Δεν παίρνω εντολές από τον κ. Σημίτη
Στο δύσκολο τελευταίο τρίμηνο κατά το οποίο η δραχμή παρασύρθηκε στη δίνη της διεθνούς χρηματιστηριακής και νομισματικής αναταραχής που ξεκίνησε από τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, στην αμυντική οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στη χώρα μας δέσποσε κυριαρχικά η Τράπεζα της Ελλάδος. Το ύψος των επιτοκίων, το «στέγνωμα» της αγοράς από την περισσή ρευστότητα που θα προμήθευε ενδεχομένως δραχμές στους κερδοσκόπους, ο περιορισμός στα δάνεια σε επιχειρήσεις και γενικά όλα τα αυστηρά μέτρα που κρίθηκαν απαραίτητα για τη θωράκιση της δραχμής έχουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Λουκά Παπαδήμου.
Βεβαίως ο πενηντάρης καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης που τον Οκτώβριο του 1994 ο Ανδρέας Παπανδρέου τού εμπιστεύθηκε τη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας της χώρας είναι όλη αυτή την κρίσιμη περίοδο σε καθημερινή συνεργασία και συνεννόηση με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου ενώ ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης τού τηλεφωνεί σχεδόν κάθε ημέρα, αλλά και οι δύο πολιτικοί παράγοντες είναι τώρα υποχρεωμένοι από διεθνείς συνθήκες όχι απλώς να ακούν τον κ. Παπαδήμο αλλά και να αποδέχονται τις προτάσεις του.
Από τις 19 Δεκεμβρίου 1997 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Ν. 2548/97 για την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικά από την περασμένη Παρασκευή (27 Φεβρουαρίου) που ο κ. Λ. Παπαδήμος ορκίστηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος για τα προσεχή έξι χρόνια (ως το 2003!) υπάρχει στην Ελλάδα ένας νέος πρωτόγνωρος θεσμός. Μια υπερεθνική εξουσία που αντλεί τη δύναμή της από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και η οποία για πρώτη φορά είναι ανεξάρτητη και από την εκτελεστική και από τη νομοθετική εξουσία. Ολα αυτά είναι πρωτάκουστα για τη χώρα μας (ακόμη και ο παντοδύναμος Ξενοφών Ζολώτας έτρεμε τα τηλεφωνήματα του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή) και σηματοδοτούν την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή εποχή όπου εξουσίες που παραδοσιακά ασκούνταν ως τώρα από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις μεταφέρονται σταδιακά σε υπερεθνικά κέντρα. Από το 2001 που και η Ελλάδα θα μετέχει στην οικονομική και νομισματική ένωση και η δραχμή θα απορροφηθεί το επόμενο έτος από το ευρώ, η νομισματική και η συναλλαγματική πολιτική θα ρυθμίζονται από τη Φραγκφούρτη, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας βεβαίως θα μετέχει και θα ψηφίζει ο κ. Λουκάς Παπαδήμος, η δημοσιονομική πολιτική από τις Βρυξέλλες με βάση το σύμφωνο σταθερότητας που ύστερα από πίεση του Χέλμουτ Κολ ψήφισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κλπ.
Από το 1928 λοιπόν που ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος για να εκδίδει και να προστατεύει το χαρτονόμισμα της χώρας, ο κ. Λουκάς Παπαδήμος και το νέο παντοδύναμο όργανο, το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής, είναι πλέον τύποις και ουσία ανεξάρτητα αφού ο Ν. 2548 στο άρθρο 3 ορίζει: «Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους η Τράπεζα της Ελλάδος και τα μέλη των οργάνων της δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από την κυβέρνηση ή οργανισμούς».
Οταν ερωτάται από «Το Βήμα» ο κ. Διοικητής τι ακριβώς σημαίνει η ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος απαντά:
«Ο νέος νόμος θεσπίζει την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος από την κυβέρνηση και άλλους φορείς πολιτικής εξουσίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Ειδικότερα, προβλέπει ότι η Διοίκηση και τα άλλα μέλη των οργάνων της Τράπεζας δεν θα ζητούν ούτε θα δέχονται οδηγίες από την πολιτική εξουσία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο νόμος προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες της Τράπεζας. Η Τράπεζα είναι πλέον αποκλειστικώς υπεύθυνη για τη χάραξη και την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην επίτευξη και διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας. Ο νόμος προσδιορίζει σαφώς, στο πρώτο άρθρο του, ότι πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου των τιμών. Πρακτικά η Τράπεζα θα επιδιώκει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τη διατήρησή του σε ένα χαμηλό επίπεδο, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 2%».
Και όταν προχωρούμε στην αφελή ερώτηση «Δηλαδή, κύριε Διοικητά, δεν μπορεί ο κ. Κ. Σημίτης να σηκώσει το πορτοκαλί τηλέφωνο και να σας δώσει εντολή να μειώσετε τα επιτόκια ώστε να ελαφρυνθεί ο προϋπολογισμός και να διευκολυνθούν και οι επιχειρήσεις;» ο κ. Λ. Παπαδήμος χαμογελά σεμνά αλλά απαντά αποφασιστικά: «Συζητήσεις, συνεργασία, αλλά και ενημέρωση με την κυβέρνηση και επιτρέπονται και επιβάλλονται. Εντολές όμως δεν δεχόμαστε! Η Τράπεζα της Ελλάδος διαμορφώνει τα επιτόκια, επηρεάζει τα δάνεια κλπ. με έναν και μοναδικό στόχο: τη νομισματική σταθερότητα, τον χαμηλό πληθωρισμό δηλαδή».
Και το λαϊκό συμφέρον που πρέπει να υπηρετούν όλοι οι θεσμοί και τα όργανα; Πώς ο ελληνικός λαός αποξενώνεται από τις εξουσίες του; Εσείς μόλις την περασμένη Παρασκευή κατά την ορκωμοσία σας ωμόσατε πίστη στον λαό και στα συμφέροντά του.
«Η Τράπεζα αντλεί την αυτονομία της από τον νόμο που ψήφισε η Βουλή (όλα μάλιστα τα πολιτικά κόμματα) που εκλέγεται από τον ελληνικό λαό. Αρα πηγή της εξουσίας της είναι η λαϊκή εντολή που προσδιόρισε ακριβώς τις αρμοδιότητες της Τράπεζας και τους σκοπούς της πολιτικής της. Αλλωστε η ανεξαρτησία αυτή δόθηκε για να επιτευχθεί ένα αγαθό που υπηρετεί κατ’ εξοχήν το λαϊκό συμφέρον: η νομισματική σταθερότητα!».
Δεν υπάρχει όμως ένα δημοκρατικό έλλειμμα; Πώς θα εξασφαλίζεται ένας δημοκρατικός έλεγχος στις αποφάσεις και στα μέτρα σας;
«Κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος χαράσσει και ασκεί τη νομισματική πολιτική ανεξάρτητα ως την ένταξή μας στο ενιαίο νόμισμα, το ευρώ. Μετά την πλήρη ένταξη στην ΟΝΕ η νομισματική πολιτική που θα ασκείται στη χώρα μας θα είναι η κοινή νομισματική πολιτική που θα αποφασίζει στη Φραγκφούρτη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ο δημοκρατικός έλεγχος όμως και υπάρχει και έχει θεσμοθετηθεί αφού στο άρθρο 4 ορίζεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υποβάλλει έκθεση στη Βουλή και ο διοικητής της εμφανίζεται ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής την οποία και ενημερώνει για όλα τα θέματα της Τράπεζας της Ελλάδος».
Να σημειώσουμε εδώ ότι η διαδικασία αυτή δημοκρατικού ελέγχου θα συνεχισθεί και μετά τη συμμετοχή μας στην ΟΝΕ. Αυταπάτες πάντως δεν επιτρέπονται. Η Φραγκφούρτη θα έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο.
Ο κ. Λουκάς Παπαδήμος δεν αρνείται ότι τα μέτρα που εφαρμόζει η Τράπεζα της Ελλάδος για να προασπίσει τη δραχμή είναι αυστηρά και έχουν κόστος, όπως όμως τονίζει και αποδεικνύεται και από τα πράγματα η πολιτική αυτή είχε και οφέλη. «Το μέγιστο όφελος για όλους, για τους εργαζομένους, τους επιχειρηματίες, όλα τα στρώματα του λαού, είναι ότι με αυτά τα μέτρα επιτύχαμε να αντιμετωπίσουμε τις πιέσεις και να διασώσουμε τη δραχμή. Το τι σημαίνει αυτό για το βιοτικό επίπεδο του λαού το κατανοείτε!».
Και συνεχίζει: «Η ιδιαίτερα αυστηρή νομισματική πολιτική των υψηλών επιτοκίων αποσκοπεί βεβαίως στην αντιμετώπιση των πιέσεων στην αγορά συναλλάγματος. Παράλληλα όμως με την πολιτική αυτή επιτυγχάνεται η βελτίωση βασικών οικονομικών μεγεθών και ειδικότερα προωθείται η ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η επιβράδυνση της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης και η συγκράτηση της συνολικής ζήτησης στην οικονομία σε επίπεδα που θα συμβάλουν στον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και έτσι τελικά η πολιτική αυτή συνολικά προωθεί τη σύγκλιση της οικονομίας μας προς την Ευρώπη».
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία και προβάλλει και τον νέο ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η συγκρατημένη αισιοδοξία του κ. Λουκά Παπαδήμου όσον αφορά τον χρόνο όπου θα λήξει η κατάσταση επιφυλακής που υπάρχει σήμερα. Η κυβέρνηση αισιοδοξεί ότι μετά τις 3 Μαΐου που θα οριστικοποιηθεί η πορεία της Ευρώπης προς την ΟΝΕ θα επιστρέψει η οικονομία στην πτωτική πορεία των επιτοκίων. Ο κ. Διοικητής δεν είναι καθόλου σίγουρος όμως για μια τόσο γρήγορη εκτόνωση. Σε σχετική ερώτησή μας απαντά:
«Ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την περαιτέρω εξομάλυνση στις αγορές χρήματος και συναλλάγματος θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα με την οποία θα υλοποιηθούν τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς και οι άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζει η κυβέρνηση και που όλα αυτά αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στη μονιμότερη εξυγίανση του δημόσιου τομέα. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών θα συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών όσον αφορά την ευρωπαϊκή σύγκλιση της οικονομίας μας».
Βλέπετε λοιπόν ότι, αντί να περιορίζεσθε στην κύρια αρμοδιότητά σας, τη νομισματική πολιτική, συνεχώς κάνετε παραινέσεις στην κυβέρνηση για διαρθρωτικά μέτρα.
«Η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής εξαρτάται από την οικονομική και διαρθρωτική πολιτική που ασκείται παράλληλα. Η νομισματική πολιτική, ενώ επηρεάζει καθοριστικά τον πληθωρισμό, παράλληλα από μόνη της δεν μπορεί να επιτύχει τη σταθερότητα σε μόνιμη βάση. Επιπλέον η νομισματική πολιτική θα επιτύχει τους στόχους της με λιγότερο κόστος και μικρότερες παρενέργειες μόνο αν η δημοσιονομική και η εισοδηματική πολιτική ασκούνται προς την ίδια κατεύθυνση». Η «συμμορία» των κεντρικών τραπεζών
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συσταθεί από το 1999 με την έναρξη της ΟΝΕ των 11 χωρών. Πρόδρομός της είναι τώρα το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ιδρυμα, στο οποίο μετέχουν οι διοικητές των 15 κεντρικών τραπεζών των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης με πρόεδρο τον Ολλανδό κ. Willem Duisenberg και μέλη τον παντοδύναμο κ. Hans Tietmeyer της Deutsche Bundesbank, τον κ. Antonio Fazio της Banca d’ Italia, τον κ. Pierre Jaans του Λουξεμβούργου, τον κ. Maurice Ο’ Connell της Ιρλανδίας και τους κκ. Urban Backstrom της Σουηδίας, Antonio Jose Fernandes de Sousa της Πορτογαλίας, Alfons Verplaetse του Βελγίου, Jean-Claude Trichet της Γαλλίας, Nout Wellink της Ολλανδίας, τον κ. Λουκά Παπαδήμο της Ελλάδας, τον κ. Klaus Liebscher της Αυστρίας, τον κ. Edward George της Αγγλίας, την κυρία Sizkka Hamaleinen της Φινλανδίας, την κυρία Bodil Nyboe Andersen της Δανίας και τον κ. Luis Angel Rojo της Ισπανίας.
Οι διοικητές των 11 χωρών που θα μετάσχουν στην πρώτη φάση της ΟΝΕ θα αποτελέσουν και το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ οι εκπρόσωποι της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Δανίας και της Σουηδίας θα μετέχουν στο Γενικό Συμβούλιο.
Στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπάρχει ήδη μια διαπάλη ανάμεσα στις κυβερνήσεις και στους αυστηρούς κεντρικούς τραπεζίτες καθώς οι πρώτες φοβούνται τη μονομέρεια και τον μονεταρισμό των δεύτερων. Σε μια Ευρώπη όπου η ανεργία έχει ξεπεράσει τα 12 εκατ. άτομα, η εμμονή στον αντιπληθωρισμό επικρίνεται ως μονεταρισμός. Είναι εύλογη λοιπόν η ερώτηση προς τον κ. Λουκά Παπαδήμο:
Είναι λογικό η πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος να επικεντρώνεται μόνο στην επίτευξη νομισματικής σταθερότητας και να αγνοεί την οικονομική ανάπτυξη;
«Πιστεύω ότι όλοι συμφωνούμε ότι κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής είναι η επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και η συνακόλουθη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού μας. Ο στόχος όμως αυτός επιδιώκεται και πρέπει να επιτυγχάνεται με μέσα πολιτικής και με τη διαμόρφωση συνθηκών που θα διασφαλίζουν ότι η ανάπτυξη είναι συνεχής και διατηρήσιμη. Αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων η οποία αποδεικνύεται προσωρινή επειδή στηρίζεται σε δημοσιονομικά ελλείμματα και δεν είναι συμβατή με την παραγωγική δυνατότητα της χώρας δεν έχει νόημα, επειδή τελικά δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις που εξανεμίζουν την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων και έχουν πολλαπλές άλλες δυσμενείς επιπτώσεις.
Αντίθετα, ένα περιβάλλον νομισματικής σταθερότητας χαμηλού πληθωρισμού αποτελεί μια ουσιαστική προϋπόθεση μια αναγκαία, αν και όχι ικανή συνθήκη για την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Επομένως η νομισματική πολιτική που θα εδραιώσει στη χώρα μας και τη νομισματική σταθερότητα θα συμβάλει στη διαμόρφωση συνθηκών που προάγουν τη σταθερή και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Γενικότερα πάντως και σύμφωνα με τον νόμο, η Τράπεζα θα στηρίζει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης εφόσον δεν διακυβεύεται η επίτευξη του πρωταρχικού της σκοπού.
Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι μετά την υιοθέτηση από την Ελλάδα τού ευρώ, δηλαδή μετά το 2001, η νομισματική πολιτική που θα ασκείται στη χώρα μας θα είναι εξ ορισμού, εφόσον όλα τα κράτη θα έχουν το ίδιο νόμισμα η ενιαία ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική, η οποία θα χαράσσεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Συνεπώς μετά την πλήρη ένταξή μας στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση δεν θα είναι δυνατή η άσκηση αυτόνομης εθνικής νομισματικής πολιτικής, αλλά ο πρωταρχικός σκοπός της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής που θα ασκείται θα είναι η διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας στην Ευρώπη». Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής
Ο νόμος για την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος συγκρότησε ένα νέο παντοδύναμο όργανο, το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής. Προεδρεύεται από τον κ. Λουκά Παπαδήμο και μέλη του είναι οι δύο υποδιοικητές κκ. Τ. Θωμόπουλος (με πενταετή την πρώτη θητεία) και Ν. Γκαργκάνας (με εξαετή), ο διευθυντής νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας κ. Ν. Παλαιοκρασσάς (για τέσσερα χρόνια), ο κ. Αντ. Μαντζαβίνος (για τρία χρόνια), διεθνές τραπεζικό στέλεχος και ο κ. Β. Δρουκόπουλος (για δύο χρόνια), γενικός διευθυντής του ΚΕΠΕ.
Ο κυλιόμενος χρόνος της θητείας προβλέπεται έτσι ώστε κάθε κυβέρνηση να μπορεί να ανανεώνει ένα μέρος του συμβουλίου χωρίς όμως να έχει τον πλήρη έλεγχό του.
