Υψηλά παραμένουν τα επιτόκια
Αν τη στιγμή όπου στέκεστε στην ουρά της τράπεζας για να πληρώσετε χωρίς καθυστέρηση τον λογαριασμό της πιστωτικής σας κάρτας αναρωτηθείτε γιατί τα επιτόκια των καρτών παραμένουν υψηλά, μέρος τουλάχιστον της απάντησης που αναζητάτε βρίσκεται στο γεγονός ότι εσείς, ο συνεπής πελάτης, πληρώνετε τα «σπασμένα» των κακοπληρωτών. Το μεγάλο ρίσκο που αναλαμβάνουν οι τράπεζες δανείζοντας χρήματα χωρίς να εξασφαλιστούν δεσμεύοντας, π.χ., κάποιο περιουσιακό στοιχείο του δανειζομένου, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις μεταφέρεται στους συνεπείς κατόχους πιστωτικών καρτών. Στις σημαντικές επισφάλειες και στο υψηλό κόστος των υπηρεσιών που προσφέρουν οι πιστωτικές κάρτες αποδίδουν κατά κύριο λόγο παράγοντες της αγοράς τα υψηλά επιτόκια των πιστωτικών καρτών.
Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών, αν και αυτά έχουν συμπαρασυρθεί από την πτωτική πορεία των επιτοκίων, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Τη στιγμή όπου το επιτόκιο ταμιευτηρίου έχει πέσει κάτω από το 10%, τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών διαμορφώνονται γύρω στο 25%. «Το Βήμα» απευθύνθηκε σε τραπεζικά στελέχη και τους ζήτησε να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Οπως αναφέρουν, η μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και πιστωτικών καρτών δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά ισχύει σε όλα τα δυτικά κράτη και σε χώρες όπου η χρήση του πλαστικού χρήματος είναι πιο διαδεδομένη από την Ελλάδα. Ως βασικούς παράγοντες για τα υψηλά επιτόκια αναφέρουν το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης των συναλλαγών μέσω πιστωτικών καρτών και τις σημαντικές επισφάλειες.
Με άλλα λόγια, η ευκολία που προσφέρουν οι πιστωτικές κάρτες στο να μεταφέρει κανείς τις οικονομικές του υποχρεώσεις στο μέλλον, αγοράζοντας με δόσεις καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες σε χιλιάδες καταστήματα και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο, έχει μεγάλο κόστος. Κόστος που αυξάνεται ακόμη περισσότερο από τα «φέσια» των κακοπληρωτών, τα οποία καλούνται να πληρώσουν οι συνεπείς κάτοχοι καρτών. Π. Χαϊκάλης (Εθνοκάρτα) Ατοκα τα χρέη επί 40 ημέρες
Τα ονομαστικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών διαμορφώνονται σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα των επιτοκίων προς τις επιχειρήσεις για τους εξής λόγους:
Οι αγορές μέσω πιστωτικών καρτών παρέχουν στους κατόχους χρονικό διάστημα που φθάνει ως και τις 40 ημέρες, για το οποίο τα ποσά δεν εκτοκίζονται. Ο μη εκτοκισμός του ποσού των αγορών για τις ημέρες αυτές μειώνει το ονομαστικό επιτόκιο κατά 2,5 μονάδες περίπου.
Οι αγορές μέσω πιστωτικών καρτών αποτελούν στην ουσία δάνεια προς ιδιώτες χωρίς εξασφαλίσεις. Το γεγονός αυτό προκαλεί σημαντικές επισφάλειες στις τράπεζες (εκτιμάται ότι το 10% των δανείων μέσω πιστωτικών καρτών δεν εξυπηρετούνται κανονικά) και φυσικά μειώνεται η τελική απόδοση κατά 2 μονάδες ακόμη.
Στα επιτόκια των καρτών περιλαμβάνεται και η εισφορά του νόμου 128, 1% επί του ύψους της οφειλής, που αποδίδεται στο Δημόσιο.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η πραγματική απόδοση για τις τράπεζες διαμορφώνεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, εφόσον από αυτήν θα πρέπει να αφαιρεθεί ακόμη το υψηλό λειτουργικό κόστος εξυπηρέτησης των συναλλαγών μέσω καρτών, λόγω του μεγάλου αριθμού συναλλαγών μικρών σχετικά ποσών, της ευρείας χρήσης της τεχνολογίας, της διαρκούς ανάγκης για δαπάνες εκσυγχρονισμού (μηχανήματα σε όλα τα σημεία πωλήσεων) καθώς και τη μηνιαία ενημέρωση του πελάτη.
Σχετικά με τα επιτόκια πιστωτικών καρτών που ισχύουν στο εξωτερικό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι για τους ίδιους λόγους είναι σημαντικά υψηλότερα από τα αντίστοιχα χορηγήσεων προς επιχειρήσεις και επομένως πρόκειται για διεθνή πρακτική. Γ. Τανισκίδης (Xiosbank) Το κόστος είναι μεγάλο
Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών έχουν παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα πτωτικές τάσεις, αλλά είναι γεγονός πως θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι παραμένουν ακόμη υψηλά σε σχέση με τα αντίστοιχα των άλλων πιστωτικών προϊόντων. Δύο είναι κυρίως οι παράγοντες που συντελούν προς αυτή την κατεύθυνση:
Πρώτον, το κόστος διαχείρισης των πιστωτικών καρτών. Οι πιστωτικές κάρτες έχουν υψηλό κόστος διαχείρισης αφού οι συναλλαγές είναι πολλές, συνεχείς και απαιτούν ειδικά τμήματα εξυπηρέτησης πελατείας. Οι πιστωτικές κάρτες διαφέρουν τελικώς σημαντικά από ένα στεγαστικό δάνειο στο οποίο η τράπεζα εκταμιεύει, π.χ., 15 εκατ. δρχ. και αν δεν παρουσιαστούν προβλήματα σε σχέση με τον πελάτη δεν έχει άλλο κόστος διαχείρισης για 15 χρόνια.
Δεύτερον, οι επισφάλειες. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Οι πιστωτικές κάρτες διεθνώς παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά επισφαλειών. Η χώρα μας δεν αποτελεί εξαίρεση και είναι λογικό. Ενα δάνειο έχει μεγαλύτερο βαθμό κινδύνου όταν δεν υπάρχουν εξασφαλίσεις παρά όταν εξασφαλίζεται με κάποιο ακίνητο ή αυτοκίνητο ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Θα πρέπει μάλιστα να αναφερθεί ότι το κόστος επισφάλειας επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τυχόν κόστος που αναλαμβάνουν οι τράπεζες σε περίπτωση χρεώσεων λόγω κλοπής ή απώλειας των πιστωτικών καρτών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επισφάλειες επιβαρύνουν τόσο πολύ το τελικό επιτόκιο ώστε η λογική τους να αντιστέκεται σθεναρά στη λογική των δύο παραγόντων που προσπαθούν να φέρουν τα επιτόκια σε χαμηλότερα επίπεδα. Οι δύο αυτοί παράγοντες είναι το μάρκετινγκ και ο γενικότερος ανταγωνισμός των τραπεζών να αποκτήσουν μερίδιο αγοράς.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα επιτόκια στις πιστωτικές κάρτες της χώρας είναι, όχι κατά απόλυτες τιμές αλλά συγκρινόμενα με εκείνα των καταθέσεων, είναι χαμηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών είναι υπερτριπλάσια των επιτοκίων καταθέσεων. Σ. Ασλόγλου (Εμπορική) Αλλο δάνειο και άλλο κάρτα
Είναι σαφές ότι η σχέση μεταξύ δύο συναλλασσομένων δεν μπορεί να στηρίζεται σε σαθρές βάσεις. Εχοντας αυτό ως αρχή, είναι απόλυτα σίγουρο ότι και η σχέση των πιστωτικών καρτών με τους κατόχους (αυτών των καρτών) δεν μπορεί παρά να είναι ειλικρινής.
Με δεδομένη αυτή τη σχέση, θέλω να παρατηρήσω ότι τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών στη χώρα μας δεν πρέπει να θεωρούνται και δεν είναι υψηλά. Και αυτό για τους εξής βασικούς και σημαντικούς λόγους:
Υπάρχει πολύ υψηλό κόστος υποστήριξης των λειτουργιών και των υπηρεσιών που προσφέρει μια πιστωτική κάρτα, η οποία είναι μια δυνατότητα συνεχούς και διαρκούς χρηματοδότησης.
Σε καμία περίπτωση το κόστος αυτό δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με το κόστος ενός καταναλωτικού δανείου, όπου υπάρχει για παράδειγμα μία και μόνη ουσιαστική ενέργεια, η εφάπαξ εκταμίευσή του.
Το κόστος του τεχνολογικού εξοπλισμού είναι πολύ μεγάλο και απαιτεί ανανέωση και διαρκή εκσυγχρονισμό.
Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας είναι το κόστος χρήματος και διαχείρισης των πιστωτικών καρτών.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ή να παραβλέπουμε ότι κάθε πιστωτική κάρτα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται ως ένα εργαλείο στις συναλλαγές χωρίς μετρητά, χωρίς καμία επιβάρυνση του κατόχου. Αναφέρομαι στην άτοκη – χαριστική περίοδο η οποία μπορεί να φθάσει και τις 50 ημέρες, μετά τις οποίες ο κάτοχος καλείται να πληρώσει την οφειλή του για αγορές που έχει πραγματοποιήσει, μολονότι η τράπεζα έχει καταβάλει τα αντίστοιχα χρήματα στις επιχειρήσεις.
Είναι ίσως ακόμη χρήσιμο να δούμε τις αντίστοιχες διαφορές και αποκλίσεις επιτοκίων σε άλλες χώρες που θεωρούμε προηγμένες ή σε καλύτερη κατάσταση από τη χώρα μας. Για παράδειγμα, στην Αγγλία, με γνωστούς όλους τους δείκτες πληθωρισμού και επιτοκίων, το επιτόκιο στις πιστωτικές κάρτες φθάνει το 20% ή εκεί όπου υπάρχει επιτόκιο 9% δεν υπάρχει άτοκη – χαριστική περίοδος.
Το παραπάνω δεν σημαίνει τίποτα ιδιαίτερο για τη χώρα μας και για την πολιτική των επιτοκίων, η οποία είναι πτωτική. Μέσα σε αυτό το πνεύμα πιστεύω ότι στους μήνες που έρχονται θα συνεχισθεί η μείωση των επιτοκίων των πιστωτικών καρτών.
