Ουδείς προφήτης

Ουδείς προφήτης Αγγλόφωνη αλλά περιθωριακή η λογοτεχνία της Αυστραλίας βρήκε τον απόστολό της στο πρόσωπο ενός αγρότη και κτηνοτρόφου. Ζωή σαν μυθιστόρημα ΠΑΤΡΙΚ ΓΟΥΑΙΤ Γεννήθηκα στο Νάιτσμπριτζ στο Λονδίνο, στις 28 Μαΐου του 1912, από αυστραλούς γονείς. Τότε ο Βίκτορ Γουάιτ ήταν 42 χρόνων και η γυναίκα του, η Ρουθ Γουίδικομπ, δέκα χρόνια νεότερη. Οταν ήμουν έξι μηνών,

Ουδείς προφήτης


Γεννήθηκα στο Νάιτσμπριτζ στο Λονδίνο, στις 28 Μαΐου του 1912, από αυστραλούς γονείς. Τότε ο Βίκτορ Γουάιτ ήταν 42 χρόνων και η γυναίκα του, η Ρουθ Γουίδικομπ, δέκα χρόνια νεότερη. Οταν ήμουν έξι μηνών, οι γονείς μου επέστρεψαν στην Αυστραλία και εγκαταστάθηκαν στο Σίδνεϊ, κυρίως επειδή η μητέρα μου δεν άντεχε την προοπτική των πολλών γυναικών στην ιδιοκτησία όπου ο πατέρας μου είχε μερίδιο μαζί με τρεις μεγαλύτερους αδελφούς του. Οι οικογένειες του πατέρα μου και της μητέρας μου ήταν μικροκτηματίες από το Σόμερσετ. Ο προπάππος μου, Χουάιτ, είχε μεταναστεύσει στη Νέα Δυτική Ουαλλία το 1826, ως κτηνοτρόφος, και πήρε έναν κλήρο από τις βασιλικές εκτάσεις στην Απερ Χάντερ Βάλεϊ.


Κανένας από τους προγόνους μου δεν διακρίθηκε σε κάτι αξιομνημόνευτο, αν και υπάρχει ένας χαριτωμένος μύθος ότι κάποιος Γουίδικομπ ήταν γελωτοποιός του Εδουάρδου Β’. Ο παππούς μου Γουίδικομπ μετανάστευσε αργότερα, τον 19ο αιώνα. Μετά τον γάμο του με Αυστραλή αυτός και η γιαγιά μου επιβιβάστηκαν σε πλοίο για την Αγγλία, αλλά ξαναγύρισαν όταν η μητέρα μου ήταν ενός έτους. Ο παππούς Γουίδικομπ φαίνεται ότι βρήκε δυσκολίες στην εγκατάσταση ­ μεταπηδούσε από τη μία ιδιοκτησία στην άλλη, για να πεθάνει τελικά κοντά στο Μάσγουελμπρουκ στο Απερ Χάντερ. Ο πατέρας και η μητέρα μου ήταν δεύτερα ξαδέλφια, αν και δεν γνωρίστηκαν παρά λίγο πριν από τον γάμο τους. Οι Γουίδικομπ είχαν μικρότερη περιουσία από τους Γουάιτ, γεγονός στο οποίο οφειλόταν ίσως η αίσθηση ανωτερότητας της μητέρας μου στον κύκλο των συγγενών της. Σχεδόν όλοι οι Γουάιτ παρέμειναν δεμένοι με τη γη και θεωρούνταν ασυνήθιστο, ακόμη και σκανδαλώδες, αν κάποιο μέλος της οικογένειας την εγκατέλειπε. Το να γίνει κάποιος οποιοδήποτε είδος καλλιτέχνη ήταν αδιανόητο. Οπως όλοι οι άλλοι, προοριζόμουν κι εγώ για τη γη, αν και κάτι μου έλεγε ότι στο τέλος δεν θα γινόταν έτσι.


Ως παιδί ήμουν ασθενικός. Η διάγνωση δεν έδειξε τίποτε περισσότερο από άσθμα, αλλά κι έτσι ακόμη κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί για τη ζωή μου. Λόγω του άσθματος με έστειλαν σε σχολείο στην πόλη κι επισκεπτόμουν το Σίδνεϊ μόνο για σύντομα ασθματικά διαστήματα καθ’ οδόν προς ένα σπίτι που είχαμε στα Μπλου Μάουντενς. Προφανώς εξαιτίας του άσθματος άρχισα να διαβάζω και να γράφω από νωρίς, και οι φιλολογικές μου απόπειρες από την ηλικία περίπου των εννέα χρόνων αφορούσαν κυρίως ποίηση και θέατρο. Οταν έγινα δεκατριών χρόνων, έφυγα από την Αυστραλία και πήγα σε σχολείο στο Σέλτενχαμ στην Αγγλία, επειδή κατά τη γνώμη της μητέρας μου ό,τι ήταν αγγλικό ήταν καλό, και ο πατέρας μου, αν και σοβινιστής Αυστραλός, σεβόταν τα καπρίτσια της. Αφού με «εγκατέστησαν» στην αγγλική φυλακή μου, οι γονείς και η αδελφή μου έφυγαν για την Αυστραλία. Παρ’ όλο που στις διακοπές ήμουν ελεύθερος να επισκέπτομαι τα θέατρα του Λονδίνου και να εξερευνώ την εξοχή, πέρασα τέσσερα αξιοθρήνητα χρόνια σαν άποικος σε αγγλικό σχολείο. Οι γονείς μου γύρισαν για τις μεγάλες διακοπές όταν ήμουν δεκαέξι χρόνων και αρχίσαμε ταξίδια στην Ευρώπη ­ ένα από αυτά στη Σκανδιναβία. Η Νορβηγία και η Σουηδία άσκησαν ιδιαίτερη επίδραση πάνω μου, μια και είχα ανακαλύψει από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου τον Ιψεν και τον Στρίντμπεργκ ­ προτίμηση για την οποία ο άγγλος καθηγητής μου με ελεεινολογούσε: «Εχεις μια νοσηρή μανία που σκοπεύω να σ’ τη διακόψω». Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να μου την ενισχύσει ακόμη περισσότερο.


Πλησιάζοντας τα δεκαοκτώ έπεισα τους γονείς μου να με αφήσουν να γυρίσω στην Αυστραλία για να δω τουλάχιστον αν θα μπορούσα να προσαρμοστώ στην αγροτική ζωή προτού πάω στο Κέμπριτζ. Για δύο χρόνια δούλεψα ως αγρότης, πρώτα στο ορεινό δυτικό τμήμα της Νέας Δυτικής Ουαλλίας, που έγινε για μένα το πιο ζοφερό μέρος της γης, μετά στην ιδιοκτησία ενός θείου Γουίδικομπ, στον επίπεδο φουσκαλιασμένο Βορρά που τον μάστιζαν άλλοτε η ξηρασία και άλλοτε οι πλημμύρες. Θυμάμαι που κολυμπούσα μαζί με τ’ άλογό μου μέσα στα πλημμυρισμένα νερά για να φέρω την αλληλογραφία, ή που απολάμβανα ένα πιάτο βραστές τσουκνίδες σε εποχή που δεν υπήρχε ίχνος χορταριού. Η ζωή η ίδια δεν ήταν δυσάρεστη, αλλά οι συζητήσεις περιστρέφονταν αδιάκοπα γύρω από το μαλλί και τον καιρό. Αρχισα να γράφω μυθιστορήματα πίσω από μια κλειστή πόρτα ή στο τραπέζι της τραπεζαρίας του θείου μου. Ακόμη πιο αξιοκατάκριτος, μετά τη θητεία μου ως αποίκου στο αγγλικό σχολείο, ήμουν τώρα το καρφί στο μάτι των συγχωριανών μου. Δεν πρόλαβα να ανοίξω το στόμα μου να το ζητήσω, και αμέσως καλοδέχτηκα την ευκαιρία να δραπετεύσω στο Κινγκς Κόλετζ, στο Κέμπριτζ. Αν και ήξερα ότι ένα πανεπιστήμιο δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά μια απλή παραλλαγή σχολείου, είχα αποφασίσει ότι μετά θα χανόμουν ­ κομμάτι ανώνυμο ­ στο Λονδίνο που ήδη αγαπούσα.


Πράγματι απόλαυσα το κάθε λεπτό της ζωής μου στο Κινγκς και ιδιαίτερα την ανακάλυψη της γαλλικής και της γερμανικής φιλολογίας. Στις διακοπές ταξίδευα στη Γαλλία ή στη Γερμανία, για να βελτιώσω τις ξένες γλώσσες μου. Εγραφα άστατα ­ κακά θεατρικά, χειρότερη ποίηση. Επειτα, μετά την αποφοίτησή μου, έπρεπε να πάρω μια απόφαση: Τι θα κάνω; Δεν ήταν εύκολο να αναγγείλω ότι σκόπευα να παραμείνω στο Λονδίνο και να γίνω συγγραφέας, όταν δεν είχα σχεδόν τίποτε να παρουσιάσω. Προς έκπληξή μου, ο πατέρας μου, που δεν διάβαζε τίποτε περισσότερο από εφημερίδες και βιβλία για άλογα, και με τον οποίο δεν ανταλλάσσαμε λέξη όταν βρισκόμασταν μόνοι σ’ ένα δωμάτιο, συμφώνησε να μου διαθέσει ένα μικρό ποσό για να ζω ενόσω θα προσπαθούσα να γράψω.


Σε αυτή την εποχή της ζωής μου ήμουν ερωτευμένος με το θέατρο, όπου πηγαινοερχόμουν τρία ή τέσσερα βράδια την εβδομάδα. Χωρίς να τα καταφέρω, προσπάθησα να βρω δουλειά στις κουίντες. Συνέχισα να γράφω κακά έργα, τα οποία ευτυχώς δεν ανελάμβανε κανένας παραγωγός, ενώ κανείς επίσης δεν βρισκόταν να εκδώσει τα πρώτα μου μυθιστορήματα. Μερικά μονόπρακτα και στίχοι εμφανίστηκαν σε τοπικά φύλλα και κάποια ποιήματα τυπώθηκαν σε φιλολογικά περιοδικά. Τότε, στις αρχές του 1939, ένα μυθιστόρημα που κατάφερα να ολοκληρώσω, η Ευτυχισμένη κοιλάδα, εκδόθηκε στο Λονδίνο επειδή ο ποιητής Τζέφρεϊ Γκρίγκσον, εκδότης τότε του περιοδικού «Νιου Βερς», που είχε δεχθεί ένα από τα ποιήματά μου, ήταν επίσης και αναγνώστης χειρογράφων σε έναν εκδοτικό οίκο. Το μυθιστόρημα αυτό, αν και εν πολλοίς ασήμαντο, έτυχε καλής αποδοχής από τους κριτικούς και άρχισα να αισθάνομαι συγγραφέας. Εφυγα για τη Νέα Υόρκη ελπίζοντας να επαναλάβω την επιτυχία μου, μόνο και μόνο για να με απορρίψουν όλοι σχεδόν οι εκδότες σε αυτή την πόλη, ώσπου το Βίκινγκ Πρες, οι μόνιμοι αμερικανοί εκδότες μου, αποφάσισαν να με αναλάβουν.


Η ευχάριστη αυτή έκβαση στα προσωπικά μου θέματα διακόπηκε από την έκρηξη του πολέμου. Τους πρώτους, σχετικά ήρεμους, μήνες ζούσα μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης, γράφοντας με γρήγορο ρυθμό ένα δεύτερο μυθιστόρημα, το Ζωντανοί και νεκροί. Το 1940 στρατολογήθηκα αξιωματικός της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Αεροπορίας, παρά την πλήρη άγνοια του τι έπρεπε να κάνω. Υστερα από μερικές φοβερές εβδομάδες στο επιτελείο της RAF με έστειλαν απανωτά ταξίδια από την Γκρίνλαντ στις Αζόρες, με ένα φορτηγό πλοίο του Λίβερπουλ, με μια παρέα από εξίσου άπειρους αξιωματικούς, ώσπου αποβιβαστήκαμε στη Χρυσή Ακτή για να μεταφερθούμε, από εξωτικές διαδρομές, στο Κάιρο, πάνω σε ένα αεροπλάνο βγαλμένο από μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν.


Ο ρόλος μου στον πόλεμο ήταν σχετικά ασήμαντος. Η δουλειά μου ως υπεύθυνου αξιωματικού μυστικής υπηρεσίας ήταν πολύ χρήσιμη. Ξοδεύαμε πολύ χρόνο προχωρώντας ή οπισθοχωρώντας μέσα από ερήμους, περιμένοντας καθισμένοι σε σκονισμένα αντίσκηνα ή στο αρχηγείο. Τουλάχιστον πήρα μια γεύση απ’ όλες σχεδόν τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Περιστασιακά, όλα αυτά τα χρόνια, βόμβες ή σφαίρες δημιουργούσαν αυτό που θα έπρεπε να είναι πραγματικότητα, αλλά που τελικά έκανε την πραγματικότητα να μοιάζει περισσότερο απόμακρη. Δεν μπορούσα να γράψω και το γεγονός αυτό εξηγούσε τελικά την κατάσταση της ψυχοσύνθεσής μου: ο ελαττωματικός μου εαυτός από τότε και στο εξής ένιωσε έντονα ζωντανός μόνο στα μυθιστορήματα που δημιουργώ.


Ισως οι πιο σημαντικές στιγμές του πολέμου για μένα ήταν όταν, στη Δυτική Ερημο της Αιγύπτου, είχα την ιδέα να γράψω ένα μυθιστόρημα για κάποιον μεγαλομανή Γερμανό, πιθανώς εξερευνητή στην Αυστραλία του 19ου αιώνα, και όταν γνώρισα τον έλληνα φίλο μου Μανόλη Λάσκαρη, που παρέμεινε το στήριγμά μου στη ζωή και στο έργο μου.


Αφού αποστρατεύτηκα, αποφασίσαμε να έρθουμε στην Αυστραλία, όπου αγοράσαμε μια φάρμα στο Καστλ Χιλ, έξω από το Σίδνεϊ. Ενόσω διαρκούσε ο πόλεμος σκεπτόμουν με νοσταλγία το αυστραλιανό τοπίο. Η νοσταλγία αυτή και το νεκροταφείο του μεταπολεμικού Λονδίνου, καθώς και η ποταπή επιθυμία της γεμάτης κοιλιάς, με έκαναν να κόψω τις ευρωπαϊκές μου γέφυρες. Εν τω μεταξύ στο Λονδίνο, βγαίνοντας από την Αλεξάνδρεια και στα καταστρώματα των πλοίων της γραμμής, έγραφα την Ιστορία της θείας. Ενιωθα ανακούφιση που μπορούσα πάλι να εκφράζομαι ελεύθερα, αλλά κανείς απ’ όσους καταγίνονταν να ορθοποδήσουν από τα ερείπια ενός πολέμου δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για μυθιστορήματα. Οι Αυστραλοί, που δεν είχαν τόσο μεγάλη ανάμειξη, δεν λογαριάζονταν τόσο. Οι περισσότεροι βρήκαν το βιβλίο δύσκολο και ακατανόητο, όπως ακριβώς δύσκολη ήταν και η επικοινωνία μας στα πρώτα αυτά χρόνια στο Καστλ Χιλ. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί τόσο ξένος. Η αποτυχία της Ιστορίας της θείας και η ανάγκη να μάθω μια γλώσσα απ’ την αρχή, με έκαναν να αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να δοκιμάσω πάλι να γράψω έστω και μία λέξη.


Οι προσπάθειές μας στις καλλιέργειες ­ φρούτα, λαχανικά, λουλούδια ­ και στην εκτροφή κατσικιών και σκύλων ήταν ερασιτεχνικές αλλά πολυδάπανες. Το κενό μέσα στο οποίο ζούσαμε ή ίσως η γύρη του πάσπαλου που απειλούσε πάντα να μας καταβροχθίσει, η υποψία ότι η ζωή μου είχε πάρει λάθος δρόμο, ευνόησαν τα χειρότερα κρούσματα άσθματος που είχα ως τότε. Στα δεκαοκτώ χρόνια που ζήσαμε στο Καστλ Χιλ, δεσμευμένοι πιο πολύ από τα δέντρα που οι ίδιοι είχαμε φυτέψει, βρισκόμουν συνέχεια στα νοσοκομεία. Κατόπιν, περί το 1951, άρχισα πάλι να γράφω με μεγάλη προσπάθεια ένα μυθιστόρημα που αρχικά το ονόμασα Α life sentence on earth, το οποίο τελικά έγινε Το δέντρο του ανθρώπου. Ενώ το δέχθηκαν ευνοϊκά στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, το βιβλίο αυτό αντιμετωπίστηκε με κατακραυγή και δυσπιστία στην Αυστραλία: κάποιος, στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολος Αυστραλός, αψηφούσε τη φυσιοκρατική παράδοση ή, ακόμη χειρότερα, ένα μέλος της τάξης των κτηνοτρόφων απέβλεπε σε επάγγελμα που ήταν προνόμιο δασκάλων! Το Voss που ακολούθησε δεν τα πήγε καλύτερα. Ηταν «μυστικιστικό, ασαφές, σκοτεινό». Μια εφημερίδα δημοσίευσε κριτική με τον τίτλο: «Ο πιο δυσνόητος συγγραφέας της Αυστραλίας». Στο Ταξιδιώτες της άμαξας η σκηνή όπου ο Χίμελφαρμπ, ο εβραίος πρόσφυγας εργάτης, υποβάλλεται σε μια παρωδία σταύρωσης από μεθυσμένους συντρόφους του θεωρήθηκε υβριστική από τον πολύ κόσμο και από τους διανοουμένους. Φυσικά «δεν μπορούσε να έχει συμβεί εδώ», με τη διαφορά ότι συμβαίνει σε όλα τα πλάτη, και με πολλούς εξευτελιστικούς τρόπους, όπως εγώ, ξένος στην ίδια μου την πατρίδα, έμαθα από προσωπική εμπειρία.


Αρκετοί Αυστραλοί πάντως ανακάλυψαν ότι ήταν σε θέση να διαβάσουν μια ανατύπωση της Ιστορίας της θείας, βιβλίο που τους έφερε σε αμηχανία όταν πρωτοεκδόθηκε μετά τον πόλεμο· και την εποχή που παρουσιάστηκε το Solid Mandala αντιλήφθηκαν ότι μπορεί να ήμουν κάτι που έπρεπε να ανεχθούν.


Το 1964, συμπιεσμένοι από τα προάστια που απλώνονταν προς την εξοχή, εγκαταλείψαμε το Καστλ Χιλ και μετακομίσαμε στο κέντρο της πόλης. Κάνοντας μια αναδρομή βλέπω πως πρέπει να είχα έναν υποσυνείδητο πόθο να διαγράψει η ζωή μου έναν πλήρη κύκλο, με τον γυρισμό σε σκηνές της παιδικής μου ηλικίας, καθώς και τη συνειδητή επιθυμία να διευρύνω το πεδίο μου γράφοντας για κάποιους εκλεπτυσμένους Αυστραλούς, όπως έκανα στο Vivisector και στο Μάτι της καταιγίδας. Στην άκρη του Σεντένιαλ Παρκ, ενός ειδυλλιακού τοπίου περικυκλωμένου από μια μητρόπολη, βρήκα το καλύτερο σημείο των δύο κόσμων. Προσπάθησα να υμνήσω το πάρκο, που σημαίνει τόσα για πολλούς από μας, στο Μάτι της καταιγίδας και σε μερικά από τα πιο μικρά μυθιστορήματα του The cockatios. Ελπίζω να συνεχίσω να ζω εδώ και, αν έχω ακόμη τη δύναμη, να γεμίζω το κενό της Αυστραλίας με τον μόνο τρόπο που μπορώ.


Βραβείο Νομπέλ 1973

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version