Γιορτές; Ευχαριστώ, δεν θέλω!

Γιορτές; Ευχαριστώ, δεν θέλω! Τελικά υπάρχουν και άνθρωποι που καθόλου δεν χαίρονται με το εορταστικό πνεύμα των ημερών. Αντιθέτως μάλιστα αισθάνονται εντονότερη την καταπίεση της υποχρεωτικής ευτυχίας Το κουδούνι, που βίαια διακόπτει τον πιο γλυκό, τον πιο βαθύ ύπνο. Το πόδι που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τη δεύτερη παντόφλα που έχει χαθεί κάτω από το κρεβάτι. Ο πανικός,

Γιορτές; Ευχαριστώ, δεν θέλω!




Τελικά υπάρχουν και άνθρωποι που καθόλου δεν χαίρονται με το εορταστικό πνεύμα των ημερών. Αντιθέτως μάλιστα αισθάνονται εντονότερη την καταπίεση της υποχρεωτικής ευτυχίας


Το κουδούνι, που βίαια διακόπτει τον πιο γλυκό, τον πιο βαθύ ύπνο. Το πόδι που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τη δεύτερη παντόφλα που έχει χαθεί κάτω από το κρεβάτι. Ο πανικός, όταν με μια βιαστική ματιά στο ρολόι βλέπεις πως είναι μόνο 7.30 το πρωί. Το σώμα που σέρνεται ως την πόρτα με κόπο, λες και σηκώνει στους ώμους του περισσότερα από 100 χρόνια ζωής. Ενα δεύτερο κουδούνισμα, πιο απαιτητικό από το πρώτο, να σκεπάζει τον θόρυβο των κλειδιών που γυρίζουν στην κλειδαριά. Το άνοιγμα της πόρτας. Και φέτος, όπως κάθε χρονιά, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, η πρώτη ομάδα των μικρών βασανιστών με τα τρίγωνα βρίσκεται μπροστά σου, αμείλικτη!


«Να τα πούμε;». Το πνίγεις το «όχι!». Το καταπίνεις, για να μη σε πουν γρουσούζη, για να μη σε χαρακτηρίσουν ακοινώνητο και ανάποδο. «Να τα πείτε». Χαμογελάς ή μάλλον μορφάζεις προσπαθώντας να χαμογελάσεις, τη στιγμή που το δωμάτιο γεμίζει από φρικτούς θορύβους. «Αν ήμουν υπουργός Παιδείας ή Πολιτισμού θα τα είχα απαγορεύσει τα κάλαντα, τουλάχιστον πριν από τις 10 το πρωί» μου έλεγε ένας φίλος τις προάλλες. Δεν είμαι λοιπόν εγώ ο μοναδικός γρουσούζης σε αυτή την πόλη.


Είναι οργανωμένο σχέδιο για να με εξοντώσουν. Δεν εξηγείται αλλιώς. Κάποιος άλλος, κάποιος σκοτεινός δάκτυλος κρύβεται πίσω από αυτά τα παιδάκια, που κάθε χρόνο παραμονές Χριστουγέννων δοκιμάζουν τα νεύρα μου, εισβάλλοντας στο σπίτι μου από τα χαράματα, καταστρέφοντας τον ύπνο μου, «αναγκάζοντάς» με να υποκριθώ πως πολύ χαίρομαι που τα βλέπω μπροστά μου, αναψοκοκκινισμένα, χαρούμενα, φορτωμένα με κατοστάρικα που κουδουνίζουν και αυτά στον άρρυθμο ρυθμό των τριγώνων τους.


Ψάχνω και εγώ να βρω κατοστάρικα σε τσέπες, σε πορτοφόλια… Τα μοιράζω εξακολουθώντας να υποκρίνομαι τον πανευτυχή. Τα παιδάκια όμως όσο περνά η ώρα γίνονται πιο πολλά, τα κάλαντά τους ηχούν στην καταπονημένη ψυχή μου πιο απαιτητικά. Τα κατοστάρικα τελειώνουν, το ίδιο και τα πεντακοσάρικα και τα χιλιάρικα… Οταν το μόνο που διαθέτω είναι μερικά πεντοχίλιαρα σταματώ να ανοίγω την πόρτα. Τα παιδάκια χτυπάνε το κουδούνι και εγώ δεν τολμώ να κουνηθώ από τον καναπέ, μήπως και καταλάβουν πως βρίσκομαι μέσα στο σπίτι. Τον θυμό μου, που τόσο άγρια και άγαρμπα με ξύπνησαν, διαδέχονται οι τύψεις επειδή τα αγνοώ, επειδή δεν συμμετέχω στη χαρά τους. Ούτε ολόκληρο το δώρο των Χριστουγέννων δεν φτάνει όμως για να ικανοποιήσω τις άγριες ανάγκες των διψασμένων για χρήμα παιδιών με τα τρίγωνα και τις μισοβουλωμένες μελόντικες.


«Γιατί δηλαδή πρέπει να αισθάνομαι χαρούμενη τα Χριστούγεννα; Ε, λοιπόν, ούτε είμαι, ούτε θέλω να είμαι, ούτε μπορεί κανείς να με υποχρεώσει» έλεγε τις προάλλες συνάδελφος, σε σύσκεψη που κάναμε για τα εορταστικά τεύχη της εφημερίδας. Δεν είμαι λοιπόν εγώ ο μοναδικός γρουσούζης, σκέφτηκα για άλλη μια φορά. Δεν είμαι εγώ ο μοναδικός ανάποδος που αισθάνεται πως αυτή την περίφημη χαρά και ανάταση των Χριστουγέννων προσπαθούν να του την επιβάλουν, τη στιγμή που ο ίδιος καθόλου δεν την έχει ανάγκη.


Γιατί πρέπει να χαρώ, δηλαδή, που η Αθήνα διαθέτει το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης; Γιατί πρέπει να χαρώ για μια αλουμινένια κολόνα, γεμάτη φωτάκια πολύχρωμα; Χρώματα, χρώματα, χρώματα… Χρώματα τόσο πολλά που ζαλίζουν το μάτι, που κάνουν τη μοντέρνα αυτή πυραμίδα που έχει καπελώσει ολόκληρο το κέντρο της πόλης να μοιάζει περισσότερο με πολύχρωμη κουρελού παρά με εορταστικό σύμβολο.


Γιατί θα πρέπει να χαρώ που ο δήμαρχος είναι πανευτυχής για το ύψος του δέντρου μας, τη στιγμή που για να αποκτήσουμε τα επιθυμητά ­ απαραίτητα ­ εκατοστά, ώστε να μην ερχόμαστε δεύτεροι, έχουμε στηρίξει το αστέρι της κορυφής πάνω σε ένα ατελείωτο και άχαρο ματσούκι; Γιατί πρέπει να χαρώ επειδή η Αθήνα είναι γεμάτη φώτα και στολίδια; Μήπως ο στολισμός έχει ελαττώσει την κίνηση στους δρόμους, έχει βουλώσει τις τρύπες του μετρό, έχει κρύψει πίσω του την ασχήμια μιας πόλης που έχει καταστραφεί; Οχι, απλώς την τονίζει, τη φωτίζει περισσότερο αυτή την ασχήμια.


Είναι τελικά θέμα ιδιοσυγκρασίας. Αλλους τους σηκώνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων, άλλους όχι. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, και δεν μπορώ παρά να συμβιβαστώ με αυτό. Γιατί, πέρα από τα φωτάκια τα πολύχρωμα ή μη, πέρα από τα φάλτσα παιδάκια ή τους γύφτους με τα μαγνητόφωνα και τα νταούλια, υπάρχουν και άλλα, πολλά και διάφορα, που γεμίζουν τις γιορτινές μέρες μου με άγχος, που με κάνουν δυστυχή και γρουσούζη.


Αυτή η φρικαλέα, π.χ., γέμιση της γαλοπούλας: αυτό το αηδιαστικό «πάντρεμα» του δαμάσκηνου με τον κιμά και το κουκουνάρι, του κάστανου με τη σταφίδα και το ρύζι, που κάνει τους άλλους να εκστασιάζονται, να γεμίζουν και να ξαναγεμίζουν τα πιάτα τους, εμένα όχι απλώς με αφήνει αδιάφορο αλλά με σπρώχνει να εγκαταλείψω το γιορτινό τραπέζι και να ζητήσω άσυλο στο πλησιέστερο σουβλατζίδικο. (Το οποίο, βεβαίως, είναι κλειστό τη γιορτινή εκείνη μέρα).


Εκείνες οι συνεστιάσεις επίσης, που σε καλούν, που με χαρά πηγαίνεις για να δεις κάποιον άνθρωπο, να πεις καμιά κουβέντα, και βρίσκεσαι να κάθεσαι μόνος στον καναπέ με όλους τους άλλους να χαρτοπαίζουν αγνοώντας εσένα, τον «άτυχο», τον δυστυχή που δεν του αρέσουν τα χαρτιά. «Ελα, δεν θα παίζουμε μόνο χαρτιά, θα κάνουμε και ένα σωρό άλλα πράγματα!». Πόσες φορές έχω παρασυρθεί από παρόμοιες προτροπές! Πόσες φορές έχω βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκα την πρόσκληση ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο, για να βρεθώ πνιγμένος σε ατελείωτα μέτρα τσόχας και σιωπής!


Τελευταία έρχεται η βασιλόπιτα της Πρωτοχρονιάς, αφορμή για μια… «χαριτωμένη» έκρηξη κοινωνικής υποκρισίας: όλοι το θέλουν το φλουρί, αλλά και είναι πολύ χαρούμενοι όταν το κερδίσει κάποιος άλλος. Για να μην αναφερθώ και στη χαζοχαρούμενη ευτυχία που επικρατεί εκείνο τα βράδυ, την ανεξήγητη και αφελή μπροστά στο δεδομένο: ο επόμενος χρόνος θα είναι χειρότερος από τον προηγούμενο. Αυτό όλοι το γνωρίζουμε κατά βάθος. Γιατί λοιπόν υποκρινόμαστε πως δεν κρατιόμαστε από την χαρά μας μπροστά στο νέο 1998, στο νέο 1999, στο νέο 2000;


Σηκώθηκα και γύρισα μια βόλτα στα γραφεία της εφημερίδας, κάνοντας ένα διάλειμμα από το γράψιμο. «Εσάς τι σας ενοχλεί στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά;» ρωτούσα συναδέλφους και φίλους, έτσι για να πάρω ιδέες. Τελικά, όλοι σχεδόν κάτι είχαν να μου πουν. Αλλος μίλησε για τον αφόρητο συνωστισμό στα μαγαζιά, άλλος για το κυκλοφοριακό κομφούζιο στους δρόμους, άλλος για τις τυποποιημένες, τις «πλαστικές ευχές» των πολιτικών για «υγεία, ειρήνη και ευτυχία σε όλο τον κόσμο», άλλος για τους πολιτιστικούς συλλόγους που γίνονται πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων επειδή είπαν τα κάλαντα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή στον Πρωθυπουργό, άλλος για τα εκατοντάδες παιδάκια που χτυπούν κάθε πέντε λεπτά τα κουδούνια για τα κάλαντα (τελικά το δημογραφικό πρόβλημα είναι ένας μύθος, αλλιώς από πού ξεπηδούν όλα αυτά τα παιδάκια, πού τα έχουν κρυμμένα κατά τους προηγούμενους μήνες;), άλλος για τους ζητιάνους και τους ανήμπορους που πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα και καταλαμβάνουν τα πεζοδρόμια, άλλος για τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα ­ «που στα προσφέρουν παντού και που, σου αρέσουν δεν σου αρέσουν, πρέπει να τα φας και να στουμπώσεις και να πεις και ευχαριστώ» ­, άλλος γι’ «αυτές τις ανοησίες με τα ποδαρικά» και άλλος για τον «φόβο του να μου κάνει ποδαρικό κάποιος που εγώ θεωρώ γρουσούζη!».


Για μία ακόμη φορά το επιβεβαίωσα: δεν είμαι εγώ ο μοναδικός γρουσούζης. Κατάλαβα πως δεν είμαι ο μοναδικός που τον «εκβιάζουν» σχεδόν να βιώσει ένα πνεύμα εορταστικό που δεν τον αφορά, να χαρεί που τον ξυπνούν από τα χαράματα, να χαρεί που πλήττει όταν όλοι οι άλλοι ξεφαντώνουν στην πόκα και στο 31, να χαρεί δαγκώνοντας το δέκατο μελομακάρονο της ημέρας, το οποίο τον διαβεβαίωσαν πως είναι εκπληκτικό, αν και ήταν κακοψημένο και κακομελωμένο.


Εβλεπα τον δήμαρχο πόσο χαρούμενος ήταν όταν άναβε τα φωτάκια του… υποτιθέμενου δέντρου. Εβλεπα τους Αθηναίους που είχαν κατά εκατοντάδες συρρεύσει για να συμμετάσχουν στην… ιστορική στιγμή… Αποφάσισα να τα αφήσω όλα γι’ αυτούς. Οχι, δεν είμαι ανάποδος. Απλώς προτιμώ το Πάσχα, γιατί το θεωρώ πιο γνήσια ελληνική γιορτή, γιατί προτιμώ το αρνί και το κοκορέτσι από τη γαλοπούλα, γιατί στη λειτουργία της Αναστάσεως πηγαίνω ενώ σε αυτή των Χριστουγέννων ποτέ (όχι μόνο εγώ, νομίζω), γιατί προτιμώ την άνοιξη από τον χειμώνα… Αγαπώ το Πάσχα. Βεβαίως και αυτό θα το προτιμούσα χωρίς τα βεγγαλικά που σε κουφαίνουν, χωρίς τα κεριά και τον κίνδυνο να μείνεις φαλακρός από στιγμή σε στιγμή…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version