H μείωση του κόστους εργασίας είναι το ζητούμενο από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επιδιώκεται με μείωση του αριθμού των εργαζομένων, πάγωμα των μισθών και αύξηση των ωρών εργασίας. H διεθνής ειδησεογραφία περιγράφει με πολλά και μεγάλα άρθρα τη μάχη μεταξύ της γερμανικής κυβέρνησης και τριών κολοσσιαίων βιομηχανιών οι οποίες απειλούν ότι, αν δεν μειωθεί το κόστος και δεν αυξηθούν οι ώρες εργασίας, θα μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους εκτός Γερμανίας, σε χώρες με μικρότερο κόστος. H κατάσταση αυτή, η οποία δεν έχει ανάλογο στη μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης, αναδεικνύει ένα από τα σύγχρονα οικονομικά προβλήματα το οποίο σχετίζεται με την πλήρη κατάργηση του προστατευτισμού και το άνοιγμα όλων των αγορών. Το ίδιο ακριβώς πρόβλημα πλήττει και την ελληνική οικονομία, η οποία όμως επιβαρύνεται και από άλλες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα την έλλειψη τεχνογνωσίας και την έλλειψη παράδοσης στην παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων.
Ηδη στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας – έναν παραδοσιακά ισχυρό βιομηχανικό κλάδο – χάθηκαν την τελευταία δεκαετία 45.000 θέσεις εργασίας. Πριν από λίγες ημέρες έκλεισε ένα σύγχρονο εργοστάσιο, αυτό της Φάνκο, το οποίο ανήκε στον όμιλο Λαναρά, έναν όμιλο με βαθιά γνώση και παράδοση στην κλωστοϋφαντουργία. Δυστυχώς, σύμφωνα με τους τραπεζίτες, αυτό δεν θα είναι το μόνο. Πολλοί άλλοι κλάδοι θα αναγκαστούν να συρρικνωθούν καθώς τα προϊόντα τους δεν μπορούν να ανταγωνισθούν σε διεθνές επίπεδο.
Αν χωρίσουμε τα βιομηχανικά προϊόντα σε δύο απλοϊκές κατηγορίες, τα φθηνά και απλά προϊόντα για την παραγωγή των οποίων δεν απαιτείται ιδιαίτερα υψηλή τεχνολογία ούτε κάποια σπάνια τεχνογνωσία, δηλαδή αυτά που παράγει η ελαφρά βιομηχανία και η βιοτεχνία, και τα σύνθετα και ακριβά προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πού βρίσκεται το πρόβλημα. H Ελλάδα βαριά βιομηχανία δεν έχει. Δεν παράγει αυτοκίνητα, ελικόπτερα, κομπιούτερ κτλ. Και να ήθελε, δεν διαθέτει την τεχνογνωσία, την παράδοση, την έρευνα που απαιτείται. Στα προϊόντα της ελαφράς βιομηχανίας και της βιοτεχνίας, η Ελλάδα διέθετε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα και αυτό ήταν το χαμηλό κόστος σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το πλεονέκτημα αυτό χάθηκε σταδιακά τα τελευταία είκοσι χρόνια, όταν φθηνότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου μπήκαν στην παραγωγή αυτών των προϊόντων με πολύ χαμηλότερο κόστος.
Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε με το ευρώ, το οποίο αντικαθιστώντας τη δραχμή στέρησε τη δυνατότητα υποτιμήσεων οι οποίες ευνοούσαν την προώθηση των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Το ευρώ είναι το ακριβότερο νόμισμα του κόσμου και κατά συνέπεια τα προϊόντα μας είναι πανάκριβα σε διεθνές επίπεδο. Αυτό μειώνει τις εξαγωγές αλλά ταυτόχρονα ευνοεί τις εισαγωγές, αφού και οι έλληνες καταναλωτές προτιμούν να αγοράζουν τα φθηνά εισαγόμενα από τα ακριβά ντόπια προϊόντα. Συνεπώς οι ελληνικές βιομηχανίες χάνουν τόσο τη διεθνή αγορά όσο και την εγχώρια. Εξαιρείται η βιομηχανία τροφίμων, η οποία έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών που δύσκολα θα αγόραζαν ένα άγνωστο εισαγόμενο προϊόν. Αλλά και σε αυτόν τον κλάδο η μείωση του κόστους είναι αναγκαία λόγω του ανταγωνισμού.
Τι μπορούν να κάνουν οι ελληνικές βιομηχανίες; Αν δεν καταφέρουν να μειώσουν σημαντικά το κόστος τους – Θεός οίδε πώς – και να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, ή θα κλείσουν ή θα μετακομίσουν εκτός Ελλάδος. H Αλβανία, οι χώρες της Βόρειας Αφρικής, ορισμένες βαλκανικές χώρες προσφέρονται για τέτοιες μετεγκαταστάσεις και ήδη αρκετές ελληνικές βιομηχανίες έχουν ανοίξει εργοστάσια εκεί μειώνοντας δραστικά το κόστος τους.
H άλλη επιλογή, για την οποία η κυβέρνηση έχει μεγάλη ευθύνη, είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας η οποία σχετίζεται ασφαλώς και με το οικονομικό περιβάλλον, με τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη φορολογική επιβάρυνση και με τα κίνητρα. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση πρέπει να καθοδηγήσει την επιχειρηματική δραστηριότητα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως για παράδειγμα είναι η μεταποίηση γεωργικών προϊόντων και ο τουρισμός. Ασφαλώς υπάρχουν και πολλοί άλλοι κλάδοι. H καθοδήγηση αυτή πρέπει να συμπληρωθεί με κίνητρα για να γίνουν οι επενδύσεις και με αντικίνητρα για να αποφευχθούν άλλες επενδύσεις σε μη βιώσιμους κλάδους. Παράλληλα πρέπει να ενισχυθούν συμπληρωματικοί της βιομηχανίας τομείς δραστηριότητας, όπως είναι το design και το marketing, με σκοπό την ενίσχυση της εξαγωγικής διείσδυσης των ελληνικών προϊόντων.
H υπόθεση είναι πολύ σοβαρή. Αν η βιομηχανία δεν καταφέρει να ανανεωθεί και δεν αντιδράσει, η συρρίκνωσή της θα συνεχιστεί και αυτό σημαίνει φτώχεια και ανεργία για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά και συρρίκνωση της οικονομίας γενικότερα.
