Σοφόκλειο Μανχάταν
«Μay you be in heaven half an hour before the Devil knows you’re dead» λέει η παλιά ιρλανδέζικη πρόποση από την οποία ο Σίντνεϊ Λουμέτ (όχι Λιούμετ) και ο σεναριογράφος Κέλι Μάστερσον «δανείστηκαν» τον τίτλο της ταινίας τους: «Είθε να περάσεις μισή ώρα στον Παράδεισο πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες». Ωστόσο οι κολασμένοι ήρωες αυτής της βαθύτατα δυσάρεστης και πειστικά απαισιόδοξης ιστορίας ούτε καν αυτή τη μισή ώρα δεν πρόκειται να απολαύσουν…
Ολα αρχίζουν από την απόφαση δύο αντρών που βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο να πραγματοποιήσουν μια ληστεία. Εγκέφαλός της, ο υπεύθυνος λογιστικών μεγάλου μεσιτικού γραφείου της Νέας Υόρκης (Φίλιπ Σίμορ Χόφμαν)· φαινομενικά επιτυχημένος, στην πραγματικότητα όχι. Εκτελεστικό όργανο ο νεότερος αδελφός του (Ιθαν Χοκ), ένας συμπαθητικός λούμπεν, παντελώς ανίκανος όμως για να φέρει οτιδήποτε εις πέρας. Μια ληστεία κοσμηματοπωλείου βεβαίως δεν είναι «οτιδήποτε», πόσο μάλλον όταν το κατάστημα ανήκει στους γονείς (Αλμπερτ Φίνεϊ, Ρόουζμαρι Χάρις) των δύο αδελφών.
Με ακρίβεια πρωταθλητή σκοποβολής, ο Λουμέτ στα 116 «γεμάτα» λεπτά της ταινίας – μιας από τις σημαντικότερες της καριέρας του – θίγει θέματα όπως η υϊκή ασέβεια, η αντιζηλία αμφιθαλών και η πλήρης απαξία των οικογενειακών θεσμών.
Σε ορισμένες στιγμές είναι τόσο έντονη η δυσφορία των ηρώων που σε συνδυασμό με την ήρεμη αλλά απειλητική μουσική του Κάρτερ Μπάργουελ και την κρυστάλλινη φωτογραφία του Ρον Φορτουνάτο έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς ταινία τρόμου.
Ολοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, όμως, αν κάπου υποκλίνεσαι, είναι στον 72χρονο Φίνεϊ, ο οποίος υποδύεται τον σπαρακτικό πατέρα σαν ένα γερασμένο λιοντάρι που μπορεί να βρυχηθεί, όχι όμως και να δαγκώσει, ενώ βλέπει τον κόσμο του να αφανίζεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Σε αυτόν θα έπρεπε να είχε δοθεί το εφετινό Οσκαρ β´ ρόλου. Και όμως τούτο το μικρό διαμάντι αγνοήθηκε πλήρως στα τελευταία Οσκαρ.
Η αλυσίδα των αναποδιών της μοίρας που θα μπορούσε να προκαλέσει τη ζήλια ακόμη και των αρχαίων τραγωδών, η στεγνή αφήγηση, τα μοιρασμένα κεφάλαια (με μεσότιτλους) και τα πισωγυρίσματα στον χρόνο μάς υπενθυμίζουν ότι στα 83 του ο Λουμέτ παραμένει ένας σπουδαίος μετρ της σκηνοθεσίας, ένας βαθύς γνώστης της κινηματογραφικής γραμματικής αλλά και ένας δημιουργός που έχει τις κεραίες του στραμμένες προς την κατεύθυνση του μοντέρνου.
