Για να βρεθεί ο καλύτερος και μερικές φορές ο μόνος διαθέσιμος τρόπος που θα επιτρέψει σε κάποιον να διαπιστώσει πώς σκέφτεται ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης για μερικά πράγματα που απασχολούσαν ανέκαθεν τους πολιτικούς, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: να τον πετύχει κοντά στη θάλασσα, να απολαμβάνει ένα ποτήρι άσπρο κρασί και να έχει μόλις ολοκληρώσει μια εξαντλητική πολιτική περιοδεία. Ολα αυτά δεν είναι βεβαίως εύκολο να συμβούν «μαζί και ταυτοχρόνως», που θα έλεγε και ο κ. Δ. Σαββόπουλος. Αλλά συνέβησαν την περασμένη Κυριακή στην Κορωνησία της Αρτας, ένα από τα πιο γραφικά σημεία του Αμβρακικού. Ο κ. Σημίτης έκλεισε την περιοδεία του στην Ηπειρο με μια φιλική συζήτηση με τους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν. Παρά θίν’ αλός, εννοείται.
Η συζήτηση δεν ήταν προγραμματισμένη και προέκυψε ύστερα από «διαπραγματεύσεις» μιας μερίδας δημοσιογράφων με τον επί του Τύπου συνεργάτη του Πρωθυπουργού κ. Γ. Πανταγιά. «Δεν γίνεται να μπαινοβγαίνουμε τρεις ημέρες σε ελικόπτερα και πούλμαν και να μην μπορούμε να τον ρωτήσουμε δύο πράγματα». Για σιγουριά ορισμένοι έθεσαν το θέμα και στα υψηλότερα κλιμάκια. «Θόδωρε, δεν λες στον πρόεδρο να μας διαθέσει λίγο χρόνο για μια συζήτηση αύριο;», είπαν στον κ. Θ. Τσουκάτο, ο οποίος είχε το γενικό πρόσταγμα της περιοδείας. Πράγματι ο κ. Σημίτης απεδέχθη ευχαρίστως την «πρόσκληση» και μετά το τελευταίο γεύμα του στην Ηπειρο, κοντά στη θάλασσα, πήρε το ποτήρι του και προσήλθε στο τραπέζι των δημοσιογράφων. Ηταν η στιγμή όπου προσπαθούσαν να διασταυρώσουν μεταξύ τους τις πληροφορίες για δύο «γεγονότα». Το ένα ήταν αν εκκλησιάστηκε πράγματι το πρωί της Κυριακής στην Πρέβεζα ο ίδιος. Το άλλο ήταν η μεταμεσονύκτια «ζεϊμπεκιά» της συζύγου του σε «ελληνάδικο» της πόλης του Κ. Καρυωτάκη τη στιγμή όπου αυτός μάλλον είχε πάει για ύπνο ή μελετούσε το πρόγραμμα της επομένης. Στο «Βαρελάδικο» δεν πήγε, στα Γιάννινα ο κ. Στ. Σουμάκης δεν την έπεισε, στην Πρέβεζα υπέκυψε. Ε, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και το πιο συνηθισμένο πράγμα η κυρία Δάφνη Σημίτη να χορεύει και ο κ. Κ. Γείτονας να της «βαράει παλαμάκια».
Οταν πλησίασε στη δημοσιογραφική παρέα ο κ. Σημίτης έπεσε κάτι σαν «σύρμα» και τα σχόλια σταμάτησαν. Μερικοί σκέφθηκαν να αστειευθούν επί της «ζεϊμπεκιάς» με τον ίδιο, αλλά το απέφυγαν. Αλλωστε οι δημοσιογράφοι δεν τον βλέπουν και πολύ συχνά κάτω από τέτοιες συνθήκες, οπότε μάλλον θα ήταν καλύτερα να εκμεταλλευθούν την περίσταση για κάτι πιο σοβαρό. Η συζήτηση που ακολούθησε δεν κράτησε περισσότερο από 15 λεπτά, αλλά υπήρξε ζουμερή. Ο χρόνος που κύλησε από τότε δεν μείωσε σε τίποτε την αξία της. Οταν ο κ. Σημίτης είπε «τώρα πρέπει να φύγω», είχε πει ήδη αρκετά και χρήσιμα για όσους προσπαθούν να ανακαλύψουν «μα πώς σκέφτεται επιτέλους αυτός ο άνθρωπος;». Για αρχηγός μεγάλου κόμματος σκέφτεται σχεδόν αιρετικά και πάντως καθόλου «παραδοσιακά». Υπάρχουν ενδεχομένως πολλοί λόγοι για να διαφωνήσει κάποιος με τις πολιτικές θέσεις, το ατομικό ύφος και τις αποφάσεις του Πρωθυπουργού. Δύσκολα όμως θα του καταλογισθεί ότι υποτάσσει εαυτόν στη «δουλεία» του πολιτικού κόστους.
Π.χ. αυτονόητες απαντήσεις που για δεκαετίες δίνουν οι πολιτικοί και ιδίως οι πρωθυπουργοί χάνονται στον λόγο του κ. Σημίτη και τη θέση τους παίρνουν σχολαστικές παρατηρήσεις που, αν δεν δυσαρεστούν, πάντως δεν ικανοποιούν όσους τις δέχονται. «Τι χάνει να πει: Δίκιο έχετε, θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», λένε μερικοί. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται «πού το πάει». Κατά κάποιον τρόπο, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα «λαϊκά αιτήματα» ο κ. Σημίτης τείνει να λειτουργήσει ως «κίνηση διόρθωσης» σε ένα σύστημα που ως τώρα περιελάμβανε τα εξής: το κράτος που έδινε κίνητρα σε χρήμα, το κόμμα που εισέπραττε το αντίτιμο σε ψήφους και τίποτε άλλο!
Από αυτή την άποψη ο Πρωθυπουργός σκέφτεται και επιχειρεί να δράσει «ανατρεπτικά». Ας πάρουμε την κλασική ερώτηση για την ερήμωση της υπαίθρου και τα κίνητρα που όπως προεξοφλούσε η ερώτηση θα χρειασθούν για την ανάπτυξή της. Η απάντησή του δεν υπήρξε καθόλου κλασική:
«Αν δεν καθήσει κανείς να σκεφθεί σωστά για την εκμετάλλευση που θέλει να κάνει, για τις δραστηριότητες που πρέπει να αναπτύξει, όπως π.χ. πώς θα φτιάξει ένα επώνυμο προϊόν, τότε τα κίνητρα είναι πεταμένα λεφτά. Αν η δραστηριότητα δεν έχει οικονομική απόδοση, δεν ωφελούν. Και θυμίζω την εφαρμογή των κινήτρων στη Θράκη».
Το φαινόμενο των πρωθυπουργών που κάνουν παροχές υπέρ των αναξιοπαθούντων γενικώς είναι μάλλον οικείο σε όλους και προφανώς ευχάριστο στους περισσοτέρους. Στην Κορωνησία όμως πολλοί θυμήθηκαν το γνωστό: «Ξέραμε τις απαντήσεις, αλλά μας άλλαξαν τις ερωτήσεις». Για την ακρίβεια ο Πρωθυπουργός σε γνωστές ερωτήσεις έδινε… άγνωστες απαντήσεις! Ετσι, όταν η συζήτηση έφθασε στην ανάγκη των ανθρώπων που απέμειναν στην ύπαιθρο της Ηπείρου να βγουν από την απομόνωση και να ζωντανέψουν πάλι τα χωριά τους, ο κ. Σημίτης δεν έδωσε τη… συνήθη απάντηση:
«Δεν είναι αλήθεια ότι παλιά τα πράγματα ήταν καλύτερα. Παλιά υπήρχε φτώχεια, δεν υπήρχε περίθαλψη και οι άνθρωποι είχαν πολλές δυσκολίες. Κάποιος που έμενε στο χωριό είχε μερικά πρόβατα, παντρευόταν, πήγαινε και 10-20 χιλιόμετρα πιο μακριά και αυτό ήταν. Σήμερα κανένας δεν θέλει να ζει έτσι και γι’ αυτό φεύγει και πάει στην πόλη. Η λύση δεν είναι οι επιχορηγήσεις, αλλά να υπάρχουν στην ύπαιθρο δραστηριότητες στις οποίες να μπορεί να ενταχθεί ο κάτοικος του χωριού. Μικρά χωριά υπάρχουν και στις ανεπτυγμένες χώρες. Ο μόνος τρόπος να σπάσει η απομόνωση είναι να γίνουν οι οδικοί άξονες. Οπου κι αν πήγα αυτές τις ημέρες μου είπαν ότι πρέπει να αλλάξουν τα κίνητρα του αναπτυξιακού νόμου. Ολοι τάσσονται με αυτή την άποψη χωρίς να σκεφθούν αν έχουν κάνει σωστό προγραμματισμό με τα υπάρχοντα κίνητρα. Το φθινόπωρο θα ξαναδούμε τον νόμο, αλλά όσοι θέλουν να ενταχθούν στην ανάπτυξη της χώρας πρέπει να καταλάβουν ότι η ανάπτυξη δεν θα έλθει με ενέσεις χρημάτων. Θα έλθει με τη βελτίωση των υποδομών».
Υποδομές σημαίνει μεγάλα έργα, δρόμοι, φράγματα κλπ. Ποιος όμως αγνοεί ότι πολλές φορές και τα λεφτά στα δημόσια έργα είναι εξίσου λεφτά πεταμένα; Η κακή ποιότητα και οι κακοτεχνίες των έργων δεν είναι σπάνιες… Ο κ. Σημίτης δεν διαφώνησε:
«Οι κακοτεχνίες και όλα αυτά οφείλονται στη διοίκηση, στο επίπεδο των υπηρεσιών της, που είναι χαμηλό». Δεν είδαμε όμως ποτέ να καταλογισθούν ευθύνες. Δεν θα έπρεπε; Ο Πρωθυπουργός απάντησε με ερώτηση: «Ποιος πλήρωσε ποτέ στην Ελλάδα το κόστος της μετριότητάς του; Πληρώνει κανείς για μια δόλια πράξη. Το να σκέφτεσαι και να σχεδιάζεις σωστά είναι και θέμα πολιτισμικού επιπέδου».
Αν όλα αυτά ακούγονται μάλλον φυσιολογικά για έναν πρωθυπουργό που θέλει να εμφανίζεται περισσότερο ως «τεχνοκράτης» και «ρεαλιστής» παρά ως «λαϊκός ηγέτης» και «οραματιστής», οι σκέψεις του για την αντιπολίτευση αιφνιδίασαν ακόμη και αυτούς που σημείωσαν τις προτάσεις του για τη «νέα πολιτική ηθική». «Τρεις ημέρες μιλάτε σε ακροατήρια και δεν είπατε ούτε μία λέξη για τη ΝΔ. Επίτηδες το κάνατε;», τον ρώτησε κάποιος.
«Είναι αυθόρμητο. Τα προβλήματα του τόπου δεν είναι ούτε η ΝΔ ούτε ο κ. Καραμανλής. Αλλωστε σε τίποτε δεν μας εμπόδισε η ΝΔ να κάνουμε τη δουλειά μας, να προχωρήσουμε το έργο μας, όπως και εμείς δεν εμποδίσαμε τη ΝΔ να κάνει το δικό της έργο. Πρέπει να σας πω ότι στη διάρκεια της περιοδείας με επισκέφθηκε και η Νομαρχιακή Επιτροπή της ΝΔ και μου παρέδωσε ένα υπόμνημα. Αυτή την ενέργεια τη βρίσκω πολύ θετική. Ηταν επίσης παρών ο βουλευτής της ΝΔ κ. Κ. Καραμπίνας. Τι δείχνει αυτό; Δείχνει ότι και αυτοί ενδιαφέρονται και αυτοί προτείνουν και αυτοί συμμετέχουν».
Κανένας δεν θυμάται τον Α. Παπανδρέου να τονίζει τη συμβολή της ΝΔ στην επίλυση των προβλημάτων ούτε τον κ. Κ. Μητσοτάκη να εκφράζει την ικανοποίησή του για το ενδιαφέρον του ΠαΣοΚ για τη χώρα, για να μείνουμε στους δύο τελευταίους προκατόχους του κ. Σημίτη. Φυσικά ούτε λόγος για τις οργανώσεις του ΠαΣοΚ και της ΝΔ που θα κατέθεταν υπόμνημα στον «αντίπαλο» πρωθυπουργό. Αλλαξαν τόσο γρήγορα τα πράγματα στην πολιτική αντιπαράθεση ή απλώς ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ αποφάσισε να μείνει μακριά από τη «ζούγκλα» των κομματικών αντεγκλήσεων ελπίζοντας ότι θα αποφύγει τους κινδύνους της; Οπως και να το πάρουμε, πρωθυπουργό που να «απογοητεύει» όσους προσδοκούν στα κρατικά ταμεία για να χειροκροτήσουν και πολιτικό που να προσυπογράφει ότι οι αντίπαλοί του ενδιαφέρονται και συμμετέχουν στην αναζήτηση λύσεων είχαμε καιρό να δούμε. Για να είμαστε ακριβείς, δεν έχουμε ξαναδεί.
