Πέρασαν, όπως πέρασαν, τα τριαντάχρονα της χούντας, τα Πάθη και η Ανάσταση, για να φτάσουμε στην Κυριακή της Θωμαϊκής δυσπιστίας, που επιμένει στην αυτοψία του θαύματος ένα οξύμωρο που βασανίζει ακόμη την εποχή μας. Καιρός τώρα για κάποιου είδους περισυλλογή στα πιο προσωπικά. Τα δικά μου, χρόνια τώρα, γυρίζουν γύρω από τη μετάφραση της Οδύσσειας, που εδώ και ένα μήνα έφτασε ευτυχώς στον δέκατο τέταρτο σταθμό της. Μιλώ για τη ραψωδία ξ, που κυκλοφορεί ήδη στις εκδόσεις Καστανιώτη, αφού στο μεταξύ δοκίμασε για πολλοστή φορά τη μεταφραστική μου αγωνία.
Αυτής της δοκιμασίας καρπός είναι και οι επόμενες σκέψεις, που ελπίζω να ενδιαφέρουν όσους πιστεύουν ότι τα λόγια μας, ακόμη και τα ιδιωτικά, αποδείχνονται λίγο πολύ μεταφράσματα μιας γλώσσας, η οποία είναι και δεν είναι δική μας. Ο λόγος λοιπόν για τις μεταφράσεις της αρχαϊκής επικής ποίησης, που επαναφέρει προς συζήτηση το γενικότερο ζήτημα της μεταφρασιμότητας των κλασικών κειμένων.
1. Το γεγονός ότι στις νεοελληνικές μεταφράσεις της αρχαίας γραμματείας η γλώσσα – πηγή και η γλώσσα – στόχος ανάγονται στο ίδιο γλωσσικό δέντρο, ευνοεί την ανάπτυξη ανάμεσα στις δύο συμβαλλόμενες γλώσσες μιας ολικής σχέσης, που μετατρέπει την οικειότητα σε ανοικειότητα και την ανοικειότητα σε οικειότητα.
2. Ορος όμως, για να λειτουργήσει η γλώσσα – στόχος ισότιμα προς τη γλώσσα – πηγή, είναι να ενεργοποιηθούν και οι δύο συμβαλλόμενες γλώσσες μέσα στο μεταφραστικό κύκλωμα. Τούτο σημαίνει, προκειμένου λ.χ. για τη μετάφραση της ομηρικής Οδύσσειας, ότι: το πρωτότυπο κείμενο, μέσω της μετάφρασής του, περνά από την «αδράνεια» στη «δράση», κατά κάποιον τρόπο κινητοποιείται· αλλά και η μεταφραστική γλώσσα αποκτά τη μέγιστη δυνατή κινητικότητα και ευλυγισία της. Ετσι επιτυγχάνεται μια ισότιμη διασταύρωση, η οποία συνεπάγεται την περιδίνηση των δύο συμβαλλομένων γλωσσών, θα τολμούσα να πω: τον εναγκαλισμό τους.
3. Με τους όρους αυτούς η διάκριση ανάμεσα σε φιλολογική και λογοτεχνική μετάφραση όχι μόνο δεν έχει πια αποχρώντα λόγο, αλλά στρεβλώνει εξαρχής τη μεταφραστική δοκιμή· καθώς επιμένει σε αξιολογικές διαφορές των δύο γλωσσών και θεωρεί εξ ορισμού αναπόφευκτη την ανισόρροπη σχέση τους. Επομένως, όποιος, κατά την εκτίμησή μου, δεν μπορεί ή δεν θέλει να παρακάμψει το εκβιαστικό δίλημμα της φιλολογικής ή της λογοτεχνικής μετάφρασης, φρονιμότερο είναι να παραιτηθεί από τη μεταφραστική περιπέτεια· προπαντός όταν και όπου το προς μετάφραση κείμενο θεωρείται κλασικό αριστούργημα. Γιατί μία από τις ιδιότητες των κλασικών κειμένων είναι ότι δεν επιδέχονται διχοτομικού τύπου μεταφραστικές εισβολές.
4. Τέλος, προϋπόθεση για τη μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων στη νεοελληνική γλώσσα είναι η αποκαθήλωσή τους από τη συμβατική τους σταύρωση στο εικονοστάσι της ελληνολατρικής τελετουργίας. Διαφορετικά ο μεταφραστής ενδίδει είτε στον αποτρόπαιο τρόμο είτε στην παρακλητική προσευχή.
Γιατί, όσο κι αν φαίνεται τερατώδες, το μεγάλο κείμενο δεν μεταφράζεται παρά μόνο με όρους ισοτιμίας. Για να το πω αλλιώς: το σθένος της μεταφραζόμενης γλώσσας συμβάλλεται με το σθένος της μεταφραστικής γλώσσας στην ίδια στάθμη προσωρινά έστω, και όσο διαρκεί η μετάφραση.
Τι πρακτικό νόημα έχουν οι προηγούμενες μεταφραστικές οδηγίες, ας το κρίνει ο πράγματι ενδιαφερόμενος για την αρχαία λογοτεχνία μας αναγνώστης. Οι αρχαιολάτρες ρήτορες, που δεν πιστεύουν καν στη μεταφρασιμότητα των κλασικών κειμένων, παίζουν σε άλλο γήπεδο και δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση.
Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
