Χρηματιστήριο και παράλληλη οικονομία

Χρηματιστήριο και παράλληλη οικονομία Μ. ΝΤΕΜΟΥΣΗΣ Τα πρόσφατα στοιχεία περί των επιδόσεων του ελληνικού Χρηματιστηρίου είναι εντυπωσιακά. Μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του 1997, ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών αυξήθηκε κατά 80%, ξεπερνώντας τις 1.700 μονάδες, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν εφικτό το ρεκόρ των 2.000 μονάδων ως το τέλος του 1997. Επιπλέον, κατά τα τρία τελευταία

Χρηματιστήριο και παράλληλη οικονομία






Τα πρόσφατα στοιχεία περί των επιδόσεων του ελληνικού Χρηματιστηρίου είναι εντυπωσιακά. Μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του 1997, ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών αυξήθηκε κατά 80%, ξεπερνώντας τις 1.700 μονάδες, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν εφικτό το ρεκόρ των 2.000 μονάδων ως το τέλος του 1997. Επιπλέον, κατά τα τρία τελευταία χρόνια, το μέσο επίπεδο των καθημερινών συναλλαγών δεκαπλασιάστηκε, ο αριθμός των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών διπλασιάστηκε και η συνολική αξία των μετοχών υπερτριπλασιάστηκε και σήμερα βρίσκεται στο επίπεδο των 10 τρισ. δρχ. περίπου.


Δεδομένου ότι οι τιμές των μετοχών καθορίζονται από τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης, είναι προφανές ότι η ανοδική πορεία του δείκτη οφείλεται αποκλειστικά στο ότι η ζήτηση για μετοχές αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την προσφορά τους. Επιπλέον, για να συντηρηθεί η ανοδική τάση, όπως προσδοκάται, θα πρέπει όλο και περισσότερα κεφάλαια να κατευθυνθούν προς το Χρηματιστήριο. Το ερώτημα συνεπώς είναι γιατί αποταμιευτικοί – επενδυτικοί πόροι επιλέγουν το Χρηματιστήριο.


Ο πρώτος λόγος είναι «η καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή η μείωση του πληθωρισμού και η συνακόλουθη μείωση των ονομαστικών και πραγματικών επιτοκίων. Η μείωση των επιτοκίων καταθέσεων παρέχει κίνητρο στους καταθέτες, μικρούς και μεγάλους, να αναζητήσουν εναλλακτικές τοποθετήσεις των κεφαλαίων τους. Στις μέρες μας, το Χρηματιστήριο αποτελεί μία από τις πλέον κυρίαρχες επιλογές. Παλαιότερα, στις πληθωριστικές δεκαετίες του 1970 και 1980, που τα πραγματικά επιτόκια ήταν αρνητικά για μεγάλα χρονικά διαστήματα και το Χρηματιστήριο δεν λειτουργούσε, οι αποταμιευτικοί πόροι κατευθύνονταν στην οικοδομή, στην αστική και γεωργική γη και στις τράπεζες του εξωτερικού. Αποτέλεσμα ήταν να έχουμε τον υψηλότερο δείκτη ιδιοκατοίκησης, την ακριβότερη γεωργική γη στην Ευρώπη και καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό ύψους αρκετών δισ. δολαρίων.


Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ιδιαίτερα διογκωμένη παράλληλη οικονομία και με τις προσπάθειες που καταβάλλει η κυβέρνηση να περιορίσει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα. Είναι γνωστό ότι το ύψος της παραοικονομίας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 30%-35% του ΑΕΠ, ποσοστό που αντιστοιχεί σε πάνω από 10 τρισ. δρχ. ετησίως. Το ελληνικό Δημόσιο, για να συλλάβει τα κεφάλαια της παραοικονομίας, έχει εντείνει τους φορολογικούς ελέγχους και σε αρκετές περιπτώσεις έχει εισαγάγει το «πόθεν έσχες». Ετσι, αρκετές από τις παραδοσιακές τοποθετήσεις των κεφαλαίων της παραοικονομίας (σπίτια, διαμερίσματα, οικόπεδα, σκάφη αναψυχής, πολυτελή αυτοκίνητα κλπ.) έχουν καταστεί σχετικά ασύμφορες και αποκλείονται από τα επενδυτικά σχέδια των παραοικονομούντων με αποτέλεσμα τα κεφάλαια αυτά να κατευθύνονται πλέον σχεδόν υποχρεωτικά και στο Χρηματιστήριο.


Σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία όμως, χωρίς πληθωρισμό, με σταθερά πραγματικά επιτόκια και περιορισμένη παραοικονομία, σαν κι αυτή που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, οι αποδόσεις, κατά μέσον όρο, των επενδυμένων στο Χρηματιστήριο κεφαλαίων δεν μπορεί να αποκλίνουν συστηματικά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.


Ο κ. Μιχάλης Ντεμούσης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version