Η εφαρμογή του ευρώ στο ταμπλό της Σοφοκλέους με την είσοδο του 2001 μπορεί να δημιουργήσει, σύμφωνα με αρκετούς παράγοντες της αγοράς, αμηχανία και «πάγωμα» στους επενδυτές, οι οποίοι θα βλέπουν τώρα τις τιμές των μετοχών εκφρασμένες στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Βεβαίως το «πάγωμα» αυτό, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε μείωση του όγκου των συναλλαγών, θα είναι παροδικό καθώς θα αρχίσει το ευρώ να μπαίνει για τα καλά στη ζωή μας και να το συνηθίζουμε στις διάφορες καθημερινές συναλλαγές, έστω και σε λογιστική μορφή.
Μια πιο ψύχραιμη σκέψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του ευρώ στις χρηματιστηριακές αγορές μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο σωστής ενημέρωσης των επενδυτών αλλά ταυτόχρονα και σωστής σύγκρισης των τιμών των μετοχών στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές, και συγκεκριμένα στις 11 αγορές που θα εφαρμόσουν τον τρόπο απεικόνισης των τιμών των μετοχών σε ευρώ.
Ετσι, αν ο έλληνας επενδυτής γνωρίζει την τιμή δύο μετοχών, μιας ελληνικής και μιας ξένης, για παράδειγμα, καθώς και τα αντίστοιχα Ρ/Ε, θα ξέρει, δεχόμενος βέβαια και τις ανάλογες συμβουλές από κάποιον ειδικό, πού τον συμφέρει να τοποθετηθεί σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Ποια είναι όμως η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ο έλληνας επενδυτής για να αγοράσει κάποιον τίτλο μετοχής εισηγμένης σε ευρωπαϊκό χρηματιστήριο, εκτός φυσικά της Σοφοκλέους; Για την αγορά τίτλων εισηγμένων σε ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, πέραν του ελληνικού, υπάρχουν δύο τρόποι:
Ο πρώτος τρόπος αφορά τις εταιρείες που συνεργάζονται απευθείας με ξένους μεγάλους οίκους, όπως για παράδειγμα η Σίγμα Χρηματιστηριακή και η HSBC Παντελάκης Χρηματιστηριακή που εδώ και έναν περίπου μήνα ως μέλος της HSBC μπορεί μέσω της μητρικής της στο Λονδίνο να πραγματοποιεί συναλλαγές σε ευρωπαϊκές αγορές για λογαριασμό ελλήνων πελατών της.
Στην περίπτωση αυτή τα πράγματα είναι απλά, αφού η διαδικασία από τη λήψη ως και την εκτέλεση της εντολής αγοράς ή πώλησης είναι όμοια με τη γνωστή διαδικασία και για συναλλαγές μετοχών ελληνικών εταιρειών.
Σε ό,τι αφορά την προμήθεια για τις συναλλαγές, ο επενδυτής επιβαρύνεται μία φορά μόνο με την προμήθεια αγοράς ή πώλησης συν ένα ποσόν για τη φύλαξη των τίτλων η οποία γίνεται στο εξωτερικό. Οπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, το ύψος της προμήθειας δεν διαφέρει πολύ από την προμήθεια και για αγορά ελληνικών τίτλων. Ακόμη, ο επενδυτής επιβαρύνεται και με τα έξοδα εκκαθάρισης. Βεβαίως σε μια θέση της τάξεως των 500.000 δρχ., σύμφωνα με εκπροσώπους της εταιρείας HSBC Παντελάκης, οι παραπάνω επιβαρύνσεις μπορεί να είναι ένα υπολογίσιμο μέγεθος. Για ποσά της τάξεως των 5.000.000 δρχ. είναι ένα ποσόν αμελητέο.
Ενα άλλο σημείο που πρέπει να διευκρινισθεί είναι ότι για όσους επενδύουν σε μετοχές των 11 ευρωπαϊκών αγορών που θα εφαρμόσουν λογιστικά το ευρώ δεν υπάρχει κέρδος ούτε κίνδυνος από συναλλαγματική διαφορά, γιατί πλέον η διαφορά αυτή δεν υφίσταται.
Στην περίπτωση που ο επενδυτής απευθυνθεί σε κάποια ανεξάρτητη χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία ενδέχεται για συναλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο να λειτουργεί ως ΕΛΔΕ κάποιας ξένης χρηματιστηριακής, θα επιβαρύνεται πάλι με την ίδια περίπου προμήθεια. Μόνο που θα πρέπει η συγκεκριμένη εταιρεία να είναι συμβεβλημένη με αντίστοιχη ή αντίστοιχες του εξωτερικού.
Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι οι διαδικασίες αυτές θα απλουστευθούν κατά πολύ όταν θα ενοποιηθούν και όλα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια και συνεπώς όλες οι συναλλαγές θα πραγματοποιούνται στο ίδιο ηλεκτρονικό σύστημα. Ακόμη, όπως εκτιμούν οι παράγοντες της ελληνικής αγοράς, και οι ξένοι μεγάλοι οίκοι δεν θα μείνουν ασυγκίνητοι. Προφανώς θα επεκταθούν και στην ελληνική αγορά είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία με ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρείες.
Ο ανταγωνισμός που θα επακολουθήσει σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές με τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια είναι βέβαιο ότι θα κρατήσει σε χαμηλά επίπεδα το κόστος για τους επενδυτές.
