Οσα μου αφηγήθηκε ο Γεώργιος Ράλλης

Οσα μου αφηγήθηκε ο Γεώργιος Ράλλης Από τις σχέσεις με τον Καραμανλή και το Παλάτι ως το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ΑΛ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ Ο Γιώργος Ράλλης δεν ήταν καλός αφηγητής της ιστορίας. Για κάποιον που λατρεύει να ακούει ιστορίες από πρωταγωνιστές μιας ταραγμένης εποχής, ο Ράλλης ήταν πάντοτε στεγνός στις διηγήσεις του αλλά παράλληλα διακρινόταν από μια αφοπλιστική,

Οσα μου αφηγήθηκε ο Γεώργιος Ράλλης

Ο Γιώργος Ράλλης δεν ήταν καλός αφηγητής της ιστορίας. Για κάποιον που λατρεύει να ακούει ιστορίες από πρωταγωνιστές μιας ταραγμένης εποχής, ο Ράλλης ήταν πάντοτε στεγνός στις διηγήσεις του αλλά παράλληλα διακρινόταν από μια αφοπλιστική, αγγλοσαξονική ειλικρίνεια. Την τελευταία φορά που του μίλησα στο τηλέφωνο ήταν εξαιρετικά εκνευρισμένος με τα όσα είχε δηλώσει στη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο τέως βασιλεύς Κωνσταντίνος. «Τι θέλει πάλι;» μου είπε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε μάλλον απότομα: «Δεν θέλω να μιλήσω για τίποτα άλλο». Σε δύο όμως συνεντεύξεις που μου είχε δώσει είχε μιλήσει για τις δεκαετίες 1950 και 1960, για τις σχέσεις του με το Παλάτι, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αλλά και για το παρασκήνιο πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.


Ο Ράλλης ήταν ίσως ο μόνος πολιτικός της γενιάς του ο οποίος παραδέχθηκε ευθαρσώς πως είχε κάνει πρόταση εκτροπής. «Πήγαμε στο Τατόι και του είπαμε ότι αν, όπως υπήρχε κίνδυνος, γινόταν εκτροπή η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει χρήση του άρθρου του Συντάγματος που επιτρέπει την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στον γράφοντα και πρόσθεσε: «Ο Κωνσταντίνος ήταν σύμφωνος. Τι του προτείναμε άλλωστε; Μια συνταγματική διέξοδο. Αν πράγματι θυμόσασταν τότε, ο Κατσώτας έλεγε ότι θα κατέβει επικεφαλής 500.000 ανθρώπων στο Σύνταγμα για να ορκίσει κυβέρνηση. Τα ίδια έλεγε και ο Ανδρέας. Και είπαμε του βασιλέως ότι, αν αυτές οι επαναστατικές κινήσεις γίνουν, η απάντησις πρέπει να είναι η κήρυξις στρατιωτικού νόμου».


Ο συντηρητικός πολιτικός ήταν αντίθετος με τη μυστική συμφωνία που υπέγραψαν στο Τατόι ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου, ο αρχηγός της EPE Παναγιώτης Κανελλόπουλος και – εκ μέρους του βασιλέως – ο Δημήτρης Μπίτσιος το φθινόπωρο του 1966. Οπως έλεγε: «Ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε αυτή να μείνει μυστική γιατί φοβόταν τις αντιδράσεις του γιου του, τις αντιδράσεις του Ανδρέα. Ηταν λάθος του Κανελλόπουλου να το δεχθεί αυτό και να μας τηρήσει και εμάς εν αγνοία γιατί υπήρχε τότε η έντονη εντύπωση, ιδίως στον Στρατό, ότι θα κέρδιζε τις εκλογές ο Παπανδρέου και θα γινόταν πλήρης ανατροπή των πάντων. Εάν η συμφωνία γινόταν γνωστή, αυτός ο φόβος δεν θα υπήρχε, αφού η συμφωνία προέβλεπε ότι οι Παπανδρέου δεν θα έθεταν θέμα πολιτεύματος ούτε και θα συμμαχούσαν με την Αριστερά. Ο Κανελλόπουλος μου έδωσε διάφορες εξηγήσεις, μου είπε ότι ήταν μια παράκληση του πατέρα Παπανδρέου για τον γιο του. Είναι πολύ πιθανόν, εάν επέμεναν η συμφωνία να γίνει γνωστή, να μην υπέγραφε ο Παπανδρέου, αλλά θα ήταν καλύτερα από αυτά τα μυστικοσυμβούλια που μόνο κακό προκάλεσαν».


* Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών


Ο Ράλλης ήθελε να αποφύγει την ανατροπή ενός πολιτικού κατεστημένου το οποίο κυβερνούσε τη χώρα από το 1950 και το οποίο ο ίδιος εκπροσωπούσε στην πλέον βαθύτατα συντηρητική εκδοχή του. Ο Παττακός όπως και ο Παπαδόπουλος ήταν γνωστοί του από το παρελθόν, αλλά πίστευε πάντοτε πως θα ακολουθούσαν μόνο εντολές του Θρόνου. Τον πρόλαβαν όμως οι συνταγματάρχες, οι οποίοι εκπροσωπούσαν πολύ πιο ζωηρά στοιχεία του ίδιου κατεστημένου, και οι οποίοι έβλεπαν τον Ράλλη περίπου ως τζέντλεμαν εκπρόσωπο ενός ancient regime.


Ο ίδιος δεν το έκρυβε πως οι συνταγματάρχες, άνθρωποι στους οποίους βασιζόταν το συντηρητικό σύστημα για να αποτρέψει το «κακό», τους έπιασαν «κορόιδα». H αγαπημένη ιστορία του Ράλλη είχε να κάνει με τα πρώτα εκείνα βράδια μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, που μαζί με άλλους πολιτικούς είχε συλληφθεί και βρισκόταν στο στρατόπεδο των Τεθωρακισμένων στο Γουδί.


Ο Ράλλης διηγούνταν πως συνάντησε τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό, «με τον οποίο είχαμε συνυπηρετήσει στον ανταρτοπόλεμο επί έξι μήνες», ο οποίος του είπε: «Είχα ζητήσει να σας δω όταν γίνατε υπουργός Δημοσίας Τάξεως και δεν με δεχτήκατε, ενώ ο κύριος Παπαληγούρας (σ.σ.: υπουργός Αμυνας) με δέχτηκε». «Του λέω: σου είπα για ποιο λόγο δεν σε δέχτηκα, σε ρώτησα “είναι για να υποβάλεις συγχαρητήρια;”, μου είπες “ναι”. Και σου είπα: “Περιττεύει, έχω αρκετή δουλειά και δεν χρειάζεται να μου τρως τον χρόνο με συγχαρητήρια. Μου φτάνουν από το τηλέφωνο” και έληξε η στιχομυθία» θυμόταν ο Ράλλης και πρόσθετε: «Μετά από 3-4 ώρες συζητήσαμε με τον Παπαληγούρα και του λέω: “Ρε Παναγή, αυτοί οι τρελοί θα μας τινάξουν στον αέρα, πάει η Ευρώπη, πάνε όλα. Να τους πούμε ορισμένα πράγματα”. Ζητήσαμε από ένα χοντρό ανθυπίλαρχο να μας οδηγήσει στον Παττακό και του έδωσα έναν κατάλογο υπουργών για να κάνουν κυβέρνηση. Μεταξύ αυτών πρότεινα τον Ζολώτα, τον Πεσμαζόγλου και άλλους, όλους υπηρεσιακούς παράγοντες. Το βράδυ μάς μετέφεραν σε ένα ξενοδοχείο στο Πικέρμι, που ήταν και ο Μητσοτάκης. Εκεί ακούσαμε από το ραδιόφωνο την ορκωμοσία της νέας κυβερνήσεως και τότε γέλασα και είπα του Παπαληγούρα: “Ρε Παναγή, πολύ αφελείς είμαστε. Πού να φανταστούμε ότι όταν του λέγαμε αυτά του υποδεικνύαμε να χάσει εκείνος τον υπουργικό θώκο;». Ηταν μια στιγμή που το προδικτατορικό πολιτικό κατεστημένο παραδεχόταν τη χρεοκοπία του.


* Οι σχέσεις με το Παλάτι


Ο Ράλλης διατηρούσε παραδοσιακά εξαιρετικά στενές σχέσεις με το Παλάτι, αλλά βεβαίως και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Γι’ αυτό οι εκτιμήσεις του για τα όσα οδήγησαν στην αποχώρηση του Καραμανλή από την πολιτική σκηνή το 1963 έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. «H κρίση προήλθε από την επιμονή του βασιλέα να πραγματοποιήσει το ταξίδι στο Λονδίνο και τη βεβαιότητα του Καραμανλή ότι, επειδή είχαν προηγηθεί οι σκηνές από ένα ιδιωτικό ταξίδι της Φρειδερίκης, το ταξίδι αυτό δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί γιατί υπήρχε κίνδυνος επαναλήψεων των σκηνών. Αυτής της γνώμης ήμασταν όλοι στο Υπουργικό Συμβούλιο, μου φαίνεται ότι δεν υπήρχε κανένας που να διαφωνούσε» θυμόταν ο Ράλλης, ο οποίος είχε όμως τη δική του εκτίμηση για το τι κρυβόταν πίσω από το μπρα ντε φερ Παύλου – Καραμανλή: «Πιθανόν ο βασιλιάς Παύλος να επέμενε σε αυτό τα ταξίδι όχι μόνο γιατί θεωρούσε ότι ήταν απρέπεια να ναυαγήσει την τελευταία στιγμή η επίσκεψη στο Λονδίνο, αλλά γιατί ίσως – δεν ξέρω, είναι μια υποψία που εξέφρασαν και άλλοι – πίστευε ότι έτσι θα υποχρεωνόταν ο Καραμανλής και η κυβέρνηση να παραιτηθεί και θα εδίνετο μια διέξοδος στον περίφημο ανένδοτο αγώνα, ο οποίος κρατούσε αδικαιολογήτως από τις εκλογές του 1961 και ήθελε να υπάρξει μια εκτόνωση».


Ο Ράλλης πίστευε μάλιστα πως ο Παύλος και η Φρειδερίκη «απλώς είχαν απαυδήσει από τον συνεχή πόλεμο που υφίσταντο για τον Καραμανλή. Ο πόλεμος αυτός είχε αρχίσει από τότε που ο βασιλεύς ανέθεσε στον Καραμανλή τον σχηματισμό της κυβερνήσεως μετά τον θάνατο του Παπάγου – από τον Οκτώβρη του 1955 – και εξακολούθησε με συνεχείς μικρές διακοπές επί 8 χρόνια: ότι είχε φερθεί αντισυνταγματικά, ότι δεν ήταν ορθό και ότι έπρεπε να περιμένει την απόφαση της πλειοψηφίας του Συναγερμού για να επιλέξει τον πρωθυπουργό. H συνεχής κατηγορία εναντίον του βασιλέα τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση και φαντάζομαι ότι έψαχνε έναν τρόπο, όπως σας είπα, διεξόδου από την κατάσταση την ανώμαλη στην οποία βρισκόταν, και ο τρόπος αυτός ήταν να παραιτηθεί ο Καραμανλής, να σχηματιστεί κάποια κυβέρνηση…».


Στο ερώτημα γιατί δεν επέμενε ο Καραμανλής αλλά αποφάσισε να φύγει, ο Ράλλης απαντούσε πως «ο Καραμανλής είχε ένα μεγάλο προσόν, σεβόταν τους θεσμούς, δεν εννοούσε να θέσει δυναμίτιδα στα θεμέλια του θεσμού. Θα μπορούσε να αρνηθεί να παραιτηθεί και να πει στον βασιλέα: “Εχετε το δικαίωμα να διαλύσετε τη Βουλή και να προκηρύξετε νέες εκλογές, εφόσον υπάρχει διαφωνία δική σας με την πλειοψηφία”. Θα κατέβαινε στις εκλογές και θα τις κέρδιζε από άκρου σε άκρο. Γιατί υπήρχε και το σύστημα το πλειοψηφικό που ίσχυε – είχε ψηφιστεί το 1958 – και θα έκανε περίπατο. Αλλωστε και ο λαός συμφωνούσε ότι το ταξίδι ήταν ανώφελο και επιβλαβές… Θα μπορούσε να μην παραιτηθεί και να πει ότι πάμε σε 40 ημέρες στις εκλογές που θα τις κερδίσουμε. Αυτό όμως σήμαινε μια βαθύτατη διαφωνία με το Στέμμα, όμοια της οποίας είχε σημειωθεί πριν από 40 χρόνια και είχε κοστίσει ακριβά στον τόπο και αυτά ο Καραμανλής τα γνώριζε· Ιστορία γνώριζε και δεν εννοούσε να επαναλάβει το ίδιο σφάλμα».


* H συνεργασία με τον Καραμανλή


Ο Ράλλης γνώρισε τον Καραμανλή στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν εκείνος ήταν υπουργός Δημοσίων Εργων και ο ίδιος υπουργός Προεδρίας. Οι δύο άνδρες συνεργάστηκαν στενά για την υλοποίηση των σχεδίων του αρχιτέκτονα Πικιώνη στην Ακρόπολη και στον Λόφο του Φιλοπάππου.


«Οι γυναίκες μας ήταν γνωστές. Αυτός ως υπουργός Δημοσίων Εργων έπαιρνε το αυτοκίνητο και πηγαίναμε δήθεν για να φάμε τις Κυριακές. Στην πραγματικότητα ήθελε να δει πώς πάνε τα έργα» διηγούνταν ο Ράλλης και εξηγούσε πως το ίδιο έκανε και μετά, όταν έγινε πρωθυπουργός. «Εκείνο που έκανε ήταν να μου τηλεφωνεί τα μεσημέρια. “Τι ώρα τελειώνεις; ” μου έλεγε. Απαντούσα εγώ “στις 2”. «E, δεν έρχεσαι να φάμε στου Ψαρόπουλου τότε, στη Γλυφάδα;». Το έκανα ευχαρίστως μία φορά, δύο φορές, αλλά την τρίτη φορά του λέω: “Κύριε πρόεδρε, έχω και γυναίκα, και θα πάω σπίτι μου”. “E, καλά” μου λέει, “δεν μπορεί να περιμένει η γυναίκα σου;”. Αλλά εγώ του είπα ότι δεν την αφήνω να περιμένει και του εξήγησα ότι η πολλή απασχόληση με την εργασία στο τέλος είναι επιβλαβής!».


«Ο Καραμανλής μου είχε πει “έχω κάνει την καρδιά μου πέτρα από την ώρα που έγινα πολιτικός” έλεγε ο Ράλλης, ο οποίος μπορούσε να ανακαλέσει δύο μόνο περιστατικά όπου ο σερραίος πολιτικός «έσπασε»:


«Το πρώτο είναι όταν πήγα να τον πάρω μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, την επομένη που ήρθε από το Παρίσι, από το ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρεταννία” για να πάει στη Βουλή· εκεί ήταν ο Γκιζίκης για να ρυθμίσει τα περί ορκωμοσίας της νέας κυβερνήσεως. Πήγαμε με το αυτοκίνητο από τη “Μεγάλη Βρεταννία” ως τη Βουλή και όταν φτάσαμε από την πόρτα του Συμβουλίου της Επικρατείας τότε έσπευσε ο φρουρός, ο χωροφύλακας που ήταν στην πόρτα, να ανοίξει. Ο Καραμανλής γυρίζει σε εμένα και με λυγμό στη φωνή του μου λέει: “Βρε Γιώργη” – ο μόνος που με έλεγε Γιώργη ήταν αυτός -, “ήθελα να γυρίσω στην πατρίδα μου αλλά ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο” και έβγαλε το μαντίλι για να σκουπίσει τα δάκρυα. Το ίδιο συνέβη όταν παραιτήθηκε ο Σόλων Γκίκας για τρίτη φορά και αναγκάστηκε να δεχθεί την παραίτησή του. Θυμάμαι ήμουν έξω από το γραφείο του Καραμανλή όταν είδα τον Γκίκα να βγαίνει και μου λέει “παραιτήθηκα”. Λέω “λυπάμαι πολύ, στρατηγέ μου”. Βλέπω τον Καραμανλή, ο οποίος ήταν κατασυγκινημένος, και μου λέει “βλέπεις τα γηρατειά τι κάνουν… ” και λέω “πρόεδρε, κάνατε την καρδιά σας πέτρα αλλά δεν είναι ντροπή να αισθάνεστε συγκινημένος όταν χάνετε ένα συνεργάτη και πολύτιμο βοηθό σας”».


Είχα ρωτήσει επίσης τον Ράλλη κατά πόσον ο Καραμανλής ήταν όσο σκληρός έλεγαν με τους συνεργάτες του και εκείνος είχε απαντήσει: «Αυτό είναι ένας μύθος ο οποίος έχει διαδοθεί. Εγώ βεβαίως άκουσα φωνές από αυτόν και παραιτήθηκα το 1958, όταν εισηγήθηκε ο Τάκος Μακρής στο Υπουργικό το νέο εκλογικό νομοσχέδιο και είπε ότι είχε τη συγκατάθεση του Γ. Παπανδρέου. Ηταν το νομοσχέδιο μετά το οποίο αξιωματική αντιπολίτευση έγινε η ΕΔΑ. Εγώ λοιπόν μόλις το άκουσα ανατρίχιασα και λέω: “Κύριε πρόεδρε, το Κέντρο είναι πεσμένο και υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να είναι δεύτερο κόμμα η ΕΔΑ”. “Μη μου πανικοβάλλεις τους φιλελευθέρους” απαντά. Λέω “δεν πανικοβάλλω κανένα, σας λέω την πραγματικότητα”. “Ακούς τι σου λέω; ” μου ανταπαντά ο Καραμανλής. Εγώ επέμενα και έβαλε τις φωνές. Ηταν η μοναδική φορά… Πήγα στο υπουργείο και παραιτήθηκα. Μετά έκανα ορισμένες κινήσεις που έπρεπε να μην τις είχα κάνει. Για πρώτη φορά αντιμετώπισα έναν Καραμανλή ο οποίος ήταν εκνευρισμένος, φώναζε και αν ήμασταν οι δυο μας τότε ίσως να μη με πείραζε. Ηταν όμως ολόκληρο το Υπουργικό Συμβούλιο και αυτό με έθιξε».


* H ήττα του 1963 από τον Γ. Παπανδρέου


Ο Ράλλης διηγούνταν συχνά επίσης τη βραδιά του Νοεμβρίου του 1963, όταν ο Καραμανλής έχασε τις εκλογές από τον Παπανδρέου: «Ο μόνος που ανέμενε το αποτέλεσμα ήμουν εγώ. Την Κυριακή μού τηλεφώνησε ο Καραμανλής. Μου λέει “πώς τα βλέπεις;”. Εγώ δεν είχα πει τις ανησυχίες μου γιατί ήξερα ότι ήταν πολύ κοντά και δεν ήθελα να τον απογοητεύσω, αλλά εκείνο το πρωί του λέω ότι δεν είμαι τόσο αισιόδοξος. “Ερχομαι να πάμε περίπατο” μου λέει. Περπατήσαμε… Εκεί του λέω ότι δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Το απόγευμα, αφού γύρισα τα τμήματα, πήγα στα γραφεία του κόμματος και όταν πήρα τα πρώτα δέκα αποτελέσματα κατάλαβα τι θα γινόταν. Εκανα αντιπαραβολή με αυτά του 1961 και είδα ότι είμαστε πολύ κάτω. Εν τω μεταξύ τo EIP μετέδιδε αποτελέσματα ενώ η ψηφοφορία συνεχιζόταν. Με παίρνει ο Καραμανλής και μου λέει να πάω στον Μαυρομιχάλητον τότε υπηρεσιακό πρωθυπουργό – και να παραπονεθώ. Λέω “κύριε πρόεδρε, δεν είναι ανάγκη να πάω”. “Γιατί; ” μου λέει. Και πάω από εκεί και του λέω “τις εκλογές τις χάσαμε!”».


* H νίκη του ΠαΣοΚ το 1981


Ο βετεράνος πολιτικός θυμόταν ίσως εκείνο το βράδυ όταν έχασε τις δικές του εκλογές από τον Ανδρέα τον Οκτώβριο του 1981: «Πήρα τον Καραμανλή, καθώς ήταν υποχρέωσή μου, και του λέω: “Κύριε πρόεδρε, θα αναγγείλω στον Ανδρέα τη νίκη του γιατί θέλω να τον καταστήσω και προσεκτικό, μην αρχίσουν τίποτα φασαρίες στην πόλη μέχρι να υποβάλω την παραίτησή μου, καθώς εγώ είμαι ακόμη πρωθυπουργός. Μου λέει “μη βιάζεσαι” και του λέω “είναι ανώφελο”…».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version