εντελώς αστόχαστη, ιουλιανή απόφαση του ΚΑΣ για αποκάθαρση του Γεντί Κουλέ από τα λείψανα της φυλακής και των φυλακισμένων, προκάλεσε δίκαιη οργή και έντονες διαμαρτυρίες των Θεσσαλονικέων και όχι μόνον. Από τα πολλά διαμαρτυρικά κείμενα που ακούστηκαν και δημοσιεύτηκαν στο μεταξύ, ξεχωρίζει, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο του συναδέλφου Γ. Π. Λάββα («Επταπύργιο – Γεντί Κουλέ, Ακρωτηριασμός μνήμης», «Καθημερινή» 28-7-96) για τον πολιτισμένο τόνο του, την περιγραφική του ακρίβεια και την αδιάσειστη επιστημονική του τεκμηρίωση.
Με τους όρους αυτούς η δική μου, κατ’ ανάγκην όψιμη, παρέμβαση μπορεί να περιττεύειΩ με δεδομένη μάλιστα και δημοσιευμένη, σε ανύποπτο χρόνο, την απερίφραστη γνώμη μου για τον απόλυτο σεβασμό του φυλακισμένου χώρου αλλά και την κατάλληλη εφεξής πολιτιστική του χρήση. Στο τελευταίο τούτο σημείο επανέρχομαι σήμερα: για να θυμίσω την πρώτη ανάλογη δοκιμή που έγινε στο παρελθόνΩ για να διατυπώσω δημοσίως νέα σχετική πρόταση, κατατεθειμένη ήδη στους αρμόδιους της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.
Προηγούνται κάποιοι προσωπικότεροι υπαινιγμοί για την τραυματική αποτύπωση του Γεντί Κουλέ στα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά μας χρόνια. Αν άλλοι μεγάλωσαν και μετρούσαν το μπόι τους στη βεράντα της Μυκόνου, άνθρωποι της τάξης, της γενιάς και της ηλικίας μου έζησαν την κατοχή, τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή ασφυξία στα τουρκόσπιτα της Ακρόπολης. Ετσι το Επταπύργιο (μέσα κι έξω, κάστρο και φυλακή) υπήρξε γι’ αυτούς εξ επαφής καθημερινό σήμα και σύμβολο της δίσεχτης εκείνης εποχής, στην οποία κόλλησε και η επτάχρονη δικτατορία με τις δικές της οδυνηρές εμπειρίες. Και προχωρώ στα υπεσχημένα πρώτα στη δοκιμή.
Είχαν αδειάσει πια οι φυλακές του Επταπυργίου, όταν, καλοκαίρι του ’90, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος δίδαξε εκεί, με δική μου πρωτοβουλία, την «Ερωφίλη» του Χορτάτση και τα «Οράματα και Θάματα» του Μακρυγιάννη αντιστοίχως στην αυλή των ανδρών και των γυναικών. Η αίσθηση τότε εκείνων που σεμνά παρακολούθησαν τα δύο προγράμματα, διασχίζοντας τον σκοτεινό διάδρομο του «επισκεπτηρίου» και αφήνοντας στα αριστερά τους τα φριχτά κελιά της απομόνωσης, υπήρξε κατά γενική ομολογία συγκλονιστική.
Η προηγούμενη δοκιμή έγινε στο μεταξύ έμμονη ιδέα και προκαλεί τώρα τη νέα πρόταση. Παραμένοντας αναλλοίωτος ο αύλειος χώρος του Γεντί Κουλέ, προτείνεται να υποδεχτεί: α) την οδυσσειακή «Νέκυια»Ω β) συμπλεκόμενα αποσπάσματα από τον σοφόκλειο «Αίαντα» και από τον ομώνυμο μονόλογο (τελευταίο τραγικό πόνημα, αν είμαι καλά πληροφορημένος) του Χάινερ ΜύλλερΩ γ) την «εποχή της ήττας» (κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακή δεξιά, επτάχρονη δικτατορία) με αντιπροσωπευτικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, αλλά και ανάλογα εικαστικά και μουσικά παραδείγματα.
Τόσο η υπόμνηση της πρώτης δοκιμής όσο και η δημόσια προβολή της νέας πρότασης γίνονται για να υποστηριχθεί εμπράκτως η αμετακίνητη επιμονή μας: να μείνουν οι φυλακές του Επταπυργίου ανέπαφες και, με το αποθεματικό της οδυνηρής μνήμης τους, να προσφέρουν στο κοινό, αναντικατάστατα άλλως πως, πολιτικά και πολιτιστικά ερεθίσματα.
Ο Γ. Π. Λάββας περατώνει ως εξής το ωφέλιμο άρθρο του: «Να ελπίσουμε ότι νηφαλιότερες σκέψεις θα οδηγήσουν στην αποφυγή μοιραίων σφαλμάτων; Ηδη οι δηλώσεις του Υπουργού Πολιτισμού (μετά την απόφαση του ΚΑΣ) για αναπομπή του θέματος δημιουργούν κλίμα αισιοδοξίας». Μακάρι η αισιοδοξία αυτή να επαληθευτεί. Ως τότε όμως χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση.
Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
