” Ο ερμηνευτής είναι και λίγο μέντιουμ ”
Αν όντως, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, η ζωή είναι άθροισμα κύκλων, τότε για την Ντόρα Μπακοπούλου αυτός που μόλις ολοκληρώθηκε είναι πολύ σημαντικός. Τα δύο CD που κυκλοφόρησαν πρόσφατα υπό τον ενιαίο και αρκούντως εύγλωττο τίτλο «Η τέχνη της Ντόρας Μπακοπούλου» έχουν έναν χαρακτήρα διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές της: αποτελούν, όπως η ίδια η πιανίστρια δηλώνει, «τη συμπυκνωμένη κατάθεση ολόκληρης της ως σήμερα ερμηνευτικής μου δουλειάς». Εργα που αγάπησε πολύ, «αναμετρήθηκε» μαζί τους στα ρεσιτάλ που έδωσε κατά καιρούς τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας και θεωρεί ότι είναι αυτά που τη «σημάδεψαν» ιδιαίτερα στην πολύχρονη διαδρομή της ως καλλιτέχνιδος.
«Από μικρό παιδί έχω μάθει να μην αναβάλλω» λέει η ίδια περιγράφοντας τη λογική της δουλειάς αυτής. «Κάθησα λοιπόν και σκέφτηκα: “Αν αύριο έπαυα να υπάρχω, τι θα ήθελα να μείνει από εμένα;”. Ετσι η επιλογή των έργων έγινε εύκολα, αβίαστα, με μοναδικό γνώμονα την αγάπη. Απολογισμός, επαναπροσέγγιση, ολοκλήρωση ενός κεφαλαίου και έναρξη ενός νέου, λίγο από όλα αυτά είναι η συγκεκριμένη δουλειά. Επάνω από όλα όμως είναι η αίσθηση ότι ίσως αύριο δεν μπορώ να το κάνω, τουλάχιστον όχι με τις σημερινές δυνατότητες και ευνοϊκές συνθήκες. Τώρα αισθάνομαι ανακουφισμένη: ό,τι έχω παίξει έχει γραφτεί».
Αναφερόμενη σε αυτά καθαυτά τα έργα η Ντόρα Μπακοπούλου στέκεται σε έναν έναν από τους μεγάλους της «έρωτες»: τον Μπραμς, τον Σούμαν, τον Ραβέλ και φυσικά τον Μπαχ, που τη συνόδευσε σε όλη της την καριέρα, αλλά και τον Μπετόβεν. «Η Σονάτα Νο 32 σε ντο ελάσσονα, έργο 111, που περιλαμβάνεται στο δεύτερο CD, είναι το σημαντικότερο έργο που έχω ερμηνεύσει» δηλώνει η πιανίστρια. «Το πρώτο μέρος της εκφράζει την πάλη με τη ζωή ενώ το δεύτερο είναι ουσιαστικά η πνευματική διαθήκη του συνθέτη: ένα συμπέρασμα ζωής γεμάτο αγάπη με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Δεν είναι από τα έργα που μελέτησα στα νεανικά μου χρόνια, ήρθε στη ζωή μου κάπως αργότερα. Ωστόσο του αφοσιώθηκα. Ηταν μάλιστα η εποχή που είχα άρρωστη τη μητέρα μου, η οποία, ενώ σε όλη της τη ζωή άκουγε πιάνο, δεν είχε κάποια έμφυτη έφεση. Με αυτό το έργο λοιπόν που γνώρισε μέσω εμού στη δύση της ζωής της αισθάνθηκα ότι τελικά επικοινώνησε με τη μουσική».
Παρ’ όλο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που έχει για την ίδια η δουλειά αυτή, η Ντόρα Μπακοπούλου αισθάνεται ότι η εποχή δεν είναι κατάλληλη για να εορτάσει κανείς την έκδοση ενός δίσκου: «Το τελευταίο διάστημα, με όλα αυτά που συνέβησαν στον κόσμο μας, προβληματίστηκα πολύ. Τις δύο πρώτες ημέρες αυτού του τρομερού πολέμου ιδιαίτερα ήμουν κυριολεκτικά άρρωστη. Ελεγα μέσα μου: Τι κάνω τώρα εγώ; Εχουν κανένα νόημα όλα αυτά; Μετά όμως, όταν το ξανασκέφθηκα, είπα ότι είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Αυτή την τραγική στιγμή, που φοβάμαι ότι είναι η απαρχή μιας σκοτεινής περιόδου, δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας: ή θα ξεχάσουμε όλα αυτά στα οποία πιστέψαμε ή θα αντισταθούμε, έστω και αν είμαστε λίγοι. Πιστεύω λοιπόν ότι τώρα είναι που πρέπει να δίνονται πιο πολλά ρεσιτάλ: να ενισχύσουμε την πίστη του κόσμου στην πολιτιστική μας κληρονομιά, να δείξουμε τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων».
Σχολιάζοντας την προσωπική της διαδρομή η Ντόρα Μπακοπούλου δηλώνει ότι αισθάνεται τυχερή. «Κάνω κάτι που αγαπώ πολύ αντλώντας δυνάμεις από αυτό. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή που έγινα μουσικός, παρά το ότι η μητέρα μου με είχε καταπιέσει πολύ όταν ήμουν μικρή. Οι γονείς, βλέπετε, συχνά μεταφέρουν στα παιδιά τα δικά τους απωθημένα. Κάποια στιγμή απέκτησα μια δική μου σχέση με τη μουσική και αυτή η σχέση με τρέφει». Εχοντας παράλληλα αφιερώσει μεγάλο κομμάτι της ενέργειάς της στη διδασκαλία αναγνωρίζει ότι τα πράγματα είναι σήμερα πολύ δυσκολότερα για τους νέους καλλιτέχνες: «Κατ’ αρχάς ο ανταγωνισμός είναι τρομακτικός. Γίνονται πάρα πολλοί διαγωνισμοί και δίνονται αντίστοιχα πάρα πολλά πρώτα βραβεία, τα οποία “εξαντλούνται” μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Πέρα από αυτό, όμως, ο ίδιος ο στόχος έχει μετατοπιστεί. Το ζητούμενο είναι ο εντυπωσιασμός, η ταχύτητα, με αποτέλεσμα το όλο πράγμα να έχει καταντήσει τσίρκο. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει κουραστεί. Πας σε μια συναυλία και δεν αισθάνεσαι αυτό το βαθύ και εξαιρετικό που ένιωθες κάποτε. Ο ερμηνευτής, ξέρετε, είναι και λίγο μέντιουμ με την έννοια της επικοινωνίας με τον συνθέτη».
Η Ντόρα Μπακοπούλου πιστεύει ότι η παραμονή στην Ελλάδα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για έναν νέο καλλιτέχνη που αναζητεί επαγγελματική διέξοδο: «Εδώ τουλάχιστον έχει κανείς ευκαιρίες να παίξει, δεν είναι κορεσμένα τα πράγματα. Στο εξωτερικό είναι περίπου αδύνατον. Ακόμη και σε ό,τι αφορά το κοινό εδώ είναι καλύτερα τα πράγματα. Εκεί που ο κόσμος άρχισε να κουράζεται στην Ευρώπη το ενδιαφέρον αυξήθηκε εδώ. Βέβαια στο εξωτερικό φταίνε και οι ίδιοι που έχουν οργανώσει τη μουσική ζωή έτσι ώστε να είναι πολύ ακριβή».
Η ίδια είναι ειλικρινής όταν αναφέρεται στη δική της απόφαση να παραμείνει στην Ελλάδα: «Στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Μόνο και μόνο το να ζεις εκεί είναι δύσκολο. Απαιτεί άλλου είδους αντοχές και εγώ δεν τις είχα. Υστερα, εδώ που τα λέμε, το να συζητηθείς ως μαθήτρια ακόμη, όπως έγινε με εμένα, δεν είναι και συνηθισμένο. Σήμερα δεν νομίζω ότι γίνεται…». Μοιραία η συζήτηση στρέφεται στον Δημήτρη Μητρόπουλο, ο οποίος υπήρξε ο άνθρωπος ο οποίος την προσανατόλισε επαγγελματικά στη σπουδή του πιάνου. «Εκείνος είχε συμβουλεύσει τη μητέρα μου να με κρατήσει μακριά από αυτοσχεδιασμούς και σύνθεση. Αυτό με καταπίεσε για χρόνια και το έχω μετανιώσει. Μόλις τώρα έχω αρχίσει να απελευθερώνομαι. Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ο ίδιος είχε πικραθεί και είχε εγκαταλείψει τη σύνθεση. Βέβαια, όταν έχεις μελετήσει και αγαπήσει συνθέτες ανυπέρβλητους όπως ο Μπαχ ή ο Μπετόβεν, η όποια σύγκριση είναι δυσβάσταχτη, σε καταρρακώνει. Πρώτα το θεωρούσα ύβρι να παρουσιάσω κάτι δικό μου αλλά σήμερα νιώθω ότι δεν θα με πείραζε. Θα δούμε…».
