Παροχές αλλά μετά το… 2000

Παροχές αλλά μετά το... 2000 Ο κ. Σημίτης δεν ενδίδει στις πιέσεις των συνεργατών του για ανοίγματα στην κοινωνική πολιτική για εφέτος Ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ Για τους υπόλοιπους 12 μήνες τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια άσκησης ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής αφού ως τον Ιούνιο του 2000, οπότε το συμβούλιο κορυφής στη Λισαβόνα θα αποφανθεί επί της ελληνικής αίτησης για ένταξη στην ΟΝΕ, η ελληνική οικονομία

Παροχές αλλά μετά το… 2000






Για τους υπόλοιπους 12 μήνες τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια άσκησης ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής αφού ως τον Ιούνιο του 2000, οπότε το συμβούλιο κορυφής στη Λισαβόνα θα αποφανθεί επί της ελληνικής αίτησης για ένταξη στην ΟΝΕ, η ελληνική οικονομία πρέπει να παρουσιάσει τις χαμηλότερες δυνατόν επιδόσεις στον πληθωρισμό αλλά και στα ελλείμματα. Ετσι όχι μόνο δεν νοείται χαλάρωση της περιοριστικής πολιτικής αλλά, αντίθετα, θα χρειαστεί να σφίξουν ακόμη περισσότερο και η εισοδηματική και η δημοσιονομική πολιτική, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να επισπεύσει τα μέτρα περιορισμού της πιστωτικής επέκτασης.


Αυτός θα είναι ο επίλογος του φακέλου για την οικονομική πολιτική του 2000 που θα παραδώσει την επόμενη εβδομάδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στον αναχωρούντα για τις διακοπές του Πρωθυπουργό, ο οποίος πριν από τις ανακοινώσεις του στις 4 Σεπτεμβρίου στη ΔΕΘ θα συγκαλέσει για οριστικές αποφάσεις την Κυβερνητική Επιτροπή προκειμένου να δεσμεύσει στη γραμμή αυτή όλα τα βασικά στελέχη της κυβέρνησης.



Το μεγάλο πρόβλημα για τον κ. Κ. Σημίτη είναι να συμβιβάσει την τήρηση της αυστηρής οικονομικής πολιτικής για την οποία ο ίδιος είναι αποφασισμένος και η οποία θα εξασφαλίσει την ένταξη της χώρας μας στην ΟΝΕ με τις αφόρητες πιέσεις των συνεργατών του και ιδιαίτερα του κ. Α. Τσοχατζόπουλου και της κυρίας Βάσως Παπανδρέου για ανοίγματα στην κοινωνική πολιτική που θα συμφιλιώσουν το ΠαΣοΚ με τους αγρότες, τους συνταξιούχους κ.ά. Και ο μεν Πρωθυπουργός επιχείρησε φραστικά τουλάχιστον τον συμβιβασμό με τις αόριστες επαγγελίες του στην Πνύκα για κοινωνικές δαπάνες 45 τρισ. δρχ. στην τετραετία 2000-2003 αλλά είναι προφανές ότι αυτά δεν μετρούν και τα στελέχη του ΠαΣοΚ αξιώνουν να δεσμευθεί ο Πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη για συγκεκριμένες παροχές. Τα στελέχη μάλιστα αυτά προειδοποιούν τον Πρωθυπουργό ότι το τελευταίο δίμηνο του έτους θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση έντονο κύμα λαϊκής δυσφορίας με κινητοποιήσεις συνταξιούχων και κυρίως αγροτών, ενώ έντονες θα είναι οι αντιδράσεις και των συνδικάτων στη νέα πολιτική λιτότητας (αυξήσεις ως 2%) που έχει προτείνει ο κ. Ι. Παπαντωνίου.


Από την άλλη πλευρά, όμως, το οικονομικό επιτελείο, με τις εισηγήσεις που έχει συμπεριλάβει στον φάκελο που θα πάρει μαζί του στις διακοπές ο κ. Κ. Σημίτης, έχει διαγράψει την εικόνα μιας αγωνιώδους κούρσας για την επίτευξη του κριτηρίου του πληθωρισμού, που θα κριθεί κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, πάνω στο νήμα, και συνεπώς καμία παροχή πέραν του γνωστού πακέτου (φοροελαφρύνσεις και οριακές αυξήσεις στις αγροτικές συντάξεις και στο ΕΚΑΣ) δεν μπορεί να αναλάβει ο προϋπολογισμός του 2000. Και από την άλλη πλευρά σκιαγραφείται στις ίδιες εισηγήσεις το αφόρητο κλίμα των ασφυκτικών πιέσεων που ασκούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αξιώνει όλο και αυστηρότερη πολιτική προκειμένου να συνηγορήσει θετικά υπέρ της ελληνικής υποψηφιότητας. Αλλωστε στην πίεση αυτή αποδίδεται και η εσπευσμένη ανάθεση σε ξένο οίκο της μελέτης για αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος καθώς η Επιτροπή προειδοποίησε ότι οι γνωματεύσεις και της ίδιας αλλά και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επί της ελληνικής υποψηφιότητας θα στηριχθούν όχι μόνο στην εκπλήρωση των πέντε κριτηρίων του Μάαστριχτ αλλά και σε μια συνολική εκτίμηση για τη βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να λύσει τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, όπως π.χ. το Ασφαλιστικό, να απελευθερώσει την αγορά εργασίας και να προχωρήσει τις ιδιωτικοποιήσεις στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες και στις μεταφορές, δηλαδή στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ και στην Ολυμπιακή.


Η ελληνική αίτηση για ένταξη στην ΟΝΕ θα υποβληθεί τον Μάρτιο του 2000 και από τον Απρίλιο ως και τον Μάιο θα την εξετάζουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το μεγάλο ερώτημα εν προκειμένω είναι αν θα έχουμε επιτύχει ως τότε το κριτήριο του πληθωρισμού. Ο κ. Παπαντωνίου πιστεύει ότι, αν ο πληθωρισμός του Ιουλίου και του Αυγούστου, που και οι δύο θα κυμαίνονται γύρω στο 2%, διατηρηθούν στο επίπεδο αυτό ως και τον Φεβρουάριο του 2000, η Ελλάδα θα παρουσιασθεί στην αίτηση με μέσο πληθωρισμό για τη δωδεκάμηνη περίοδο Φεβρουαρίου ’99 – Φεβρουαρίου 2000 γύρω στο 2,4% ή με εναρμονισμένο που συγκρίνει η Eurostat (δηλαδή, πληθωρισμό χωρίς συνυπολογισμό δαπανών υγείας και παιδείας) 2,1%. Με το επίπεδο αυτό πλησιάζουμε στο νήμα το κριτήριο του πληθωρισμού, ο οποίος στις τρεις χώρες της ΟΝΕ με τις καλύτερες επιδόσεις (Γερμανία, Γαλλία και Αυστρία) θα είναι 0,5%-0,6%, άρα εντός του ορίου της διαφοράς του 1,5% που επιτάσσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ να απέχει ο δικός μας πληθωρισμός.


Ακριβώς λοιπόν αυτός ο αγωνιώδης χαρακτήρας που θα προσλάβει η κούρσα της ένταξης επιβάλλει, κατά τον ΥΠΕΘΟ, τη συνέχιση της αυστηρής οικονομικής πολιτικής και τη μη ενθάρρυνση προσδοκιών οι οποίες, αν διαψευσθούν, θα γίνουν μπούμερανγκ εις βάρος της κυβέρνησης. Κατά τη γνώμη μάλιστα του κ. Παπαντωνίου, τα μέτρα για τη συμπίεση του πληθωρισμού (μείωση εμμέσων φόρων στα καύσιμα) πρέπει να ανακοινωθούν από τον Σεπτέμβριο ώστε να εφαρμοσθούν το αργότερο τον Οκτώβριο.


Τέλος, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη και η εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου πως υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν ό,τι χειρότερο για την οικονομία μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος ως τον Σεπτέμβριο του 2000 που θα καλλιεργούσε προσδοκίες και θα έφερνε κοινωνικές συγκρούσεις.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version