Αφαίρεση με παραστατικές αφορμές
Ο Μιχάλης Κατζουράκης είναι καλλιτέχνης σπάνιος για τα ελληνικά πράγματα. Εδώ και περισσότερο από 50 χρόνια επιδεικνύει συνέπεια σχεδόν εξαντλητική και ολοένα αυξανόμενη συγκέντρωση στις προσωπικές του επιδιώξεις. Πολυταξιδεμένος και με έντονα ερευνητική διάθεση, ο Μιχάλης Κατζουράκης εμφανίζει μια ήρεμη σιγουριά, τουλάχιστον τώρα που μια επιλογή από το έργο των τελευταίων 46 χρόνων έχει εγκατασταθεί στο Εργοστάσιο, τον εκθεσιακό χώρο της ΑΣΚΤ Αθηνών. Κάπως όπως ο ασθενής που πηγαίνει στο χειρουργείο αγωνιά ώσπου να ξαπλώσει στο τραπέζι και μετά παραδίδεται, έτσι και ο καλλιτέχνης που εκθέτει το έργο ζωής του είναι ανοιχτός στην αξιολόγηση του κοινού και λίγα πράγματα μπορεί, για την ώρα τουλάχιστον, να κάνει γι’ αυτό. Απλός, λιτός, συγκρατημένος – ίσως και λίγο ντροπαλός -, ο Μιχάλης Κατζουράκης μου έκανε την τιμή να κουβεντιάσουμε περιδιαβάζοντας την έκθεσή του, και το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου να τον ρωτήσω ήταν ακριβώς πώς νιώθει με δύο αναδρομικές εκθέσεις (η πρώτη ήταν στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, από τις 25 Μαΐου ως τις 8 Ιουλίου 2001) τόσο κοντά τη μία στην άλλη;
«Οταν μου ζήτησαν από το Μακεδονικό Μουσείο να κάνω έκθεση» απάντησε ο καλλιτέχνης «εγώ υπολόγιζα να κάνω μια κανονική έκθεση, δηλαδή της τρέχουσας δουλειάς μου. Μετά, στην κουβέντα πάνω, επέμεναν να είναι αναδρομική. Δεν μου αρέσει η λέξη “αναδρομική”» είπε γελώντας «γι’ αυτό δεν την αναφέρουμε και πολύ, λέμε ότι πρόκειται για δουλειά από το ’65 ως τώρα. Δεν ήθελα πολύ να το κάνω. Αλλά όταν άρχισα να συγκεντρώνω τα έργα – ήταν πολύ επίπονο και δύσκολο, διότι δεν είμαι πολύ τακτικός, τελευταία άρχισα να κρατάω ένα φωτογραφικό αρχείο – το βρήκα ενδιαφέρον. Βέβαια έκανα μια επιλογή, ξεκίνησα από το ’65 ενώ ζωγραφίζω από το ’48 τουλάχιστον, αν δείτε τον κατάλογο έχει μια αυτοπροσωπογραφία στην ηλικία των 16 ετών. Δεν ήθελα να κάνω αναδρομική με αυτή την έννοια. Είναι η ίδια αναδρομική που ήρθε εδώ στο Εργοστάσιο, απλώς εμπλουτισμένη».
Είχα δει την αυτοπροσωπογραφία του ’48 στον κατάλογο και, όσο μπορεί να πει κανείς από μια φωτογραφία, την είχα βρει εξαιρετική. Πώς αλλάζει κανείς τόσο πολύ; Γιατί εγκατέλειψε ο Μιχάλης Κατζουράκης την παραστατική ζωγραφική; «Δεν έχω αποκηρύξει τίποτε» είπε ο καλλιτέχνης. «Υπάρχει μια αφαίρεση, αν θέλετε, αυτό ναι, οι αφορμές όμως για τα έργα που κάνω είναι πάντοτε παραστατικές. Προέρχονται από τον περιβάλλοντα χώρο. Ακόμη και τις πιο ακραίες περιπτώσεις, αυτά τα απόλυτα γεωμετρικά έργα» είπε περπατώντας προς τις μεγάλες σφαίρες που βρίσκονται κοντά στην είσοδο της έκθεσης «δεν τα βλέπω με την αφηρημένη έννοια· αυτό που βλέπετε εκεί είναι μια σφαίρα. Τη βλέπω σαν αντικείμενο. Βλέπω το “απτό” του πράγματος». Θυμήθηκα πράγματι το κείμενο στο οποίο ο Κατζουράκης έχει γράψει ότι «δεν με απασχολεί η μετάδοση μηνύματος. Ενας κύβος χωρισμένος στα έξι σημαίνει έναν κύβο χωρισμένο στα έξι. Το υποσυνείδητο φυσικά παρεμβαίνει χωρίς να ρωτάει σε κάθε έκφρασή μας και δημιουργία. Αν λοιπόν αυτό θέλησε να μεταδώσει κάτι, δικαίωμά του». Του το ανέφερα και γέλασε. «Ετσι, έτσι» είπε. «Ακριβώς». Μα, αναρωτήθηκα, μια σφαίρα μπορεί να είναι μια σφαίρα, αλλά προκαλεί συνειρμούς, έτσι δεν είναι; «Βεβαίως» απάντησε. «Αλλά εγώ δεν έχω την πρόθεση να μεταδώσω μηνύματα. Οπως έλεγε ο Ιονέσκο, “τα μηνύματα τα φέρνει ο ταχυδρόμος”!».
Από την άποψη του ύφους βέβαια ο Μιχάλης Κατζουράκης κατατάσσεται με – συχνά αβασάνιστη – ευκολία: τον έχουν αποκαλέσει μινιμαλιστή ουκ ολίγες φορές. «Είμαι μινιμαλιστής» είπε ο καλλιτέχνης. «Είμαι μινιμαλιστής και στη ζωή. Απλοποιώ τα πράγματα. Οχι με την έννοια της απλοϊκότητας, απλώς κατασταλάζω στις πιο απλές μορφές».
Του ζήτησα να μου πει δυο λόγια γι’ αυτό το καταπληκτικό γλυπτό που βρίσκεται στο Ψυχικό. «Ναι, γίνεται και λίγη φασαρία γι’ αυτό το γλυπτό. Σε μερικούς γείτονες δεν αρέσει. Εχει γίνει και αντικείμενο εκλογικής αντιπαράθεσης μάλιστα» είπε γελώντας ο καλλιτέχνης. «Ο υποψήφιος δήμαρχος λέει ότι θα το βγάλει αν εκλεγεί για να πάρει ψήφους, και πάει λέγοντας». Αυτό εννοούμε άραγε όταν λέμε «στρατευμένη τέχνη»; είπα. Γελάσαμε και ο καλλιτέχνης συνέχισε: «Ολα ξεκινούν από κάπου. Για εμένα η αρχή ήταν αυτό το υλικό, το νευρομετάλ, ένα οικοδομικό υλικό. Το μεταχειρίστηκα σε πίνακες πρώτα και μετά άρχισα να το κάνω τρισδιάστατο. Γλυπτική έκανα πάντα. Από 12 ετών, με τον Γιώργο Ζογγολόπουλο εκεί στη γειτονιά, μετά πήγαινα τα Σάββατα στο ατελιέ του Απάρτη. Αυτό το γλυπτό, που λέτε, λέγεται “Πολοναρούβα”, που είναι ένα μέρος στη Σινγκαπούρη. Εκεί στη Σινγκαπούρη είχα δει μια εικόνα, σε ένα τοπίο πράσινο με δέντρα υπήρχαν κάτι κολόνες τετράγωνες, λίγο κεκλιμένες. Αρχισα λοιπόν να κάνω διάφορα σχήματα στον χώρο με το νευρομετάλ. Και βγήκε αυτό το έργο που πήγα στη Βενετία το ’87. Το τροποποίησα λοιπόν, το έσφιξα λίγο, και το έβαλα στο Ψυχικό».
Το να ξεκινάει ένας καλλιτέχνης από το υλικό του είναι μια αντίληψη ζωγραφική, δεν είναι; «Είναι ζωγραφική αντίληψη» είπε ο καλλιτέχνης. «Οπτική αντίληψη. Ενα έργο έχει μια ζωή δική του». Δεν είναι αλήθεια ότι η σύγχρονη θεωρία της τέχνης μάς έχει κάνει να εκλαμβάνουμε την τέχνη, όπως αυτή του Κατζουράκη, ως μια θεωρητική θέση; «Εγώ σας μιλάω για ένα οπτικό ερέθισμα. Από κάπου ξεκινάω. Μετά το έργο αυτονομείται και είναι αυτή η αυτονομία που με ενδιαφέρει. Μιλάω για τις σχέσεις που υπάρχουν μέσα στο έργο. Τίποτε άλλο. Δεν το αποκλείω για άλλους, απλώς εμένα δεν με ενδιαφέρει». Ο Μιχάλης Κατζουράκης λοιπόν τι αισθάνεται ότι είναι πάνω από όλα; «Ζωγράφος. Βέβαια, δεν βλέπω τον διαχωρισμό. Μπορεί να υπάρχει μια προέκταση στον χώρο. Αλλά πάνω απ’ όλα είμαι ζωγράφος».
Η έκθεση «Μιχάλης Κατζουράκης – Ζωγραφική, Κατασκευές, Γλυπτική, 1965-2001» στο Εργοστάσιο της ΑΣΚΤ Αθηνών (Πειραιώς 256, Ρέντης, τηλ. 010 4801.315, https://www.asfa.gr) θα διαρκέσει ως τις 2 Ιουνίου.
