Η Αννα Λάουρα Μπραγκέτι κράτησε όμηρο τον Αλντο Μόρο για 55 ημέρες σε ένα σπίτι που είχε αγοράσει για λογαριασμό της οργάνωσης Ερυθρές Ταξιαρχίες. Είχε τις ενστάσεις της για τη δολοφονία του ηγέτη της χριστιανοδημοκρατικής παράταξης αλλά δεν οπισθοχώρησε στον ένοπλο αγώνα ώσπου συνελήφθη, τον Μάιο του 1980. Στο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε την άνοιξη στην Ιταλία και μεταφράστηκε με τον τίτλο «Aldo Moro/ Η ομηρία» (εκδόσεις Primus /Καπάτου), καταγράφει την τρομοκρατική δράση της και αναφέρεται στη μεταστροφή των απόψεών της στη φυλακή.
Η Μπραγκέτι προσχώρησε στις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1977 και τον επόμενο χρόνο συμμετέσχε στην απαγωγή του Αλντο Μόρο. Ηταν εκείνη που φρόντιζε τον κρατούμενο, σερβίροντας το φαγητό σε δίσκο με τραπεζομάντιλο και αγοράζοντας τα αγαπημένα του μπισκότα για πρωινό. Πήγαινε κανονικά στη δουλειά της το πρωί για να μη δημιουργήσει υποψίες, αφήνοντας τους ένοπλους συντρόφους στο σπίτι της. Μετά τη δολοφονία του Μόρο συνέχισε τη δράση της με αποκορύφωση τη δολοφονία του καθηγητή Βιτόριο Μπασελέτ. Στη δίκη της αρνήθηκε να συνεργαστεί με οιονδήποτε τρόπο, δεν αναφέρθηκε σε ονόματα και καταστάσεις με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη.
Σήμερα δουλεύει στα πλαίσια προγράμματος κοινωνικής εργασίας έξω από τη φυλακή και επιστρέφει καθημερινά στο κελί της το βράδυ. Για την έκδοση του βιβλίου της ηχογραφούσε επί 15 ημέρες τις αναμνήσεις της, φιλτραρισμένες από το πνεύμα συμφιλίωσης που πλέον τη διακατέχει, και στη συνέχεια συνεργάστηκε με τη δημοσιογράφο Πάολα Ταβέλα για την επιμέλεια του κειμένου. Η Αννα Λάουρα Μπραγκέτι κρατά αποστάσεις από τη δημοσιότητα και δεν παραχωρεί συνεντεύξεις, με εξαίρεση μία που δημοσιεύθηκε στην «Corriere de la Serra». Εν τούτοις δέχθηκε να απαντήσει δι’ αλληλογραφίας σε κάποιες ερωτήσεις μας: στείλαμε 12, αλλά άφησε αναπάντητες δύο, σχετικά με το σωφρονιστικό σύστημα και την κοινωνική εργασία.
Θεωρείτε το βιβλίο σας μια μορφή απολογίας ή μια αποστασιοποιημένη συμβολή στη συγγραφή της ιστορίας;
«Θεωρώ αυτό το βιβλίο μια συνεισφορά στην ψηλάφηση της αλήθειας και στην ανακατασκευή των γεγονότων. Τίποτε από αυτά που έζησα δεν παραλείπω και τίποτε δεν παραποιώ. Σίγουρα η πρόθεσή μου όταν ξεκίνησα την αφήγηση δεν ήταν να απολογηθώ. Αρκεί όμως να διαβάσει κάποιος το βιβλίο μου για να κατανοήσει πόσο λαθεμένα και επιβλαβή θεωρώ αυτά που κάναμε εκείνη την εποχή και πόσο επιθυμώ να επανορθώσω την αδικία και τον πόνο που προξένησα».
Πιστεύετε ότι υπάρχουν σήμερα πρόσωπα που αξίζουν την εκτέλεση, όπως η περίπτωση του Πινοσέτ που συζητήθηκε προσφάτως;
«Την ερώτηση αυτή, με δεδομένες τις σημερινές απόψεις μου, θα μπορούσα να τη θεωρήσω ακόμη και προσβλητική. Κανένας ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα έπρεπε να εκτελείται και σήμερα είναι πεποίθησή μου ότι η συμπόνια είναι η υψηλότερη μορφή δικαιοσύνης».
Ποια εναλλακτική μορφή κοινωνικού αγώνα έχετε να προτείνετε αντί της ένοπλης δράσης στο τέλος του αιώνα; Υπάρχει κάτι τόσο δυναμικό που να μπορεί να συνταράξει το κατεστημένο;
«Δεν μπορώ και δεν θέλω να προτείνω συνταγές και λύσεις για τις κοινωνικές αδικίες, που είναι πολύ σοβαρές και που πραγματικά δεν έπαψαν ποτέ να με εξοργίζουν. Για να αλλάξουν τα πράγματα είναι απαραίτητο πρώτα απ’ όλα να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι και να εφαρμόσουμε στην καθημερινή μας ζωή τις ιδέες της αλληλεγγύης, της ειρήνης και της μη βίας. Προσωπικά ασχολούμαι ως εθελόντρια σ’ ένα κοινωνικό πρόγραμμα. Ασχολούμαι με την επανένταξη στη δουλειά και στη ζωή των φυλακισμένων που έχουν πλέον πληρώσει το χρέος τους στην κοινωνία και επιθυμούν να επιστρέψουν σ’ αυτή ως υπεύθυνοι και έντιμοι πολίτες».
Γράφετε στο βιβλίο σας: «Η απόφαση να σκοτώσουμε τον Αλντο Μόρο δεν πάρθηκε μόνο από το εκτελεστικό γραφείο, αλλά από ολόκληρη την οργάνωση». Υπάρχει συλλογική ευθύνη σε μια δολοφονία;
«Ναι, υπάρχει συλλογική ευθύνη. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι υπεύθυνος μιας πολιτικής δολοφονίας μόνο αυτός που πάτησε τη σκανδάλη, μα και εκείνοι που συνεργάστηκαν, ενέκριναν, οργάνωσαν, αποφάσισαν. Θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για τον θάνατο του Αλντο Μόρο αν και δεν τον σκότωσα εγώ, αν και ήμουν αντίθετη με την εκτέλεσή του».
Κατά πόσον θεωρείτε ότι το νεαρόν της ηλικίας σας ήταν καθοριστικό για την εμπλοκή σας με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Θεωρήσατε ποτέ ότι σας παρέσυραν;
«Η μικρή ηλικία σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο, αυτό όμως δεν αφαιρεί τίποτε από το γεγονός ότι η επιλογή μου υπήρξε απόλυτα συνειδητή. Αναμφίβολα παρασύρθηκα από το κλίμα της εποχής, που ήταν ποτισμένο με μίσος και βία. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι και το κράτος, η κυβέρνηση, οι αρχές, ο “κόσμος των ενηλίκων” συνεργάστηκαν στη δημιουργία αυτού του κλίματος. Δεν έκαναν τίποτε για να ξεκινήσουν ένα διάλογο μεταξύ γενεών και κοινωνικών ομάδων ούτε προσπάθησαν να δώσουν κάποια απάντηση στην ανάγκη για κοινωνική αλλαγή και ισότητα που ήταν κεντρικά αιτήματα των αγώνων στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και που εγώ ακόμη και σήμερα συμμερίζομαι και θεωρώ βάσιμα».
Θεωρείτε ότι η θεωρητική κατάρτιση των μελών της οργάνωσης ήταν ελλιπής;
«Ναι, γνώριζαν μια όψη της πολιτικής, αυτή που αφορούσε τους εργατικούς, φοιτητικούς, τοπικούς αγώνες. Για την εξουσία, τα πολιτικά παιχνίδια και τις ίντριγκες δεν γνώριζαν τίποτε. Αυτό το στοιχείο έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη δυσκολία κατανόησης που υπήρξε ανάμεσα σ’ εμάς και στον Αλντο Μόρο και στα σφάλματα πολιτικής, στρατηγικής και τακτικής που διαπράξαμε κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της απαγωγής».
Αν σας ζητούσαν να διαγράψετε από το παρελθόν σας μία και μόνη στιγμή, ποια θα ήταν αυτή;
«Θα ήθελα να διαγράψω από τη μνήμη μου εκείνη την τραγική στιγμή όταν είδα τη μητέρα μου να σκοτώνεται, παρασυρμένη από ένα λεωφορείο, σε μια διάβαση πεζών. Ημουν μόλις πέντε ετών».
Υπάρχουν τρομοκρατικές ομάδες που ενώ εμφανίζονται ως ανεξάρτητες εσείς θεωρείτε ότι έχουν την υποστήριξη κυβερνήσεων ή άλλων κέντρων εξουσίας;
«Φυσικά ναι, αυτό όμως δεν ίσχυε στην περίπτωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ως επιχείρημα θα μπορούσα να αναφέρω τη διαδικασία με την οποία ελήφθη η απόφαση για την εκτέλεση του Αλντο Μόρο. Ολη η οργάνωση συναποφάσισε κατά πλειοψηφία και βέβαια υπήρχαν αντίθετες απόψεις».
Παρακολουθείτε τη δράση τής «17Ν»; Μπορείτε να την αξιολογήσετε;
«Δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποια συνεργασία με τη “17 Νοέμβρη”. Εξάλλου από τη στιγμή της αποστασιοποίησής μου από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τον ένοπλο αγώνα δεν έχω κανένα λόγο να παρακολουθώ τις δραστηριότητες άλλων ένοπλων οργανώσεων. Συνεπώς δεν γνωρίζω τίποτε για αυτή την ομάδα».
Κατά πόσον ο εγκλεισμός σας σε ίδρυμα καθόρισε την ιδεολογική μεταστροφή σας;
«Πάρα πολύ. Ο εγκλεισμός στη φυλακή είναι μια φρικτή εμπειρία, εκεί όμως άλλαξα και ωρίμασα. Εκεί επίσης έκανα μερικές από τις πιο σημαντικές γνωριμίες μου ως ενήλικης. Θα μπορούσα να αναφέρω ως παράδειγμα τη γνωριμία μου, ενώ ήμουν στη φυλακή, με τον Αδόλφο Μπασελέτ, αδελφό του καθηγητή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Ρώμης Βιτόριο Μπασελέτ, τον οποίο σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια. Μου συμπαραστάθηκε και μου έδειξε απέραντη αγάπη. Σ’ αυτή τη γνωριμία βρήκα ενέργεια και αποφασιστική βοήθεια για να καταλάβω πώς και από πού έπρεπε να ξαναρχίσω να ζω στον κόσμο. Οταν αρρώστησε πέρασα πολύ καιρό μαζί του και προς το τέλος μού είπε: “Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν σε αφήνω μόνη. Για σένα θα υπάρχει πάντα ο αδελφός μου Πάολο”. Ο Δον Πάολο είναι εφημέριος στο παρεκκλήσι της πανεπιστημιούπολης. Η οικογένεια Μπασελέτ εισέπραξε πόνο από μένα και μου έδωσε μόνο αγάπη…
Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω εσάς και την εφημερίδα σας, όπως επίσης και τον εκδοτικό οίκο Primus/Καπάτου για την ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση του βιβλίου στην Ελλάδα. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την ευχάριστη έκπληξή μου για την τεράστια προβολή και αποδοχή που έτυχε αυτή η έκδοση στη χώρα σας».
