Μακεδονία, εθνικισμός και έθνος

Μακεδονία, εθνικισμός και έθνος Είναι η εθνική συνείδηση μια ψευδής κατασκευή; Στις διαδικασίες συγκρότησης των εθνών και ανάδειξης των εθνικισμών οι πληθυσμοί είναι παθητικοί δέκτες; Για το πολυσυζητημένο βιβλίο της Αναστασίας Καρακασίδου με θέμα τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας σε μια κοινότητα του Λαγκαδά ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΗΣ Κάτω από διαφορετικές συνθήκες η «ιστορία» αυτού του βιβλίου θα μπορούσε

Μακεδονία, εθνικισμός και έθνος

Κάτω από διαφορετικές συνθήκες η «ιστορία» αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να αποτελέσει την πλοκή ενός κοσμοπολίτικου πολιτικού θρίλερ. Η εισαγωγή γράφτηκε στις ΗΠΑ σε ένα από τα συνέδρια της Modern Greek Studies Association, τα πρώτα κεφάλαια συντάχθηκαν στα γραφεία μιας ελληνοαμερικανικής εφημερίδας, η συνέχεια δόθηκε σε διάφορα έντυπα της ελληνικής επικράτειας και το τέλος στο Λονδίνο, από το επιτελείο ενός από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οργανισμούς του κόσμου, του Cambridge University Press. Το θρίλερ αυτό θα μπορούσε, συνεπώς, να τα είχε όλα: ξένους πράκτορες, εγχώριους προστάτες των ιδανικών της φυλής, αλλά και μίσθαρνα όργανα των Σλάβων, οικονομικά συμφέροντα και ακαδημαϊκές ίντριγκες, απειλές χρήσης σωματικής βίας αλλά και απροκάλυπτη άσκηση ψυχολογικής βίας, με φόντο τα Βαλκάνια και τις κυανόλευκες να ανεμίζουν περήφανα. Και όλα αυτά με αφορμή μιαν επιστημονική ανακοίνωση σε διεθνές συνέδριο που θεωρήθηκε ότι αμφισβητεί την ελληνικότητα της Μακεδονίας και έδωσε την ευκαιρία για να εκδηλωθεί σωρευμένη κακία και περισσή εμπάθεια από κοινού με επιχειρηματική λιποψυχία για οικονομικά συμφέροντα που θα εθίγοντο αν οι εκδότες προχωρούσαν στη δημοσίευση της εν λόγω εργασίας ως ώφειλαν.


Αλλά ακόμη και ένας συγγραφέας όπως ο Τζον Λε Καρέ θα δυσκολευόταν να ολοκληρώσει τη συγγραφή αυτού του θρίλερ μια και απουσίαζε ένα βασικό στοιχείο της πλοκής, το ίδιο το σώμα του εγκλήματος: με εξαίρεση την επιτροπή που έκρινε την εργασία ως διδακτορική διατριβή, κανένας δεν είχε δει τη μελέτη της κυρίας Καρακασίδου, για την οποία όλοι έγραφαν χωρίς όμως, κατά το πλείστον, και να γνωρίζουν επακριβώς το περιεχόμενό της. Ασφαλώς όταν στο μέλλον θα ερευνηθεί η πρόσφατη περίοδος του, μάλλον ατυχούς, «μακεδονικού» μας αγώνα, η περίπτωση της Α. Καρακασίδου και του βιβλίου της θα χρησιμοποιηθεί για να τεκμηριώσει τη συλλογική ψύχωση της εποχής, μια συλλογική ψύχωση ωστόσο που φαίνεται ότι ήταν εν τέλει άνευ αντικειμένου για τους περισσότερους. Για ορισμένους βεβαίως υπήρξε η ευκαιρία που άρπαξαν από τα μαλλιά για να γνωρίσουν έτσι μιαν, έστω και πρόσκαιρη, δημοσιότητα.


Το έργο της κυρίας Καρακασίδου ήρθε ξανά στην επιφάνεια πολύ πρόσφατα ­ το βιβλίο της κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγους μήνες ­ καθώς ένα από τα σοβαρότερα παγκοσμίως περιοδικά του βιβλίου, το «Times Literary Supplement», του αφιερώνει μια διθυραμβική κριτική γραμμένη από τον ανθρωπολόγο Roger Just, του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης. Ασφαλώς η παρουσίαση αυτή, που ως προς την εγκωμιαστική πλευρά της πολύ λίγες φορές βλέπει κανείς στο εν λόγω περιοδικό και την οποία οπωσδήποτε θα ζήλεψαν πολλοί, αποτελεί, όσο μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, μια προσωπική δικαίωση για την κυρία Καρακασίδου και ίσως μιαν ανταμοιβή για την ίδια και την οικογένειά της για τα όσα υπέστησαν από τους λογής λογής επιφυλλιδογράφους επώνυμων περιοδικών ποικίλης ύλης που προάγουν τον εκσυγχρονισμό στη χώρα μας, αλλά και άλλων εντύπων συνήθως τρίτης διαλογής, οι οποίοι της αρνούνταν το δικαίωμα της γνώμης της και παρακινούσαν, ρητά ή όχι δεν έχει και μεγάλη σημασία, σε βίαιες ενέργειες εις βάρος της.


Μέσα από όλες αυτές τις φασαρίες που δυστυχώς δεν ήταν πολιτικό θρίλερ αλλά μια θλιβερή πραγματικότητα, εκείνο που ποτέ δεν εκτιμήθηκε είναι η επιστημονική αξία του έργου της κυρίας Καρακασίδου. Και δεν αγνοώ βεβαίως το γεγονός ότι η εργασία έχει ήδη αξιολογηθεί από την επιστημονική κοινότητα μέσω της δοκιμασίας έγκρισής της ως διδακτορικής διατριβής, αλλά αναφέρομαι εδώ στη διαδικασία αξιολόγησης κάθε επιστημονικού έργου μέσω μιας δημόσιας κριτικής στην οποία συμμετέχουν πολλές και ως επί το πλείστον διιστάμενες απόψεις, έχοντας κοινό παρονομαστή θεσπισμένους ακαδημαϊκούς κανόνες. Αυτό που εν τέλει είναι συζητήσιμο σήμερα είναι το κατά πόσον, μετά από όλη την ένταση που προηγήθηκε, είμαστε σε θέση, ακόμη και τώρα που έχει καταλαγιάσει ο θόρυβος και το πολιτικό κλίμα είναι λιγότερο απειλητικό, να προχωρήσουμε στην αξιολόγηση του έργου της κυρίας Καρακασίδου με νηφαλιότητα, μια και οποιαδήποτε κρίση ­ θετική ή αρνητική ­ κινδυνεύει να κατατάξει εκείνον που τη διατυπώνει στους πολέμιους ή στους ένθερμους οπαδούς της κυρίας Καρακασίδου, με όλα τα πολιτικά συμφραζόμενα που συνεπάγεται μια τέτοια κατάταξη. Φοβάμαι συνεπώς ότι το βιβλίο αυτό κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα σύμβολο, όχι μόνο της συλλογικής ψύχωσης της εποχής εκείνης, αλλά και της αδυναμίας της ακαδημαϊκής κοινότητας να αξιολογήσει μια επιστημονική εργασία με τα κριτήρια που η ίδια θεωρεί τα μόνα φερέγγυα για κάτι τέτοιο.


Το βιβλίο της κυρίας Καρακασίδου έχει θέμα του τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας σε μια κοινότητα της περιοχής του Λαγκαδά. Χρησιμοποιώντας τόσο το αρχειακό υλικό της κοινότητας όσο και τις προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων, η κυρία Καρακασίδου προσπαθεί να μελετήσει τις διαδικασίες μετάλλαξης των στοιχείων της εντοπιότητας που προσδιορίζουν τις ταυτότητες στις περιοχές της οθωμανικής Μακεδονίας σε συνιστώσες εθνικών ταυτοτήτων, κάτω από την πίεση που ασκούν οι ανταγωνιζόμενοι εθνικισμοί των βαλκανικών κρατών πρώτα, η συγκρότηση των εθνικών κρατών αργότερα. Η θεματική του συνεπώς το εντάσσει σε μια ερευνητική προβληματική που έχει γίνει πολύ του συρμού κατά τα τελευταία χρόνια, μετά την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.



Προκειμένου να εξηγήσει τις διαδικασίες ελληνοποίησης των πληθυσμών που μελετά, η κυρία Καρακασίδου αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο που παίζουν οι προεστοί της κοινότητας, οι τσορμπατζήδες, οι οποίοι, κατά τη συγγραφέα πάντα, συμπαρασύρουν, μέσω μηχανισμών τους οποίους αναλύει λεπτομερώς, το σύνολο της κοινότητας προς την ελληνική πλευρά. Το σχήμα θυμίζει τις προτάσεις που είχε διατυπώσει ο Τραϊάν Στογιάνοβιτς εδώ και πολλά χρόνια και νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να το συγκρατήσει, αν και νομίζω ότι χρειάζονται ορισμένοι χρωματισμοί σχετικά με τη διαπραγμάτευση της προσχώρησής τους στη μία ή στην άλλη πλευρά από μέρους των χωρικών. Γιατί, αν η ελληνοποίηση μέσω του εμπορίου είναι μάλλον εύκολο να αποδειχθεί, δεν είναι πάντα σαφής ο τρόπος με τον οποίο οι αγροτικοί πληθυσμοί ενσωματώνουν στον κόσμο τους την «εθνική» πραγματικότητα.


Η γενική εντύπωση για την εργασία της κυρίας Καρακασίδου δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Πρόκειται για βιβλίο που σέβεται τους κανόνες της ακαδημαϊκής δεοντολογίας ως προς τη διαπραγμάτευση του αντικειμένου του και που χαρακτηρίζεται από προσοχή και μετριοπάθεια στην αφηγηματική πλευρά του. Ακόμη δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει, και μάλλον θα πρέπει να δοθεί έμφαση στο σημείο αυτό, τη διαρκή προσπάθεια της συγγραφέως να επικοινωνεί με τη διεθνή προβληματική για τη συγκρότηση των εθνικών ταυτοτήτων, όπως οφείλει να κάνει κάθε ερευνητής που σέβεται τον εαυτό του. Ετσι, η κυρία Καρακασίδου είναι σε θέση να μας περιγράψει τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι κοινωνικές και εθνικές διχοτομήσεις της οθωμανικής υπαίθρου, που στη συνέχεια ενισχύονται ή έστω αναδιαμορφώνονται με την άφιξη και εγκατάσταση των προσφυγικών πληθυσμών, σταδιακά εξομαλύνονται προκειμένου να δώσουν τη θέση τους σε εθνικά, αν και όχι κοινωνικά, ομοιογενείς πληθυσμικές ομάδες.


Οι διαπιστώσεις αυτές δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερο ή πρωτοποριακό: απλώς έρχονται να συμβάλουν μέσω της παραδειγματικής ισχύος τους σε μια βιβλιογραφία για το θέμα της συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων η οποία σε διεθνές επίπεδο είναι ήδη πολύ πλούσια, στην Ελλάδα δε εμπλουτίζεται όλο και περισσότερο ιδίως τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια. Θυμίζω δε ότι το ίδιο πρόβλημα και η διερεύνησή του, με όρους ασφαλώς πολύ διαφορετικούς από τους σημερινούς, φθάνει πίσω τουλάχιστον ως τις αρχές του 20ού αιώνα, αν όχι και νωρίτερα, όταν οι εκπρόσωποι των βαλκανικών κρατών που διεκδικούσαν την οθωμανική κληρονομιά διερευνούσαν τις δυνατότητες και τους τρόπους εθνικής αφομοίωσης των χωρικών της Μακεδονίας. Και ασφαλώς η βιβλιογραφία αυτή αυξάνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν τα εθνικά κράτη έχοντας, λίγο ή πολύ, πετύχει τους στόχους τους, αναζητούν τους μηχανισμούς εθνικής ομοιογενοποίησης στα πληθυσμικά αμαλγάματα της Μακεδονίας.


Στην οπτική αυτή είναι άξιον απορίας γιατί έγινε τόσος θόρυβος για μια εργασία η οποία στην ουσία δεν λέει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από εκείνα που έχουν επανειλημμένως γράψει καθ’ όλα έγκριτοι επιστήμονες ­ σκέφτομαι, για παράδειγμα, ορισμένες σελίδες από το προπολεμικό έργο του Χρ. Ευελπίδη «Les Etats Balkaniques» ­ σε εποχές πολύ πιο δύσκολες και απειλητικές για την Ελλάδα, χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει την εθνικοφροσύνη και τον πατριωτισμό τους. Εξάλλου ο R. Just στη βιβλιοπαρουσίασή του που ανέφερα προηγουμένως επισημαίνει ακριβώς αυτό το ζήτημα, όταν υπογραμμίζει, μεταφέροντας τα λόγια του Ε. Gellner, ότι οι «λαοί» αποτελούν προϊόντα επιτυχημένων εθνικών κρατών και ότι τα ευρήματα της κυρίας Καρακασίδου μπορούν να μελετηθούν και σε μια διεθνή προοπτική, καθώς αντίστοιχα με αυτά μπορεί κανείς να συναντήσει σε κάθε διαδικασία σχηματισμού εθνικού κράτους.


Διαβάζοντας πάντως το βιβλίο της κυρίας Καρακασίδου μού δημιουργείται η εντύπωση ότι στιγμές στιγμές η λογική της προσέγγισής της την οδηγεί σε μια παγίδα και αυτή δεν είναι άλλη από την εξώθηση της έννοιας της κατασκευής ως τις πιο ακραίες συνέπειές της, σε βαθμό τέτοιο μάλιστα ώστε να της στερεί ένα μεγάλο μέρος της εργαλειακής εμβέλειάς της. Οταν συνεπώς φθάνει να εκλαμβάνει την εθνική συνείδηση, ακριβώς γιατί συνιστά μιαν ιστορική κατασκευή, ως ψευδή, φοβούμαι ότι χάνει από τους ορίζοντές της όλη τη δραματικά «δημιουργική» κοινωνική ενέργεια που παράγει αυτή η συνείδηση και ότι μετατρέπει τα κοινωνικά υποκείμενα σε απλούς παθητικούς δέκτες μιας εκ των άνω κατευθυνόμενης συνωμοσίας, πράγμα που δεν είναι αλήθεια: τόσο η συγκρότηση των εθνών όσο και η ανάδειξη των εθνικισμών συνιστούν κοινωνικά πολύπλοκες διαδικασίες στις οποίες οι πληθυσμοί δεν είναι σε καμία περίπτωση παθητικοί δέκτες. Εξάλλου η ύπαρξη μιας ψευδούς συνείδησης, όπως κατά την κυρία Καρακασίδου είναι η εθνική συνείδηση, προϋποθέτει και την ύπαρξη μιας αληθούς συνείδησης: η μόνη όμως αληθής συνείδηση που μπορεί να συναγάγει κανείς ότι υπάρχει από το έργο της κυρίας Καρακασίδου είναι η «επιστημονική», η οποία, όπως διατυπώνεται από τον λόγο της ιδίας, απλώς απομυθοποιεί χωρίς όμως και να προτείνει τρόπους κοινωνικής και πολιτικής δράσης, όπως συμβαίνει με το «ψευδές» ταίρι της.


Εξάλλου ορισμένες στιγμές το κείμενο της κυρίας Καρακασίδου αποπνέει μιαν αμφίσημη στάση απέναντι στο ζήτημα του εθνικισμού. Οταν, για παράδειγμα, υιοθετεί τον αφορισμό «ο εθνικισμός αποτελεί μια σκοτεινή, στοιχειώδη, απρόβλεπτη δύναμη αρχέγονης φύσης που απειλεί την πειθαρχημένη ηρεμία της πολιτισμένης ζωής» (σ. 89), τότε αυτομάτως μας παραπέμπει σε αντιλήψεις περί πολιτισμού του 19ου αιώνα, τις οποίες είμαι σίγουρος ότι δεν συμμερίζεται, κυρίως λόγω της ιδιότητάς της ως ανθρωπολόγου. Ο κόσμος μας σήμερα είναι αδιανόητος χωρίς έθνη και εθνικισμούς και αυτό ισχύει τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις ΗΠΑ και η πειθαρχημένη ηρεμία της πολιτισμένης ζωής που εκμαυλίζεται από τις δήθεν εθνικιστικές δραστηριότητες μπορεί να βρίσκεται μόνο στο μυαλό ορισμένων δυτικοευρωπαίων και αμερικανών επιστημόνων, πολιτικών και διπλωματών που νομίζουν ότι οι χώρες τους έχουν ξεπεράσει το πρόβλημα, χωρίς αυτό να είναι και αλήθεια. Τα έθνη και οι εθνικισμοί αποτελούν στοιχεία της καθημερινής ζωής όλων των σύγχρονων κοινωνιών και χωρίς αυτά ο σύγχρονος κόσμος θα ήταν αδιανόητος. Ετσι, ως προς το σημείο αυτό η κυρία Καρακασίδου πέφτει, ώρες ώρες, στο ρομαντικό σφάλμα της εξιδανίκευσης ενός προ-νεωτερικού παρελθόντος σε βάρος μιας «κακής» νεωτερικής πραγματικότητας.


Τέλος, νομίζω ότι η εργασία της κυρίας Καρακασίδου θα είχε να κερδίσει πολλά αν η τριβή της με την ιστορική βιβλιογραφία ήταν μεγαλύτερη. Πέραν ορισμένων, ελάχιστων είναι αλήθεια, ανακριβειών που διάσπαρτες στο κείμενο δεν επηρεάζουν τη συλλογιστική του, όπως επί παραδείγματι το ζήτημα του τι είναι τσιφλίκι που οπωσδήποτε δεν λύνεται με παραπομπές στον Μπροντέλ και στον Σταυριανό και με μια μάλλον παρεξηγημένη ανάγνωση του McGowan, ολόκληρο το έργο της θα είχε όφελος αν ο όγκος των βιβλίων ιστορίας που είχε λάβει υπόψη της ήταν ανάλογος με εκείνον της θεωρητικής βιβλιογραφίας της. Διότι, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τη μετακατοχική περίοδο στη Μακεδονία με μοναδικές βιβλιογραφικές αναφορές στην Β. Jelavich και στον R. Clogg, όταν υπάρχουν οι σχετικές εξειδικευμένες μονογραφίες που καλύπτουν την περιοχή και την εποχή. Και η παρατήρησή μου δεν συνδέεται με το αν έχει δίκιο ή άδικο η κυρία Καρακασίδου, αλλά με το κατά πόσον η ιστορία της περιοχής, αλλά και γενικότερα της Ελλάδας, είναι «χωνεμένη» στο βιβλίο της ή όχι.


Ασφαλώς δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς αδυναμίες και η επισήμανση ορισμένων εξ αυτών δεν μειώνει σε τίποτε τις θετικές πλευρές του έργου της κυρίας Καρακασίδου, αντιθέτως είναι ο μόνος τρόπος για να δώσεις σε ένα έργο την επιστημονική υπόσταση που διεκδικεί μέσα από τον λόγο του. Και φοβούμαι ότι αποτελεί ύβρη προς την επιστήμη, οτιδήποτε και αν κατανοεί ο καθένας με τον όρο αυτόν, και τραγικό σφάλμα τακτικής απέναντι στον ακαδημαϊκό χώρο η ανεπιφύλακτη αποδοχή έργων εξαιτίας της πολιτικής τοποθέτησής τους. Και νομίζω ότι το έργο της κυρίας Καρακασίδου δεν έχει ανάγκη από κάτι τέτοιο.


Ο κ. Κώστας Κωστής είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version