Προ καιρού απαντήσαμε εν μέρει στο ερώτημα «τι κρασί θα πίνουμε το 2020», παραθέτοντας παραδείγματα λευκών και ερυθρών ξηρών οίνων, που λόγω χαρακτήρος και ιδιοσυγκρασίας θα μπορούσαν να αντισταθούν επιτυχώς στη δοκιμασία του χρόνου. Αληθινοί πρωταθλητές, όμως, σε αυτόν τον τομέα είναι τα γλυκά κρασιά, ανεξαρτήτως χρώματος, καθώς η ζάχαρη και το οινόπνευμα αποτελούν δύο ισχυρότατα φυσικά συντηρητικά.
Είτε δηλαδή πρόκειται για κρασιά από χώρες του Νότου, όπου η υπερωρίμανση και η μερική αποξήρανση προσφέρουν υψηλό αλκοολικό τίτλο και συγκέντρωση σακχάρων, είτε πρόκειται για προϊόντα της «ευγενούς σήψης», που ενδημεί στους τόπους μας με αυξημένη υγρασία, είτε ακόμη για κρασιά που η ζύμωσή τους διεκόπη πριν από την ολοκλήρωσή της, με την προσθήκη οινοπνεύματος οινικής προελεύσεως, ο κοινός παρονομαστής είναι η έντονη παρουσία ενός εκ των δύο συχνά και των δύο – φυσικών συντηρητικών.
Οσον αφορά λοιπόν τα δημιουργήματα της ευγενούς σήψης, με αρκετή ασφάλεια θα μπορούσε να επενδύσει κανείς στο μέλλον των καλών (αποκλειστικά) πύργων της Sauternes (ασφαλώς η τελειότητα λέγεται Chateau d’ Yquem, της έξοχης τριάδας 1988, 1989, 1990), των δύσκολων στην προφορά όσο και σπάνιων Riesling Trockenbeerenaus – Lese 1989, 1990 ή 1994, από τις όχθες του Ρήνου ή του Μοζέλα, χωρίς να αγνοήσει φυσικά τα ανάλογά τους από την Αλσατία, τον Λίγηρα ή την Ουγγαρία.
Στα «ενισχυμένα» κρασιά πάλι σίγουρες αξίες αποτελούν τα Πορτό εσοδείας, φερέγγυων οίκων, όπως των Dow’s, Taylors, Sandemans, Quinta Do Noval κ.ά., με την προϋπόθεση ότι θα μπορέσετε να τα βρείτε.
Είναι κρίμα που ο γενικά δραστήριος Συνεταιρισμός της Σάμου δεν εμφιαλώνει το έξοχο προϊόν του με ένδειξη εσοδείας και έτσι, παρ’ ότι θεωρητικώς έχει τις δυνατότητες, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο… του μέλλοντος.
Το υπολειπόμενο τμήμα της απαντήσεως αφορά βέβαια τους χαρακτήρες των κρασιών που θα συγκεντρώνουν τις προτιμήσεις των καταναλωτών ύστερα από 20 και πλέον χρόνια.
Ομολογώ ότι, αν και κατέφυγα στις υπηρεσίες της ευτραφούς κυρίας Χριστίνας, στο 090 δεν θυμάμαι πόσο, η πρόβλεψη παραμένει δύσκολη και σε μεγάλο βαθμό επισφαλής. Πάντως εκ φύσεως αισιόδοξος, θέλω να πιστεύω ότι σε 20 χρόνια θα συνεχίσουν να υφίστανται κρασιά με διαφορετικούς χαρακτήρες, με άλλα λόγια κρασιά που η προσωπικότητά τους θα εξαρτάται και από την επέμβαση της φύσης ή της… τύχης, σε πείσμα της όποιας λογικής «κλωνοποίησης» ή ακριβούς αντιγράφου!
Είναι αλήθεια όμως ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής με τους, σχεδόν εξωφρενικά, γρήγορους ρυθμούς που επιβάλλει, επηρεάζει σημαντικά και θα συνεχίσει να επηρεάζει τις συνήθειες και προτιμήσεις των καταναλωτών. Για παράδειγμα, αισθάνομαι ότι θα γίνονται ολοένα δημοφιλέστερα τα κρασιά αμέσου καταναλώσεως, σε βάρος όσων απαιτούν παλαίωση, δηλαδή υπομονή και χρόνο, για να αποδώσουν το βέλτιστο των δυνατοτήτων τους.
Υστερα, για λόγους ευκολίας και ενδεχομένως υπό την πίεση της γιγαντιαίας αμερικανικής αγοράς, οι γεύσεις απλοποιούνται και ομογενοποιούνται, με αποτέλεσμα την εφαρμογή «διεθνών προτύπων» που λειτουργούν περίπου σαν το… «κρεβάτι του Προκρούστη». Κάθε δεκαετία «θεοποιείται» μια ποικιλία σταφυλιού ή μια τεχνική και γίνονται σημεία αναφοράς για τους οινοφίλους, βάσει των οποίων κρίνεται… οτιδήποτε μπαίνει σε μπουκάλι.
Ισως λοιπόν στα αστέρια του μέλλοντος να συγκαταλέγονται κρασιά από Viognier ή Grenache ή κάποια άλλη ποικιλία, αλλά πάντως με απλές, «καθαρές» κατευθύνσεις, ώστε να ανταποκρίνονται στη γενιά των «hamburgers», που τότε θα βρίσκεται στην εξουσία.
Με πλήρη επίγνωση… των συνεπειών του νόμου, θα διακινδυνεύσω μια πρόβλεψη για την Ελλάδα ας μου επιτραπεί το οξύμωρο εκ του ασφαλούς. Δεδομένης της διάρκειας ζωής ενός αμπελώνα και των σχετικά προσφάτων φυτεύσεων, η σημερινή εικόνα μπορεί εύκολα να προβληθεί στο μέλλον. Λευκά κρασιά φρουτώδη, με καθαρούς αρωματικούς χαρακτήρες, τεχνικώς άμεμπτα (όπως πιστεύω ότι θα είναι όλα τα προϊόντα εκείνης της εποχής!), που θα στηρίζονται σε κοσμοπολίτικες αλλά και ελληνικές ποικιλίες, με περισσότερες ομοιότητες μεταξύ τους παρά διαφορές (τι εφιάλτης!). Κόκκινα κρασιά, ακόμη στον αστερισμό του Cabernet, αλλά με ισχυρή παρουσία των γηγενών ποικιλιών που ενισχύονται και βελτιώνονται, με «επιμειξίες», απαλλαγμένα από ασφυκτικούς περιορισμούς στα πλαίσια ενός συστήματος Ονομασιών Προελεύσεως με φαντασία.
Λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι η ελληνική οινοπαραγωγή παρουσιάζει μια υστέρηση απόκρισης στις διεθνείς τάσεις, ίσως τελικά το 2020 να απολαμβάνουμε μερικά έξοχα κόκκινα κρασιά που θα έχουν παραχθεί μεν την προηγούμενη δεκαετία, αλλά θα βρίσκονται τότε στην ιδανική τους «στιγμή». Είπαμε, η αισιοδοξία δεν μας έλειψε ποτέ!
