ΚΑΛΑ πληρώνουν οι Ιταλοί τις μετοχές της ΑΓΕΤ
Ηρακλής που ανήκουν στην Εθνική Τράπεζα προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο της πλειοψηφίας της μεγαλύτερης ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας. Οι Ιταλοί της Concretum διάδοχος της Calcestruzzi γι’ αυτόν τον σκοπό έχουν ήδη συμφωνήσει με τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας να πληρώσουν 32,2 δισεκατομμύρια δραχμές.
Το ποσό αυτό αποτελεί και το κόστος του «συναινετικού διαζυγίου» του ελληνοϊταλικού επιχειρηματικού γάμου που έγινε το 1991. Οι δύο πλευρές, κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες, συμφώνησαν να οδηγήσουν την κοινοπρακτική εταιρεία Cal-Nat, που είχε υπό τον έλεγχό της το 51% των μετοχών της ΑΓΕΤ Ηρακλής, σε εκκαθάριση και ταυτόχρονα η Εθνική Τράπεζα να πωλήσει στους πρώην συνεταίρους της ένα μικρό ποσοστό των μετοχών που κατέχει προκειμένου να συγκροτηθεί μια νέα αυτοδύναμη ιταλική πλειοψηφία. Και αυτό γιατί το ποσοστό της Concretum, μετά τη διάλυση της Cal-Nat, δεν θα ξεπερνούσε το 42% των μετοχών της ΑΓΕΤ, την ίδια στιγμή όπου ο όμιλος της Εθνικής Τράπεζας θα κατείχε το 44,5% των μετοχών της.
Τελικά, οι Ιταλοί αγοράζουν από την Εθνική μετοχές της ΑΓΕΤ Ηρακλής που αντιστοιχούν στο 12% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας.
Ετσι, το ποσοστό της Concretum φθάνει στο 54%, ενώ το ποσοστό της Εθνικής «πέφτει» στο 32,5%. Η τιμή που αγοράζουν οι Ιταλοί το «χρυσό» ποσοστό ήταν προσυμφωνημένη εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια.
* Πώς έγινε η τιμολόγηση του πακέτου
Η «τιμολόγηση» αυτών των μετοχών προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και της Calcestruzzi τον Δεκέμβριο του 1991. Σε αυτή τη συμφωνία και ειδικά στο κεφάλαιο των δικαιωμάτων της ιταλικής εταιρείας αναφέρονται τα εξής: «Η Calcestruzzi έχει το δικαίωμα να ζητήσει μέσα στα τέσσερα επόμενα χρόνια την εξαγορά των μετοχών (μέρους ή του συνόλου) που ελέγχει η Εθνική στην εταιρεία Cal-Nat. Η τιμή εξαγοράς καθεμιάς εξ αυτών των μετοχών είναι η ονομαστική τιμή (1.000 δρχ.) εκπεφρασμένη σε δολάρια την ημέρα καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου της Cal-Nat, πλέον τόκων ίσων με το εξαμηνιαίο Libor προσαυξημένο κατά μισή εκατοστιαία μονάδα».
Η προσυμφωνημένη φόρμουλα «βγάζει» τιμή πώλησης γύρω στις 5.500 δρχ. ανά μετοχή. Η τιμή αυτή είναι υψηλότερη τουλάχιστον κατά 2.300 δρχ. από την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της ΑΓΕΤ Ηρακλής. Το συνολικό ποσό που μπαίνει στα ταμεία της Εθνικής Τράπεζας είναι γύρω στα 32,2 δισ. δρχ., μεγάλο μέρος των οποίων θα εμφανισθεί ως κέρδη από πώληση χρεογράφων στον ισολογισμό χρήσης για το 1996. Επιλέον, η Εθνική θα εισπράξει και άλλο 1,3 δισ. δρχ. από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων εκτός από τις μετοχές που είχε η κοινοπρακτική εταιρεία Cal-Nat.
* Το αγκάθι πριν από τη συμφωνία
Η μείωση του ποσοστού συμμετοχής της Εθνικής Τράπεζας από το 44,5% στο 32,5% δεν σημαίνει και απώλεια των προνομίων που κατοχύρωναν τα συμφέροντά της στη μεγαλύτερη ελληνική τσιμεντοβιομηχανία. Τα ειδικά προνόμια, όπως οι τρεις θέσεις εκπροσώπων της Εθνικής στο ΔΣ της ΑΓΕΤ, η ύπαρξη αυξημένης πλειοψηφίας 2/3 για μεγάλες και καθοριστικής σημασίας αποφάσεις, οι ρήτρες για τη συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης και την εξασφάλιση της απασχόλησης, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν με μία και μόνο προϋπόθεση: το ποσοστό της Εθνικής Τράπεζας να μην «πέσει» κάτω από 25%. Το συγκεκριμένο αυτό ποσοστό «κλειδώνεται» από την επομένη της υπογραφής της τελικής συμφωνίας.
Οι «χρυσές» μετοχές φέρνουν ανέλπιστα κέρδη, τα ειδικά προνόμια διατηρούνται σε ισχύ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν ξεπερασθεί όλα τα αγκάθια προκειμένου να τεθούν οι τελικές υπογραφές. Ενα μεγάλο αγκάθι, για παράδειγμα, είναι το λεγόμενο «δικαίωμα πρώτης προτίμησης». Τι είναι αλλά και πώς μπορεί να γίνει χρήση αυτού του δικαιώματος;
Οταν ένα από τα δύο μέρη της συμφωνίας η Εθνική ή η Concretum θελήσει να ρευστοποιήσει ποσοστό που υπερβαίνει, για παράδειγμα, το 10% του συνόλου των μετοχών της ΑΓΕΤ Ηρακλής, θα πρέπει να ενημερώσει και να προσφέρει αυτό το ποσοστό στο άλλο μέρος. Δηλαδή, αν η Εθνική θέλει να πωλήσει μετοχές της ΑΓΕΤ, θα πρέπει να υποβάλει προσφορά στην Concretum και μόνο σε περίπτωση άρνησής της μπορεί να απευθυνθεί σε άλλον επενδυτή. Ως εδώ τα δύο μέρη συμφωνούν. Εκεί όπου διαφωνούν είναι στο τι θα συμβεί όταν ένας «τρίτος» επενδυτής ή βιομηχανία θελήσει να αγοράσει μετοχές της ΑΓΕΤ που διαθέτουν τα δύο μέρη.
* Τι επιδιώκει τώρα η Εθνική
Η ουσία του προβλήματος είναι η εξής: η πλευρά της Εθνικής Τράπεζας θα ήθελε να έχει το δικαίωμα να γνωρίζει το «όνομα» και την προέλευση του «τρίτου» επενδυτή που θα εκδήλωνε την πρόθεση να εξαγοράσει το ποσοστό της Concretum στην ΑΓΕΤ. Θεωρητικό ενδεχόμενο, αλλά η διοίκηση της Εθνικής επιθυμεί να έχει από τώρα καλυμμένα τα νώτα της. Το τι φοβάται είναι προφανές σε όλους όσοι γνωρίζουν τη θέση της Εθνικής Τράπεζας στον χώρο της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας.
Η Εθνική Τράπεζα το 1/3 των ιδίων κεφαλαίων της είναι επενδεδυμένο στις τέσσερις ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες θα ήθελε να είναι εγκαίρως ενημερωμένη από τους πρώην συνεταίρους της για την ενδεχόμενη άφιξη στην ελληνική αγορά μιας από τις μεγάλες «κυρίες» του ευρωπαϊκού καρτέλ τσιμέντου.
Από τα 243 δισ. δρχ. που είναι το συνολικό ύψος των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας τα 90 δισ. δρχ. περίπου καταγράφονται ως αξία συμμετοχών της Εθνικής στην ΑΓΕΤ
Ηρακλής, στην Τιτάν, στα Τσιμέντα Χαλκίδος και στην εταιρεία Χάλυψ. Από τα 90 δισ. δρχ. τιμή κόστους απόκτησης των συμμετοχών τα 78 δισ. δρχ. αφορούν τη συμμετοχή στην ΑΓΕΤ, τα 7,6 δισ. δρχ. στην Τιτάν, τα 4,32 δισ. δρχ. στα Τσιμέντα Χαλκίδος και 100 εκατομμύρια δραχμές στη Χάλυψ.
Τα συνδυασμένα συμφέροντα που έχει η Εθνική Τράπεζα στον χώρο της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας μετά και την κατ’ αρχήν συμφωνία
ΑΓΕΤ και Τιτάν να προχωρήσουν μαζί στα Τσιμέντα Χαλκίδος καθορίζουν και τα επόμενα βήματά της. ΚΕΡΔΗ 5,1 ΔΙΣ. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΞΑΜΗΝΟ
Το 1996 αποδεικνύεται μια ιδιαίτερα καλή χρονιά για την κερδοφορία της ΑΓΕΤ Ηρακλής. Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο του έτους έφθασαν τα 5,1 δισ. δρχ., αυξήθηκαν δηλαδή κατά 2 δισ. δρχ. και παρουσίασαν ποσοστιαία αύξηση 63,5% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του περασμένου χρόνου. Στο ίδιο χρονικό διάστημα ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης ανήλθε σε 42,2 δισ. δρχ. έναντι 39,1 δισ. δρχ. που είχε φθάσει τους πρώτους έξι μήνες του 1995. Οπως σχολίασε η διοίκηση της επιχείρησης, ο όγκος των πωλήσεων προς την εσωτερική αγορά που κατά την αρχή του έτους είχε παρουσιάσει κάμψη σημείωσε αισθητή βελτίωση στη συνέχεια λόγω ανάκαμψης της οικοδομικής δραστηριότητας και εκτέλεσης μεγάλων έργων. Η παρουσία της εταιρείας στο εξαγωγικό πεδίο δεν ήταν τόσο έντονη όσο πέρυσι και οι ποσότητες που έστειλε στο εξωτερικό ήταν μικρότερες, αλλά απέδωσαν περισσότερα έσοδα λόγω ευνοϊκής μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
