ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ της δημοσιότητας ανέδειξαν φυσικά στην πρώτη θέση των διαμαρτυρομένων κατά της αυστηρής οικονομικής πολιτικής τους αγρότες και δευτερευόντως τους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους. Η οικονομική πολιτική του 1997 λοιπόν είναι άδικη και η λιτότητα μονόπλευρη αφού ξεσηκώνει εναντίον της τους μη έχοντες και μη κατέχοντες;
Λάθος! Εκτός των αγροτών και των μισθωτών, εναντίον της οικονομικής πολιτικής είναι και οι κατέχοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι τραπεζίτες, οι μεγαλοεισοδηματίες των κρατικών τίτλων κλπ.
Το ΙΟΒΕ, δηλαδή το επιστημονικό επιτελείο των βιομηχάνων, σε μια «δηλητηριώδη» ανάλυση της ελληνικής οικονομίας κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί να μειώσει τα δημόσια ελλείμματα αυξάνοντας τους φόρους αντί να μειώνει τις δαπάνες. Αναφέρει μάλιστα: «Μετά από τρία χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής οι πρωτογενείς δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθούν να αυξάνονται. Από 24,1% όπου ήταν το 1994 ανήλθαν σε 25,3% το 1996, ενώ στον νέο προϋπολογισμό προβλέπεται να αυξηθούν και πάλι στο 25,8% το 1997». Φυσικά το ΙΟΒΕ παρασιωπεί ότι η αύξηση του 1997 οφείλεται στο διευρυμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση συνεπικουρούμενη και από άλλες ευρωπαϊκές δίνει μάχη στα κοινοτικά φόρα ώστε να αναγνωρισθεί ότι οι επενδυτικές δαπάνες δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στον στόχο τού 3% για το έλλειμμα.
Πιο επιθετικό το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών χαρακτηρίζει ανειλικρινή τον προϋπολογισμό του 1997 και αποτυχημένο του 1996, ζητεί και αυτό τολμηρότερες περικοπές δαπανών, ενώ οι βιομήχανοι ζητούν και χαλάρωση των περιορισμών στην εργατική πολιτική.
Κυβερνητικοί παράγοντες συσχετίζουν τις αντιδράσεις αυτές με το λεγόμενο «μικρό πακέτο Δρυ», δηλαδή την κατάργηση φοροαπαλλαγών υπέρ των επιχειρήσεων που περιέλαβε στο φορολογικό νομοσχέδιο ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Γ. Δρυς. Οι ίδιοι παράγοντες υπογράμμιζαν ότι όταν, όπως προκύπτει από την τελευταία ετήσια έρευνα της ICAP, τα επιχειρηματικά κέρδη αυξήθηκαν το 1995 κατά 35%, με ρυθμό δηλαδή τριπλάσιο από εκείνον του πληθωρισμού, είναι και ολίγον πρόκληση η άρνηση συμμετοχής στα βάρη της σύγκλισης.
«Οι νέες φορολογίες», λέει ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκης, «αφορούν στη συντριπτική τους πλειονότητα τα μεγάλα εισοδήματα, κατόχους σημαντικής περιουσίας και υπόχρεους καταβολής φόρου».
Τέλος, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι, ενώ οι εργάτες της βιομηχανίας με μισθούς 128.000 – 200.000 δρχ. δεν απεργούν, απεργούν αντίθετα οι πιο προνομιούχοι υπάλληλοι του Δημοσίου, όπως π.χ. οι εφοριακοί με μέσο μισθό 442.000 δρχ. και οι τελωνειακοί με 520.000 δρχ.
