Συμφωνίες σωσίβια

Συμφωνίες σωσίβια ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΙΝΑΙ πολύ θετικό ότι μέσα σε αυτή την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία βρέθηκαν σύμφωνα σε ορισμένες πολιτικές για την οικονομία, που αν εφαρμοστούν θα αποδειχθούν καθοριστικές για την ανάπτυξη. Μια από αυτές τις κοινές θέσεις και πολιτικές αφορά τις λεγόμενες προγραμματικές συμφωνίες, δηλαδή τις συμφωνίες ανάμεσα στις μεγάλες

Συμφωνίες σωσίβια

ΕΙΝΑΙ πολύ θετικό ότι μέσα σε αυτή την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία βρέθηκαν σύμφωνα σε ορισμένες πολιτικές για την οικονομία, που αν εφαρμοστούν θα αποδειχθούν καθοριστικές για την ανάπτυξη.


Μια από αυτές τις κοινές θέσεις και πολιτικές αφορά τις λεγόμενες προγραμματικές συμφωνίες, δηλαδή τις συμφωνίες ανάμεσα στις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.) και ελληνικές βιομηχανίες για την προμήθεια κεφαλαιουχικών και άλλων αγαθών καθώς και τις συμφωνίες με ελληνικές τεχνικές εταιρείες για την εκτέλεση των δημοσίων έργων. Οι προγραμματικές συμφωνίες εφαρμόζονται από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με στόχο να στηριχθούν οι εγχώριες βιομηχανίες ώστε να αντέξουν στον σκληρό ανταγωνισμό από τις ξένες και να διαφυλαχθούν έτσι θέσεις εργασίας. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την ευρωπαϊκή πολιτική αποτελούσε η χώρα μας, παρά το γεγονός ότι η εγχώρια παραγωγή έχει υποστεί τα μεγαλύτερα πλήγματα από τον ξένο ανταγωνισμό, η αποβιομηχάνιση έχει ερημώσει ολόκληρες περιοχές και η ανεργία έχει φθάσει στο 10%.


Στη ΔΕΘ το περασμένο Σάββατο, όπου ο Πρωθυπουργός ανέπτυξε το περίγραμμα της οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσει, εφόσον βέβαια το ΠαΣοΚ κερδίσει τις εκλογές, είπε με έμφαση: «Για τη στήριξη της βιομηχανίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποφασίσαμε να ενισχύσουμε τον θεσμό των προγραμματικών συμφωνιών σε καίριους τομείς της οικονομίας. Θέλουμε τον ανταγωνισμό, θέλουμε όμως επίσης να στηρίξουμε την εθνική παραγωγή και την απασχόληση. Είναι κεντρικός στόχος κάθε χώρας μέσα και έξω από την Ευρωπαϊκή Ενωση». Και την επομένη, την Κυριακή, στη συνέντευξή του προς τους δημοσιογράφους, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, ο κ. Κ. Σημίτης ήταν πιο κατηγορηματικός. Είπε: «Ημουν πάντα και είμαι ­ και αυτή η κυβέρνηση είναι ­ υπερασπιστής και θιασώτης των προγραμματικών συμφωνιών. Η Γαλλία δημιούργησε δυνατές δημόσιες επιχειρήσεις με προγραμματικές συμφωνίες. Η Γερμανία δημιούργησε επίσης δυνατές ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις με προγραμματικές συμφωνίες. Κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης εφάρμοσε, όταν το μπορούσε και ήταν επιτρεπτό, προγραμματικές συμφωνίες. Σε εμάς στην Ελλάδα επιτρέπονται για ορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη προγραμματικές συμφωνίες σε ορισμένους τομείς (Σ.Σ. επιτρέπονται ως το τέλος του 1997 εφόσον αφορούν προμήθειες με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές, την ενέργεια και τις υπηρεσίες ύδατος) και αυτή τη δυνατότητα πρέπει να την αξιοποιήσουμε.


Γιατί εκείνο το οποίο πρέπει να επιδιώκουμε είναι να ενισχύσουμε την ελληνική βιομηχανία, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών βιομηχανιών. Δεν θέλουμε ανεργία. Μα, πώς θα πετύχουμε να μην έχουμε ανεργία, όταν δεν δουλέψουν οι ελληνικές επιχειρήσεις; Πώς θα πετύχουμε να αυξήσουμε την απασχόληση, όταν δημιουργούμε συνθήκες οι οποίες είναι εις βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων και των ελληνικών βιομηχανιών; Οι προγραμματικές συμφωνίες είναι ένα αναγκαίο όπλο, ένα αναγκαίο μέσο για να ενισχύσουμε την εθνική προσπάθεια και απορώ ποιος δεν τις θέλει. Οι μόνοι που δεν τις θέλουν ίσως είναι οι αντιπρόσωποι ξένων επιχειρήσεων και εταιρειών. Δεν θα ακούσουμε αυτούς, θα κάνουμε ό,τι συμφέρει αυτόν τον τόπο».


Αλλά και ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μιλτ. Εβερτ, στη συνάντηση που είχε την Τρίτη με το Προεδρείο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, τόνισε: «Ενεργοποίηση των έργων. Και όσο το δυνατόν αυτή η ενεργοποίηση των έργων να δώσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στην Ελλάδα. Που σημαίνει ότι κάθε δημόσιο έργο που έρχεται και κάθε εταιρεία η οποία αναλαμβάνει να φροντίζει με ίσους όρους ανταγωνισμού να αγοράζει το ελληνικό προϊόν. Αλλά με ίσους όρους ανταγωνισμού ούτως ώστε να μην αυξηθούν τα έργα σε πολύ υψηλά κόστη και τα πληρώσει ο ελληνικός λαός. Αλλά πριν από όλα, πρέπει να ευνοήσουμε το ελληνικό παραγωγικό δυναμικό. Και σε αυτό θα με βρείτε απολύτως σύμφωνο. Και εκεί που υπάρχουν προγραμματικές συμβάσεις και εκεί που δεν υπάρχουν. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να γίνεται ένα μεγάλο δημόσιο έργο και να εισάγουμε τσιμέντο από το εξωτερικό, όταν υπάρχει αργό παραγωγικό δυναμικό στην πατρίδα μας. Το ίδιο συμβαίνει σε πάρα πολλούς τομείς».


Αυτή η ευρεία πολιτική συναίνεση (γιατί και όλα τα μικρά κόμματα και προπαντός το ΚΚΕ υπερασπίζονται δυναμικά την εγχώρια παραγωγή) στηρίζεται και εκφράζει μια παράλληλη κοινωνική συναίνεση. Το προεδρείο της ΓΣΕΕ, π.χ., στη συνέντευξη που έδωσε στα εγκαίνια της ΔΕΘ, απαριθμώντας τα μέτρα και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην αύξηση της απασχόλησης έδωσε μεγάλο βάρος στην προώθηση προγραμματικών συμφωνιών για την ελληνοποίηση της παραγωγής.


Εύλογα λοιπόν μπορούν να προσδοκούν οι ελληνικές βιομηχανίες ότι μετά τις εκλογές, όποιο κόμμα και αν είναι κυβέρνηση, θα εφαρμόσει την πολιτική των προγραμματικών συμφωνιών; Βεβαίως, υπό μία επιφύλαξη όμως. Οτι τα μεγάλα εισαγωγικά συμφέροντα δεν θα επιτύχουν και αυτή τη φορά να παραλύσουν τη βούληση της πολιτείας. Διότι, δυστυχώς, η εμπειρία του παρελθόντος αποδεικνύει ότι, παρά το γεγονός ότι τα πολιτικά κόμματα και οι παραγωγικές τάξεις, έστω και όχι με τη σημερινή αποφασιστικότητα, ήθελαν να ενισχύσουν την εγχώρια βιομηχανία, τα υψηλά κέρδη των εισαγωγών χρηματοδοτούσαν την προπαγάνδα για δήθεν ασύμφορες τιμές των εγχωρίων προϊόντων και παρέλυαν έτσι την οικονομική πολιτική.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version