ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ και μάλιστα σημαντικές δημιουργεί σε έναν μεγάλο βιομηχανικό κλάδο τον σημαντικότερο της χώρας, επιμένουν οι εκπρόσωποί του η προωθούμενη «αντικατάσταση» του αναπτυξιακού νόμου 1892/90 με το σχέδιο νόμου που το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας κατήρτισε. Μπορεί σε άλλους κλάδους οι θετικές κρίσεις να υπερισχύουν αλλά στην κλωστοϋφαντουργία δεν συμβαίνει το ίδιο. «Ο νέος αναπτυξιακός νόμος», αναφέρει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων Κλωστοϋφαντουργίας κ. Ελευθ. Κούρταλης, «εγκαταλείπει στο περιθώριο και καταδικάζει σε αφανισμό τον κλάδο που πραγματοποιεί το 50% όλων των βιομηχανικών εξαγωγών μας και απασχολεί το 30% των εργαζομένων σε ολόκληρη τη βιομηχανία».
Ο λόγος γίνεται βέβαια για τον ευρύτερο κλωστοϋφαντουργικό κλάδο, η παραγωγή του οποίου το 1997 ήταν μικρότερη κατά 30% περίπου από εκείνη του 1996.
«Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος μας πλήττεται περισσότερο από κάθε άλλον κλάδο της βιομηχανίας μας από την παγκοσμιοποίηση της αγοράς, με αποτέλεσμα την τελευταία πενταετία να έχουν χαθεί 50.000 θέσεις εργασίας από τον κλάδο» επισημαίνει ο πρόεδρος του ΣΕΒΚ. Δείχνει να παραδέχεται και να θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι «το σχέδιο νόμου για τον νέο αναπτυξιακό νόμο ενισχύει σημαντικά τις νέες επιχειρήσεις προβλέποντας κρατικές επιχορηγήσεις». Πράγματι, είναι ελάχιστες οι νέες βιομηχανίες που δημιουργήθηκαν αυτή τη δεκαετία στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας. Δεν αποκλείεται όμως το φαινόμενο αυτό δοθείσης της κρίσης που χαρακτηρίζει την πορεία του κλάδου σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να μην αλλάξει τα επόμενα χρόνια, ανεξάρτητα από τις αλλαγές που θα θεσμοθετηθούν στο καθεστώς των κινήτρων και οι οποίες θα προβλέπουν, όπως έχει ανακοινωθεί, αυξημένα κίνητρα σε «νέες επιχειρήσεις». Το μεγάλο θέμα φαίνεται να είναι τι θα γίνει, λόγω και της κρίσης, με τις «παλαιές» ή, αν προτιμάτε, με τις «υφιστάμενες επιχειρήσεις» και όχι απλώς και μόνο με εκείνες τις πολύ λίγες που ήδη έχουν συνδεθεί με την κεφαλαιαγορά και έχουν προωθήσει ή προωθούν τον πολυδάπανο αλλά αναγκαίο εκσυγχρονισμό του παραγωγικού δυναμικού τους.
«Στις ήδη υφιστάμενες κλωστοϋφαντουργίες, που λειτουργούν περισσότερα από 5 χρόνια και αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων του κλάδου», ανέφερε ο συνομιλητής μας σε υπόμνημα του Συνδέσμου προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, «τα χορηγούμενα κίνητρα των επιδοτήσεων επιτοκίου και των φορολογικών απαλλαγών είναι ουσιαστικά χωρίς αντίκρισμα». Οπως εξηγεί, με εξαίρεση ίσως κάποιες επιχειρήσεις που έχουν αντλήσει κεφάλαια από την κεφαλαιαγορά και «πρόλαβαν» να ολοκληρώσουν σχεδόν τον εκσυγχρονισμό τους αξιοποιώντας μεταξύ των άλλων το καθεστώς των επιδοτήσεων, «τα κέρδη στον κλάδο είναι ελάχιστα» και συνεχώς συμπιέζονται τα τελευταία χρόνια. Για τις περισσότερες επιχειρήσεις, συνεπώς, οι φορολογικές απαλλαγές και η επιδότηση επιτοκίου μπορεί να αποδειχθεί «δώρον άδωρον».
«Για τις υφιστάμενες επιχειρήσεις ο νέος αναπτυξιακός νόμος είναι άδικος και δεν δίδει τη δυνατότητα σε αυτές να εκσυγχρονισθούν για να καταφέρουν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν» τονίζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου των κλωστοϋφαντουργικών βιομηχανιών της χώρας.
Με «κατανόηση», θα έλεγε κανείς, αντιμετωπίζουν γενικότερα οι ιθύνοντες του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) τις αλλαγές που επέρχονται στον αναπτυξιακό νόμο. Οι διαφωνίες δεν έχουν να κάνουν, φαίνεται, με τη «φιλοσοφία» των αλλαγών, αν και οι παρατηρήσεις και προτάσεις που γίνονται είναι αρκετές. Ο ΣΕΒ συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με τον περιορισμό των περίφημων επιχορηγήσεων που σε αρκετές περιπτώσεις δεν απέδωσαν… βιομηχανικές μονάδες αλλά έγιναν «βορά» επιτηδείων.
