Ο κ. Γιώργος Νικολαΐδης, γλύπτης, ομότιμος καθηγητής και τέως πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, απαντά σε δημοσίευμα του αναπληρωτή καθηγητή της Κλασικής Αρχαιολογίας κ. Παναγιώτη Φάκλαρη («Νέες Εποχές», 23.7.2000), το οποίο αναφερόταν στον ανδριάντα του Φιλίππου Β´ στη Θεσσαλονίκη:
Ο αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Φάκλαρης σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (23.7.2000) επισημαίνει με αφορμή τον ανδριάντα που φιλοτέχνησα μια σειρά αρχαιολογικών «λαθών» και ιστορικών ατοπημάτων, τα οποία κατά τη γνώμη του προσβάλλουν τη μνήμη του βασιλιά Φιλίππου Β´. Αισθάνομαι αναρμόδιος να εκφέρω γνώμη για την καθαρά αρχαιολογική πλευρά του κειμένου του, συγκεκριμένα για τις ατεκμηρίωτες αντιρρήσεις που διατυπώνει σχετικά με την ταύτιση του ασύλητου τάφου της Βεργίνας με τον τάφο του Φιλίππου. Θα περιοριστώ μόνο να εκφράσω την απορία μου για τον άνετο τρόπο με τον οποίο καταλογίζει έλλειψη σοβαρότητας και επιμέλειας σε άλλους, ενώ οι κρίσεις τις οποίες ο ίδιος δημόσια διατυπώνει συνιστούν, από δεοντολογική κατ’ αρχήν άποψη, παράδειγμα προς αποφυγήν!
Γιατί ο κ. Φάκλαρης, από ετών μέλος της πανεπιστημιακής ανασκαφής της Βεργίνας, επιχειρεί τώρα, μετά τον θάνατο του Μ. Ανδρόνικου, να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των συμπερασμάτων του και επιπλέον να θίξει το ζήτημα της «μακάβριας και κακόγουστης» όπως ο ίδιος τονίζει έκθεσης του «αγνώστου» σκελετού; Ο κ. Φάκλαρης, ο οποίος σπεύδει να μας δώσει μαθήματα για το τι οφείλει να πράττει η τέχνη, θα έπρεπε τουλάχιστον να γνωρίζει ότι το ήθος της επιστημοσύνης δυστυχώς… δεν έχει αναδρομική ισχύ!
Τέχνη και ιστορική μνήμη
Θα χρησιμοποιήσω ως εισαγωγικό σχόλιο στην απάντησή μου τις γενικές κρίσεις που διατυπώνει στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου του, οι οποίες με άφησαν στην κυριολεξία εμβρόντητο. Μετά την επισήμανση των αρχαιολογικών «σφαλμάτων» και «ανακολουθιών» που «εντόπισε» στην αμυντική αμφίεση του Φιλίππου, τονίζει ότι «είναι λάθος να θεωρούνται λεπτομέρειες αντιληπτές μόνο από ειδικούς και γι’ αυτό ανάξιες λόγου. Η τέχνη οφείλει να φωτίζει και να διδάσκει και όχι να αυθαιρετεί εις βάρος της επιστημονικής γνώσης και της ιστορικής μνήμης, αντιγράφοντας με τρόπο βαρβαρικό τα στοιχεία που δεν κατανοεί». Ο κ. Φάκλαρης έχει το δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τις κρίσεις του για το έργο μου όπως και για το έργο οποιουδήποτε δημιουργού , αρκεί τα κριτήρια που χρησιμοποιεί να έχουν κάποια, έστω στοιχειώδη, σχέση με την τέχνη. Διότι σύμφωνα με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί, οι ανατόμοι θα έπρεπε να χαρακτηρίσουν τον Greco φυσιοκρατικά ανυπόστατο, οι ιστορικοί να καταδικάσουν τον Rubens ως παραχαράκτη, οι υποδηματοποιοί να τρέφουν αισθήματα περιφρόνησης για τον Van Gogh και οι ψυχίατροι να κλείσουν σε άσυλο όλους ανεξαιρέτως τους υπερρεαλιστές. Διότι ο «βαρβαρισμός», τον οποίο βιάστηκε να μου αποδώσει ως προς τη χρήση των επιστημονικών και ιστορικών στοιχείων, χαρακτηρίζει κυρίως τον ίδιο ως προς την κατανόηση της τέχνης. Αν η τέχνη περιοριζόταν στον κατευθυνόμενο ρόλο του να «φωτίζει» και να «διδάσκει», τότε σύμφωνα με ποια κριτήρια θα λειτουργούσε (κυρίως σήμερα) αυτό το αποκαλυπτικό «φως» και ποιος θα αποφάσιζε για το ηθικό περιεχόμενο αυτής της διδασκαλίας;
Αναμφίβολα πρόκειται για ιδεαλιστικές θέσεις, οι οποίες, έχοντας (στο παρελθόν) ως αισθητικά πρότυπα την αρχαία Ελλάδα και κυρίως τη Ρώμη, αναπτύχθηκαν κατά τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη για να επανασυνδεθούν πολύ αργότερα με τρόπο εντελώς στρεβλό με την προπαγάνδα των ολοκληρωτικών καθεστώτων του Μεσοπολέμου και με τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Καλό είναι λοιπόν να γνωρίζει ο κ. Φάκλαρης ότι για την τέχνη δεν υπάρχει «φως» παρά στην αλήθεια που εκείνη αναζητεί και ότι είναι στη φύση της να «αυθαιρετεί» όχι εις βάρος, αλλά πέραν της σχετικότητας της επιστημονικής γνώσης και πέραν των εκάστοτε ιδεολογικών φορτίσεων της ιστορικής μνήμης. Αλλιώς δεν θα είναι τέχνη, αλλά εικονογράφηση. Ο κ. Φάκλαρης έχει σίγουρα ταυτίσει την καλλιτεχνική δημιουργία με την τελευταία αυτή εκδοχή. Διαφορετικά δεν θα σχολίαζε τις «αυθαιρεσίες» χωρίς να του περάσει καν από το μυαλό ότι ήταν συνειδητές διότι υπηρετούσαν όχι την εικονογράφηση, αλλά τη συμβολική ερμηνεία.
Για ό,τι αφορά το κράνος, ο ίδιος αποφαίνεται ότι ο Φίλιππος αποκλείεται να είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτό διότι (ως χρονολογικά παλαιότερο) δεν ήταν δυνατό να το είχε χρησιμοποιήσει στην εποχή του. Μη έχοντας καμία απολύτως αίσθηση των μεγεθών όπως, π.χ., με το μέγεθος του ανδριάντα, τον οποίο χαρακτηρίζει όχι πολύ μεγαλύτερο από το φυσικό, ενώ είναι 2,85 μ. , δεν πρόσεξε ότι το κράνος αυτό έχει το μέγεθος του κρανίου του Φιλίππου. Πρόκειται για αρχαϊκού τύπου αμυντικό εξάρτημα το οποίο παραπέμπει στο σύμβολο του θανάτου, στο κρανί. Οπως είναι γνωστό, ο Φίλιππος, όπως οι περισσότεροι μεγάλοι οραματιστές, δολοφονήθηκε ύπουλα και το κράνος-κρανίο που κρατάει λειτουργεί ως memento mori, δηλαδή ως υπόμνηση του τέλους που περιμένει αυτούς που επιχείρησαν να αλλάξουν αποφασιστικά την Ιστορία. Μια από τις εικονογραφικές πηγές μου ήταν και η γνωστή βυζαντινή τυπολογία του Ιωάννη του Προδρόμου, που κρατάει το κεφάλι στο χέρι του ως δολοφονημένος και αυτός οραματιστής άλλων χρόνων. Ο κ. Φάκλαρης φαίνεται ότι αγνοεί το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 1993 εξέθεσα στην γκαλερί «Ειρμός» της Θεσσαλονίκης γύψινο πρόπλασμα του Φιλίππου Β´ μαζί με προπαρασκευαστικά σχέδια, μελέτες, βιβλιογραφικές αναφορές και φωτογραφίες έργων και εικονογραφικών πηγών που χρησιμοποίησα.
Η «εικόνα» του μακεδόνα βασιλιά
Για τον κ. Φάκλαρη η μελέτη και απόδοση των χαρακτηριστικών μιας ιστορικής προσωπικότητας θα απαιτούσε ή την ακριβή μορφολογική τους ανάπτυξη ή την εξιδανίκευση, όπως συνέβαινε με τους καλλιτέχνες της αρχαίας Ελλάδας. Στην προκειμένη δηλαδή περίπτωση ο Φίλιππος θα έπρεπε να αποδοθεί εμφανώς χωλός και τυφλός στο ένα μάτι ή σωματικά ακέραιος. Και εδώ όμως έχω να αντιτάξω ότι η τυφλότητα του ενός ματιού στον ανδριάντα που φιλοτέχνησα δεν επισημαίνεται ως σωματικό ελάττωμα, αναπηρία ή ατύχημα, αλλά ως βλέμμα προς τα έσω που υπηρετεί τη δύναμη της ενόρασης. Οσο για τη χωλότητα του αριστερού και όχι του δεξιού ποδιού , εάν πρόσεχε λίγο παραπάνω, θα έβλεπε ότι ο Φίλιππος στηρίζεται (πατάει) στο χωλό πόδι εκτείνοντας το γερό για να αποφύγει την ανώφελη για την ισορροπία του αγάλματος κάμψη.
Και έρχομαι στην «εικόνα» του βασιλιά των Μακεδόνων, δηλαδή στο πιο ευάλωτο σημείο της κριτικής του. Σύμφωνα με την άποψή του ο εικονιζόμενος βασιλιάς δεν θα πρέπει να δίνει την εντύπωση αναξιοπαθούντος, «αλλά να πείθει ότι πρόκειται για έναν ανίκητο πολέμαρχο με σημάδια ένδοξων τραυμάτων στο σώμα του. Προϋπόθεση γι’ αυτό θα ήταν η απεικόνισή του με επιθετικά όπλα, ξίφος και σάρισα. Επίσης ξενίζει ιδιαίτερα η απεικόνισή του ως πεζού, ενώ γνωρίζουμε τη σχέση του με τα άλογα. Πόσο διαφορετική αίσθηση θα προκαλούσε ένας έφιππος ανδριάντας του Φιλίππου κραδαίνοντας σάρισα!». Είναι πιστεύω εμφανές ότι ο κ. Φάκλαρης στηρίζει τη «διδακτική» αποτελεσματικότητα ενός γλυπτού την οποία πάντα επιζητεί σε εξωτερικά στοιχεία καθαρού εντυπωσιασμού, ικανά να προκαλέσουν αισθήματα εθνικής αυταρέσκειας και επικο-ηρωικής έξαρσης. Ισως μάλιστα ένας βασιλιάς Φίλιππος «κραδαίνων σάρισα» των έξι περίπου μέτρων να ήταν κατά τη γνώμη του ό,τι το εντυπωσιακότερο και επί πλέον ο πιο σίγουρος και αποτελεσματικός τρόπος για τη «διασφάλιση» της Βόρειας Ελλάδας από «απευκταία» μελλοντικά προβλήματα με τους γείτονες.
Πολέμαρχος ή διπλωμάτης;
Το έλλειμμά μας όμως δεν είναι οι έφιπποι ανδριάντες «κραδαίνοντες» ξίφη, ακόντια ή σάρισα, αλλά η ώριμη πολιτική σκέψη, ο ιστορικός στοχασμός και προπάντων το όραμα. Διότι αυτά κυρίως τα χαρίσματα διέκριναν την προσωπικότητα του Φιλίππου και όχι ο πόλεμος στον οποίο κατέφευγε αναγκαστικά για να υλοποιήσει τα οράματά του. Οπως αποφαίνονται οι περισσότεροι ιστορικοί, «κρίνοντας από τα αποτελέσματα, ελάχιστοι συνέβαλαν στο να αλλάξει η όψη της εποχής τους και επηρέασαν με το βάρος της παρουσίας τους το μέλλον όσο ο Φίλιππος». Εχει λοιπόν πολύ λιγότερη σημασία η πλευρά του ως «αήττητου πολέμαρχου» και πολύ περισσότερη η πλευρά του ως δεινού διαπραγματευτή και διπλωμάτη ο οποίος άλλαξε ριζικά τη δομή του μακεδονικού κράτους, ενώ προσπάθησε να πραγματοποιήσει το όραμα του ενιαίου ελληνισμού. Η δολοφονία του ανέκαθεν θεωρήθηκε ως κρισιμότατο γεγονός της Παγκόσμιας Ιστορίας. Το ύφος και το ήθος που προτείνει λοιπόν η προσωπική μου ερμηνεία δεν έχει σχέση ούτε με κενόσχημες επικλήσεις κατακτητικών μεγαλείων ούτε με ρητορικούς εθνοκεντρισμούς. Αυτό που θέλησα να μεταδώσω είναι η σημερινή ανάγκη ενός θαρραλέου απολογισμού πέρα από επικίνδυνες αυταπάτες. Η αυτοσυγκέντρωση και η εγρήγορση αρετές που υπονοεί το ευθυτενές βλέμμα του Φιλίππου είναι κατά τη γνώμη μου τα «όπλα» με τα οποία μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις δύσκολες ημέρες του ιστορικού μας παρόντος.
Για τον τόπο που επιλέχθηκε να στηθεί ο Φίλιππος δεν ευθύνομαι. Στη σύμβαση είχε οριστεί άλλη θέση, αλλά για λόγους που δεν γνωρίζω, ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά δίπλα στο Κρατικό Θέατρο χωρίς καμία διευθέτηση του περιβάλλοντος χώρου. Η γειτνίαση δεν είναι ευτυχής, όσο τουλάχιστον θα ήταν αν ο ανδριάντας είχε τα χαρακτηριστικά έφιππου, δεινού πολέμαρχου, αήττητου στις μάχες, με άψογα μελετημένη αρματωσιά και επιπλέον «κραδαίνοντας σάρισα». Δεν ευθύνομαι επίσης και για τα περιστέρια που ρυπαίνουν τον πλήρη «λαθών και παραλείψεων» θώρακα. Εξάλλου πιστεύω ότι τα συμπαθητικά αυτά πτηνά δεν είναι τελικά οι χειρότεροι επισκέπτες των μνημείων.
