εραστή ως σεξομανής, το σκοτεινό δωμάτιο όπου ο επισκέπτης πληροφορείται πώς περνούσε το βασιλικό ζεύγος τις ώρες του στη φυλακή, η μακριά λευκή εσθήτα και το μαύρο μαντίλι που φορούσε η Μαρία Αντουανέτα μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου, καθώς επίσης και το τελευταίο της πορτρέτο από το βιαστικό χέρι του ζωγράφου Ζακ Λουί Νταβίντ που σκιτσάρει τη βασίλισσα καθώς περιμένει την ώρα του αποκεφαλισμού – τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα μάτια χαμηλωμένα -, αλλάζουν άρδην την εικόνα της Μαρίας Αντουανέτας. Οι σκοτεινότερες ώρες που την οδήγησαν στη λαιμητόμο τη μεταμόρφωσαν ως γυναίκα. Ο μύθος της γεννιόταν.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version