Κριστιάν Ντιόρ

Κριστιάν Ντιόρ 50 χρόνια "New Look" Η μόδα όπως την ξέρουμε γεννήθηκε πριν από 50 ακριβώς χρόνια. Τότε όπου ο Κριστιάν Ντιόρ εφηύρε το «New Look» και προκάλεσε ανοιχτά την επηρεασμένη από τον πόλεμο σκυθρωπή λιτότητα της γυναικείας εμφάνισης δίνοντάς της ένα ­ επιτέλους ­ οριστικό τέλος! Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά, η μόδα ήταν ένας από τους ελάχιστους τομείς που δεν είχε

Κριστιάν Ντιόρ

Η μόδα όπως την ξέρουμε γεννήθηκε πριν από 50 ακριβώς χρόνια. Τότε όπου ο Κριστιάν Ντιόρ εφηύρε το «New Look» και προκάλεσε ανοιχτά την επηρεασμένη από τον πόλεμο σκυθρωπή λιτότητα της γυναικείας εμφάνισης δίνοντάς της ένα ­ επιτέλους ­ οριστικό τέλος!



Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά, η μόδα ήταν ένας από τους ελάχιστους τομείς που δεν είχε ακόμη πληροφορηθεί ότι ο πόλεμος τελείωσε. Οι σχεδιαστές εξακολουθούσαν να προσφέρουν στις γυναίκες αυστηρά φορέματα με κοντές απλές φούστες και τετραγωνισμένους ώμους. Τα ενδύματα ήταν περισσότερο χρηστικά ρούχα παρά αντικείμενα ομορφιάς. Κουβαλούσαν επάνω τους κάτι από την ακόμη νωπή γκρίζα αύρα της ανασφάλειας, της λιτότητας και των βομβαρδισμών που ώς πρόσφατα τα ανάγκαζε να τσαλακώνονται στα καταφύγια.


Οχι για πολύ. Σύντομα ο Κριστιάν Ντιόρ θα διέλυε την περιρρέουσα ενδυματολογική κατάθλιψη με μια κολεξιόν που θα γραφόταν με χρυσά γράμματα στην ιστορία της μόδας και μέσα σε μία νύχτα θα μετέτρεπε οτιδήποτε ήδη υπήρχε σε κάτι αφόρητα ξεπερασμένο, παλιό, άχαρο και εντελώς ανεπιθύμητο. Ηταν η κολεξιόν Ανοιξη – Καλοκαίρι 1947 με τίτλο «Corolla and 8». Από την Avenue Montagne στο Παρίσι οι πρωτοποριακές για την εποχή ιδέες του 42χρονου σχεδιαστή έπαιρναν κεντρική θέση στα πρωτοσέλιδα των μεγάλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών εφημερίδων και περιοδικών. Μακριά και πληθωρικά φορέματα με μαλακούς ώμους και ενισχυμένα από εσωτερικά petticoats με βάτες τοποθετημένες με αρχιτεκτονική ακρίβεια για να τονίζουν την καμπυλότητα των γοφών! Η νέα ερμηνεία της θηλυκότητας ξεκινούσε «παρασκηνιακά» με μικροσκοπικό ενσωματωμένο κορσέ που μίκραινε τη μέση και ανέβαζε τα στήθη ­ και ασφαλώς το ηθικό! Στην πιο κομψή μορφή του το στυλ Ντιόρ χαρακτηριζόταν από ένα μικροσκοπικό σακάκι με τελειότητα γλυπτού και μια φούστα που έφθανε ώς τη μέση της γάμπας φτιαγμένη από τα καλύτερα και ακριβότερα υφάσματα. Το σύνολο ολοκληρωνόταν με ένα πλατύγυρο καπέλο και σε μερικές περιπτώσεις με μια λεπτή ομπρέλα. Ηταν ένα στυλ ιδιαίτερα ρομαντικό, αλλά κυρίως υπέροχα εκλεπτυσμένο.


Ελάχιστες φορές από τότε άνθρωποι της μόδας δοκίμασαν ανάλογη έκπληξη παρακολουθώντας μια επίδειξη. Στο τέλος οι παρευρισκόμενοι σηκώθηκαν όρθιοι σε μια πυρετώδη επευφημία. Ολοι πήγαιναν να δώσουν συγχαρητήρια και να φιλήσουν τον Ντιόρ. Μια από τις πλέον ενθουσιασμένες παρευρισκόμενες ήταν η εκδότρια του «Harper’s Bazaar» Carmel Snow, η οποία χωρίς να είχε τέτοια πρόθεση βάφτισε μέσα από τα αυθόρμητα λόγια της αυτό που μόλις είχε δει: «Πρόκειται για μια επανάσταση, αγαπητέ Κριστιάν. Τα φορέματά σας έχουν ένα πολύ έντονο new look». Η μεταπολεμική μόδα είχε μόλις γεννηθεί και θα γινόταν γνωστή ως «New Look». Εδινε το σύνθημα ότι ο κόσμος μπορούσε να γελάσει, να τραβήξει την προσοχή, να προκαλέσει, να ερεθίσει, να ερωτευθεί ξανά.


Μέσα σε λίγες ημέρες το Παρίσι γέμισε με σύνολα Ντιόρ. Οι Γάλλοι επιδοκίμασαν το νέο πρόσωπο της κομψότητας και αισθάνθηκαν υπερήφανοι που το Παρίσι για μία ακόμη φορά είχε γίνει το κέντρο της διεθνούς μόδας. Μέσα σε τρεις μήνες το «New Look» είχε κατακτήσει τη Νέα Υόρκη. Οι πωλήσεις του οίκου το 1947 έφθασαν το 1,3 εκατ. φράγκα και αντιπροσώπευαν το 75% των συνολικών κερδών από εξαγωγές ολόκληρης της γαλλικής υψηλής ραπτικής. Το μήκος, η θηλυκότητα, η ιδιαίτερη κομψότητα θα επηρέαζαν τη μόδα για τα επόμενα δέκα χρόνια και οι πρώτες ταινίες της Οντρεϊ Χέπμπορν είναι εκείνες που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μεταφέρουν ώς σήμερα αυτή τη συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Ως το 1957 η ζήτηση για τα μοντέλα Ντιόρ είχε φθάσει σε εξωπραγματικές διαστάσεις. Είκοσι οκτώ εργαστήρια και 1.300 άνθρωποι εργάζονταν για να προλάβουν τις παραγγελίες περίπου 12.000 κομματιών τον χρόνο επιτυγχάνοντας κέρδη που αντιπροσώπευαν το 55% των συνολικών γαλλικών εξαγωγών υψηλής ραπτικής. Ανάμεσα στις εκατοντάδες διασημότητες της εποχής που ντύνονταν σχεδόν αποκλειστικά με Ντιόρ ήταν και η Εύα Περόν, η πριγκίπισσα Μαργαρίτα και η Ρίτα Χέιγουορθ.


Από τη μια ημέρα στην άλλη ήταν επιβεβλημένο για κάθε γυναίκα να ντύνεται σύμφωνα με το «New Look», γράφει η Marie-France Pochna, της οποίας το βιβλίο «Christian Dior: the Man who Made the World Look New» μόλις κυκλοφόρησε στο Λονδίνο. Οι γυναίκες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έτρεχαν να αγοράσουν Ντιόρ ­ και αν το οικονομικό τους επίπεδο δεν το επέτρεπε (γιατί τα Ντιόρ ήταν εξοργιστικά πανάκριβα για την εποχή), αρκούνταν στις χιλιάδες αντιγραφές αφού όλοι οι υπόλοιποι σχεδιαστές και κατασκευαστές ακολουθούσαν κατά γράμμα τη γραμμή «New Look».


Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1947, ο Κριστιάν Ντιόρ λανσάρισε το πρώτο του γυναικείο άρωμα: η «Miss Dior» έδωσε στο «New Look» τη ρομαντική, διακριτικά ερεθιστική οσμή που χρειαζόταν για να ξεχωρίζει περισσότερο στα κοσμικά πάρτι και ήταν το πρώτο άρωμα που είχε την υπογραφή σχεδιαστή μόδας.


Ολα αυτά μπορεί να τα δει, να τα διαβάσει, να τα ακούσει ή ακόμη και να τα αισθανθεί κανείς στο Imperial War Museum του Λονδίνου όπου άρχισε ­ και θα συνεχισθεί ώς τις 31 Αυγούστου ­ η έκθεση «Forties Fashion and the New Look». Περπατώντας μέσα σε πεπλατυσμένους διαδρόμους με υποβλητικό φωτισμό βλέπει κανείς σε γυάλινες προθήκες τη διαδρομή της μόδας λίγο πριν και αμέσως μετά το 1947, τονίζοντας έτσι σημαντικά τη σημασία του οίκου Ντιόρ στην ιστορία της μόδας.


Οταν ήταν νέος ο Κριστιάν Ντιόρ ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας. Πολύ αργότερα, ως διευθυντής μιας αυτοκρατορίας είχε περιγράψει το γυναικείο ένδυμα ως «ένα εφήμερο αρχιτεκτονικό κομμάτι σχεδιασμένο για να τονίζει τις σωστές αναλογίες του γυναικείου σώματος». Προτού ξεκινήσει τον δικό του οίκο είχε αρνηθεί να αναλάβει την αναζωογόνηση ενός ήδη υπάρχοντος. Εκείνο που σταθερά ήθελε ήταν «η δημιουργία ενός οίκου ραπτικής όπου το καθετί θα ήταν καινούργιο: από το προσωπικό ώς την επίπλωση». Τελικά όταν ίδρυσε τον δικό του οίκο επέλεξε εντελώς κλασικά ­ και πάντως διόλου «καινούργια» ­ έπιπλα σε στυλ Λουδοβίκου ΙΣτ’, ακριβώς παρόμοια με αυτά γύρω από τα οποία μεγάλωσε στο πατρικό του σπίτι στο Passy, κοντά στο Παρίσι.


Βέβαια το «New Look» δεν συνάντησε καθολική αποδοχή. Η Κοκό Σανέλ είχε πει ότι ο Ντιόρ «μάλλον ταπετσάρισε τις γυναίκες παρά τις έντυσε», ενώ οι αμερικανίδες φεμινίστριες είχαν γίνει έξαλλες γιατί πίστευαν πως η νέα μόδα που επέβαλλε τη στενή μέση μετέτρεπε τις γυναίκες σε σεξουαλικά αντικείμενα. Οταν το φθινόπωρο του 1947 ο Ντιόρ επισκέφθηκε τις ΗΠΑ τον υποδέχθηκαν φανατισμένες διαδηλώτριες που κρατούσαν πλακάτ με φράσεις που κανένας δεν θα χαρακτήριζε φιλόξενες: «Γύρνα σπίτι σου, κύριε Ντιόρ» και «Κάψτε τον Κριστιάν Ντιόρ»! Οι περισσότερες γυναίκες όμως ήταν τόσο απασχολημένες με το να αγοράζουν «New Look» ώστε δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία.


Η εξωφρενική επιτυχία, πέρα από τη θετικότητά της, ήταν και ένα σκληρό νόμισμα που τελικά πληρώθηκε από τον ίδιο τον Ντιόρ. Στις 24 Οκτωβρίου 1957 κατά τη διάρκεια ολιγοήμερων διακοπών στο Montecatini της Ιταλίας έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε σε ηλικία 52 ετών. Ολοι απέδωσαν τον θάνατο όχι μόνο στα περιττά κιλά του αλλά και στη νευρική εξάντληση λόγω υπερεντατικής εργασίας. Ο Marcel Boussac, ο εκατομμυριούχος γάλλος «βασιλιάς του βάμβακος» που ήταν ο χρηματοδότης του οίκου, αποφάσισε να τον κλείσει, αλλά το απόγευμα της κηδείας έφθασε ένα κοινό μήνυμα από δεκάδες κατασκευαστές αξεσουάρ στα οποία ο Ντιόρ είχε βάλει την υπογραφή του: «Πρέπει να ξέρετε ότι θα συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε το όνομα Ντιόρ στα προϊόντα μας ακόμη κι αν ο δημιουργός τους δεν είναι πια ανάμεσά μας». Ηταν κάτι σαν ψήφος εμπιστοσύνης της αγοράς. Ο οίκος συνέχισε για δύο χρόνια με επιτυχία με διευθυντή τον 23χρονο τότε Υβ Σεν Λοράν, που σύντομα όμως έκανε τον δικό του οίκο και έβαλε με τη σειρά του το δικό του έντονο στίγμα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Ο οίκος Ντιόρ επί 31 χρόνια με διευθυντή τον χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση Μαρκ Μπόαν και με αρκετά διοικητικά προβλήματα δεν κατάφερε να ζήσει ξανά κάτι από την αίγλη του ’50 ­ αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο 1984-1996, όταν η αντικατάστασή του από τον Τζιανφράνκο Φερέ επανέφερε ένα κλίμα αισιοδοξίας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι, ενώ τα καθαρά κέρδη από τα ρούχα φθάνουν τα 3,6 δισ. δραχμές ­ σε συνολικές πωλήσεις 44 δισ. ­, οι συνολικές πωλήσεις των αρωμάτων «Parfums Christian Dior» αγγίζουν τα 464 δισ. δρχ. τον χρόνο! Ισως γιατί η «Miss Dior» περισσότερο από τα ενδύματα εξακολουθεί να περιέχει ­ και να μεταδίδει στις νεότερες κολόνιες Ντιόρ ­ το άρωμα της αισθητικής του δημιουργού της. Γιατί ο Κριστιάν Ντιόρ δεν ήταν μόνο ένας πρωτοποριακός σχεδιαστής. Ηταν ο πρώτος που συνέλαβε μια λογική την οποία ακολούθησαν όλοι οι επιτυχημένοι οίκοι μόδας χωρίς ώς σήμερα να μετακινηθούν ούτε εκατοστό από αυτήν: ο Ντιόρ είδε ότι πίσω από την επιθυμία για shopping βρίσκεται η ανάγκη να ανήκει κανείς σε μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή «φυλή». Βρίσκεται η τάση για αγορά όχι ενός αντικειμένου αλλά ενός lifestyle. Και συνειδητοποίησε ότι αυτό το lifestyle πρέπει να προσφέρεται σε μια όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη μορφή, μέσα σε έναν κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο. Το ένδυμα με υπογραφή είναι μόνο η αρχή από όπου ξεκινούν αρώματα, διάφορα φαινομενικά άσχετα αντικείμενα ­ όπως τα τσιγάρα π.χ. ­ και αμέτρητα απίστευτα κερδοφόρα αξεσουάρ. Ολα αυτά μαζί είναι μια συμπαγής δήλωση προσωπικότητας. Το «New Look» δεν ήταν μόνο ένα στυλ, αλλά και μια σύλληψη της μόδας ως βιομηχανίας κατασκευής ταυτότητας: Καταναλώνω επώνυμη μόδα γιατί θέλω να δείξω αυτό που είμαι ή αυτό που θέλω να πιστεύω εγώ ­ και κυρίως αυτό που θέλω να πιστεύουν οι άλλοι ­ ότι είμαι.


Οσο για τα ίδια τα ρούχα ­ τη βάση της φιλοσοφίας της μόδας ­ ο Ντιόρ έκανε τρεις ερωτήσεις στον εαυτό του: «Δημιούργησα αρκετά ώστε να είναι πραγματικά νέα; Είναι αυτή η καινοτομία ρεαλιστικά εφαρμόσιμη; Είναι τα σύνολα επαρκώς εντυπωσιακά; Το πρώτο και βασικότερο καθήκον ενός σχεδιαστή είναι να δίνει στους πελάτες του αυτό που θέλουν».


Από τα τέλη του 1996 ο οίκος Ντιόρ διευθύνεται από τον Τζον Γκαλιάνο, τον πρωτοποριακό Αγγλο που εκτός των άλλων κατέχει το ρεκόρ να έχει ανακηρυχθεί τρεις(!) φορές «Fashion Designer of the Year» στο Λονδίνο. Το ταλέντο του είναι σπάνιο, πλούσιο, επαναστατικό και αναμφισβήτητο και πολλοί περιμένουν να είναι αυτός που θα χαρακτηρίσει περισσότερο από κάθε άλλον τα χρόνια που έρχονται. Από τις ώς τώρα προσωπικές δημιουργίες του φαίνεται ότι το μόνο ερώτημα του Ντιόρ στο οποίο απαντά «όχι» είναι το δεύτερο. Από εδώ και στο εξής όμως η δημιουργική στάση του απέναντι σε αυτό κυρίως το ερώτημα θα κρίνει αν «οι πελάτες πάρουν αυτό που θέλουν», αλλά και αν τελικά μετά από 50 χρόνια θα είναι και πάλι ο Ντιόρ εκείνος που θα προσφέρει το «New Look» που όλοι αναζητούν απεγνωσμένα για να χαρακτηρίσουν όσο γίνεται πιο έντονα τη μετάβαση από το τέλος ενός αιώνα στην αρχή ενός άλλου!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version