Το περίγραμμα της οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσει η κυβέρνησή του το 1997, εφόσον κερδίσει τις εκλογές, έδωσε χθες το βράδυ στη ΔΕΘ ο Πρωθυπουργός. Οπως είπε ο κ. Κ. Σημίτης, έχοντας πλήρη επίγνωση των προβλημάτων και με πυξίδα το τρίπτυχο «Ανάπτυξη – Σταθερότητα – Κοινωνική Συνοχή», η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο που έχει ξεκινήσει πριν από τρία χρόνια. Συγκεκριμένα, ο κ. Πρωθυπουργός αποσαφήνισε ότι:
Η εισοδηματική πολιτική θα δίνει σταθερά πραγματικές αυξήσεις στους εργαζομένους, αυξήσεις που όχι μόνο θα τους καλύπτουν για τον πληθωρισμό αλλά θα εκφράζουν και τη δίκαιη συμμετοχή τους στη βελτίωση του εθνικού εισοδήματος. Στον δημόσιο τομέα επίσης η κυβερνητική πολιτική προβλέπει λιγότερες προσλήψεις και καλύτερες αμοιβές. Ο κ. Σημίτης μάλιστα δεσμεύτηκε ότι το 1997 θα εφαρμοστεί το ενιαίο μισθολόγιο.
«Στο μακροοικονομικό επίπεδο», είπε ο Πρωθυπουργός, «η δημοσιονομική εξυγίανση, η εξισορρόπηση των μεγεθών και η μείωση της δανειακής εξάρτησης αποτελούν πρωταρχικές επιδιώξεις της πολιτικής μας». Συγκεκριμενοποίησε δε τους εξής στόχους της μακροοικονομικής πολιτικής για το 1997:
Η περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κατά 2-2,5 τουλάχιστον εκατοστιαίες μονάδες.
Η μείωση του ελλείμματος του κρατικού τομέα ως ποσοστού του ΑΕΠ κατά 3,4 εκατοστιαίες μονάδες, όπως προβλέπει το πρόγραμμα σύγκλισης.
Η επιτάχυνση της αύξησης του ΑΕΠ στο 3%.
Το 1997 η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική θα εξακολουθήσει να έχει πρωταρχικό στόχο τη σταθερότητα και τη στήριξη της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο θα διαμορφωθούν κατάλληλες συνθήκες για την περαιτέρω μείωση των επιτοκίων και επομένως την ενίσχυση της επενδυτικής και οικονομικής δραστηριότητας.
Ο προϋπολογισμός του 1997, συνέχισε ο Πρωθυπουργός, απαιτεί και αυτός, όπως οι προηγούμενοι, σοβαρή προσπάθεια, που θα στηριχθεί με το κλίμα πολιτικής σταθερότητας που θα επικρατεί μετά τις εκλογές στη χώρα και το οποίο θα επιτρέψει πολύπλευρα μέτρα όπως:
Τη μείωση των δαπανών για τόκους, λόγω μείωσης του πληθωρισμού.
Τη συγκράτηση των τρεχουσών δαπανών του Δημοσίου.
Την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας.
Τον περιορισμό της σπατάλης και τον εξορθολογισμό των δαπανών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Την κατάργηση των κοινωνικά αδικαιολόγητων φοροαπαλλαγών.
Την προσεκτική προώθηση διαδικασιών αποκρατικοποίησης.
Το κύριο βάρος όμως της ομιλίας του Πρωθυπουργού ήταν στην προβολή της αναπτυξιακής πολιτικής της κυβέρνησης που, όπως είπε, θα κινηθεί σε ένα τριπλό επίπεδο: έργα υποδομής, ειδικές πολιτικές, επενδύσεις στους εργαζομένους. Στη διετία 1994-95 η δημόσια δαπάνη για το σύνολο του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης ανήλθε περίπου σε 1 τρισ. δρχ. Μέσα σε ένα έτος, το 1996, θα απορροφηθούν κονδύλια ύψους 965 δισ. δρχ. Τους πόρους αυτούς, είπε ο κ. Κ. Σημίτης, τους επικεντρώνουμε σε μεγάλα σημαντικά έργα και όχι σε μικρά έργα πελατειακού χαρακτήρα. Στα πλαίσια του Α’ ΚΠΣ το 1993 μόλις 14 έργα είχαν προϋπολογισμό άνω των 5 δισ. δρχ. Το 1996 στο Β’ ΚΠΣ κατασκευάζουμε 112 έργα με προϋπολογισμό άνω των 5 δισ. δρχ. Στον τόπο μας πραγματοποιείται μια θεαματική επανάσταση στις μεταφορές, στις επικοινωνίες, στην ενέργεια. Μια ολόκληρη κοσμογονία. Εχουν χαραχθεί και διαμορφώνονται οδικοί άξονες, λιμάνια, αεροδρόμια που σπάνε την προαιώνια απομόνωση ολόκληρων περιοχών, δένουν την πατρίδα μας για πρώτη φορά στην ιστορία της σε έναν γεωγραφικά ενοποιημένο χώρο.
Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε με συγκεκριμένα στοιχεία στην πρόοδο που επετέλεσε η οικονομία τα τρία τελευταία χρόνια. Οπως είπε, η ελληνική οικονομία κινείται σήμερα με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 2,6%, που είναι ο τέταρτος υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση και οδηγεί σε μια πραγματική σύγκλιση προς το αναπτυξιακό επίπεδο της Ευρώπης. Οσον αφορά τις επενδύσεις, κινούνται το 1996 με ρυθμό αύξησης 11% και η Ελλάδα θα είναι πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ενωση από πλευράς ρυθμού αύξησης βιομηχανικών επενδύσεων. Η επενδυτική αυτή έκρηξη αποτελεί συνέχεια ενός θετικού επενδυτικού κλίματος που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στα προηγούμενα χρόνια και ακόμη δεν έχει κορυφωθεί.
Ο Πρωθυπουργός όμως δεν απέκρυψε ότι, παρά την πρόοδο, η οικονομία σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την αναγκαιότητα να πετύχει αύριο ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο και επιδόσεις ώστε να αποτρέψει τον αποκλεισμό της από τη νέα Ευρωπαϊκή Ενωση. «Δεν αρκεί», είπε, «να προχωράμε με τους δικούς μας ρυθμούς, όταν οι άλλοι τρέχουν γρηγορότερα. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς προσπάθεια. Πρέπει, κοιτάζοντας προς τα εμπρός, να συνεχίσουμε στην κατεύθυνση της επίτευξης μιας λεπτής ισορροπίας αναπτυξιακών επιδόσεων και μακροοικονομικής σταθεροποίησης. Η σημερινή αφετηρία είναι ευνοϊκή, αλλά και ο στόχος φιλόδοξος και οι δυσκολίες επίτευξής του προκλητικές».
Και τόνισε ακόμη δίνοντας και το στίγμα της προεκλογικής στρατηγικής του ΠαΣοΚ: «Η εισροή κοινοτικών πόρων, το εισόδημα του έλληνα αγρότη, οι επενδύσεις, η ευημερία της χώρας, η πορεία θεμάτων της εξωτερικής μας πολιτικής θα επηρεαστούν άμεσα από την ικανότητα όλων μας να πετύχουμε ή όχι την προσαρμογή που απαιτείται. Με την προοπτική αυτή, εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να παίξουμε. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε παροχές, που είτε είναι εξωπραγματικές και ανέφικτες είτε θα ακυρωθούν με άλλες παράλληλες μεθόδους και μέτρα την ίδια στιγμή όπου θα παραχωρούνται».
