Οι ζωγράφοι σε όλες τις εποχές «εκπαιδεύονται» να διαβάζουν την πραγματικότητα μέσα από κάποιους συμβατικούς αναπαραστατικούς κώδικες· αυτοί τους επιτρέπουν στη συνέχεια να την απεικονίζουν με αυτή ή εκείνη την τεχνική και το ύφος. Ανάμεσα στην πραγματικότητα και την όποια καλλιτεχνική απόδοσή της παρεμβάλλεται αναπόφευκτα η (με διάφορους τρόπους καλλιεργημένη και συχνά ιδεολογικοποιημένη) αντίληψη του καλλιτέχνη για αυτήν. Κανείς δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Η λεγόμενη «παρθένα» ματιά αποτελεί ουτοπία. Ούτε καν τα παιδιά δεν τη διαθέτουν· οι αδρές εικόνες τους είναι πολύ λιγότερο «αμόλυντες» από συμβάσεις απ’ ό,τι συνήθως πιστεύεται. Το ίδιο ισχύει και για τον οποιονδήποτε θεατή του έργου τέχνης. Κατά κανόνα βλέπει αυτό που είναι έτοιμος, αυτό που η δεδομένη πολιτισμική συγκυρία τον έχει προετοιμάσει να δει. Συνεπώς σε κάθε εποχή υπάρχει μια κατά συνθήκην συνέργεια καλλιτέχνη και θεατή στηριγμένη σε συμβατικούς κώδικες απεικόνισης του κόσμου. Ο Ερνστ Γκόμπριτς, συγγραφέας του παρόντος καταλόγου (που συνόδευσε μια προς τιμήν του έκθεση στη National Gallery του Λονδίνου το 1995), μελετά διεξοδικά αυτά τα ζητήματα στο βιβλίο του Τέχνη και Ψευδαίσθηση (εκδόσεις Νεφέλη, 1995).
Ο πρωταρχικός νόμος στη βάση του οποίου λειτουργούν οι αναφερθέντες συμβατικοί κώδικες είναι η επιλεκτικότητα. Ο καλλιτέχνης, από μια ιστορική παρακαταθήκη συμβόλων, αναπαραστατικών μοντέλων και τεχνικών ψευδαίσθησης, επιλέγει όσα η παιδεία, η εποχή και η ικανότητά του τον πείθουν ότι θα εκφράσουν ικανοποιητικότερα το εικαστικό του όραμα του κόσμου.
Με πρωταρχικό στόχο να εξηγήσει τη σημασία αυτής της επιλεκτικότητας ο Ερνστ Γκόμπριτς αναδεικνύει στο παρόν βιβλίο μια ιδιοφυή υπόθεση εργασίας: τις ερριμμένες σκιές (cast shadows). Η ερριμμένη σκιά είναι εκείνη που ρίχνει στο εγγύς περιβάλλον του οποιοδήποτε στερεό σώμα όταν φωτίζεται. Η ερριμμένη σκιά δεν πρέπει να συγχέεται με τη φωτοσκίαση, που πολύ εγκαίρως ανακάλυψε η ζωγραφική και αφορά το δέσιμο σκιάς και φωτός στο πλάσιμο των μορφών. (Ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου εδώ παραπλανά τον αναγνώστη· ο αγγλικός είναι σαφέστατος: Shadows, the depiction of Cast Shadows και όχι γενικώς της σκιάς in western art.) Επαναλαμβάνω εδώ ότι η ιδέα του Γκόμπριτς είναι ιδιοφυής· διότι επιλέγει να ασκήσει την παρατήρηση του αναγνώστη/θεατή σε ένα απεικονιστικό σύστημα της πραγματικότητας που κατ’ ουσίαν απουσιάζει στην παράδοση της δυτικής ζωγραφικής.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον αλλά και η ειρωνεία της σύλληψης: οι ερριμμένες σκιές συνιστούν μια σκιά στην ιστορία της ζωγραφικής! Οσο φευγαλέα, ρευστή και ασαφής είναι η σκιά ως φυσικό φαινόμενο, άλλο τόσο ασαφής είναι και η θέση της στους πίνακες των περισσότερων γνωστών ζωγράφων. Αν φυλλομετρήσει κανείς το Χρονικό της Τέχνης του ίδιου συγγραφέα (για το οποίο έγραψαν τα Βιβλία προσφάτως), δύσκολα θα εντοπίσει παραδείγματα ερριμμένων σκιών ανάμεσα στα γνωστά δείγματα της δυτικής ζωγραφικής. Για κάποιον λόγο που αγνοούμε αλλά που πιθανώς συνιστά περισσότερο ιδεολογικό παρά αισθητικό πρόβλημα, η ερριμμένη σκιά αγνοήθηκε από τους μεγάλους δασκάλους της τέχνης· για να το υπογραμμίσουμε με την ορολογία του Γκόμπριτς, η σκιά αυτή δεν επελέγη από τους περισσότερους καλλιτέχνες, δηλαδή δεν την περιέλαβαν στο «ρεπερτόριο» των ιδεολογικών και μορφικών προτύπων μέσα από τα οποία αισθάνονταν ικανοποιημένοι ότι απεικονίζουν τον κόσμο.
Μάλιστα, τονίζει ο Γκόμπριτς, ορισμένοι μεγάλοι δάσκαλοι φαίνεται πως απέφυγαν ενσυνειδήτως την απόδοση των ερριμμένων σκιών: «Οσο πλούσια κι αν είναι η παλέτα τους, όσο άψογα κι αν αποδίδουν τους τόνους και τα χρώματα, ο κόσμος που μας παρουσιάζουν είναι ένας κόσμος δίχως σκιές». Πρόκειται ωστόσο για τον κόσμο του Λεονάρντο, αλλά και του Μπελίνι, του Ραφαήλου, του Τζιορτζόνε, του Τισιανού, του Τιντορέτο, του Μπρέγκελ και τόσων άλλων… Ενας κόσμος δίχως σκιές αποτελεί γοητευτικό στοίχημα για τον αναγνώστη/θεατή που στη σκέψη και μόνον αυτού του φανταστικού κόσμου σπεύδει εναγωνίως στα ίδια τα έργα επιχειρώντας να τις εντοπίσει έστω και υποτονικές κάτω από κάποια μαιανδρική πτύχωση, κάποιο φωτισμένο παράθυρο ή δέντρο…
Ματαίως. Οι σκιές δεν συνοδεύουν σώματα και πράγματα. Ακόμη και στον κατ’ εξοχήν αιώνα της ερριμμένης σκιάς, τον 17ο (απ’ όπου ο Γκόμπριτς αντλεί τα ωραιότερα παραδείγματα του βιβλίου του), αιώνα που περιλαμβάνει τον σκληρό ρεαλισμό των σκιών του Καραβάτζο, τον μάστορα της camera obscura Βερμέερ και τον «σκοτεινό» Ρέμπραντ, ερριμμένες σκιές δεν θα βρει κανείς σε ζωγράφους όπως, ας πούμε, ο Ρούμπενς ή ο Φραντς Χαλς με εξαίρεση στον κανόνα τους ολλανδούς τοπιογράφους. Αργότερα, πάλι τοπιογράφοι, οι Βενετσιάνοι τον 18ο αιώνα θα αξιοποιήσουν τις ερριμμένες σκιές προκειμένου να εντείνουν την ψευδαίσθηση του φωτισμένου από τον ήλιο τοπίου. Τέλος, ιμπρεσιονιστές, κυβιστές και σουρεαλιστές (περισσότερο οι πρώτοι) θα εντάξουν αυτή τη σκιά στα συμφραζόμενα της δικής τους νεωτερικής ματιάς.
Και όμως η ερριμμένη σκιά ήταν ένα από τα βασικά εργαλεία για την παραγωγή ψευδαίσθησης στην αρχαία εικονοποιία· οι τοιχογραφίες της Βεργίνας και τα ψηφιδωτά της Πομπηίας (όπως το πασίγνωστο με τη Μάχη στην Ισσό) είναι αψευδείς μάρτυρες αυτού του γεγονότος. Αλλά ύστερα από τις εξαϋλωμένες μεταφυσικές μορφές του Βυζαντίου και του Μεσαίωνα, μόνον σποραδικά κάποιοι ζωγράφοι και όχι πάντα της πρώτης γραμμής θα ασχοληθούν με τις σκιές αυτές· συνήθως για να πετύχουν κάποιο αποτέλεσμα δραματικής έντασης, που σπανίως δυστυχώς παρουσιάζει αισθητικό ενδιαφέρον, εφόσον δείχνει «στημένη» σκηνογραφία. Ετσι η μικρή πινακοθήκη ερριμμένων σκιών που κλείνει στις σελίδες του το βιβλίο του Γκόμπριτς ουσιαστικά είναι μια συλλογή εξαιρέσεων: ένας Μαζάτσο που το θέμα του (η Σκιά του Αγίου Πέτρου) τον δεσμεύει, η λεπταίσθητη λεπτομέρεια σε κάποιον Φρα Αντζέλικο, το καρτελίνο σε ένα πορτρέτο του Αντονέλο ντα Μεσίνα κτλ…
Αυτό το παιχνίδι των σκιών υποδηλώνει ωστόσο ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που λανθάνει πίσω από τις γραμμές αυτού του μικρού βιβλίου. Γιατί άραγε οι κατά καιρούς θεατές δεν αντιδρούν σ’ αυτή την ηθελημένη απόκρυψη των ερριμμένων σκιών; Την απάντηση δίνει ο Γκόμπριτς πάλι στο Τέχνη και Ψευδαίσθηση που προαναφέραμε (σελ. 255-256): ο θεατής συμβάλλει αυτομάτως στην ψευδαίσθηση της εικόνας χάρη σε μια ψυχολογική διαδικασία που τον πείθει πως «όταν βλέπει αρκετά μέρη ενός συνόλου τα βλέπει όλα». Ο ζωγράφος με άλλα λόγια έχει φορτώσει με επαρκή για τη δεδομένη ιστορική εποχή στοιχεία αληθοφάνειας τον πίνακά του ώστε η αφύσικη ανυπαρξία της (ερριμμένης) σκιάς να περνάει στην κυριολεξία απαρατήρητη. Οταν το βλέμμα θαυμάζει τις λεπτοδουλεμένες δαντέλες ή τη ρόδινη σάρκα, όταν ο θεατής λησμονεί εαυτόν στην όλη αρμονία της σύνθεσης, αδιαφορεί για τη σκιώδη μεροληψία. Ο πολύς Ντα Βίντσι που είχε μελετήσει με επιστημονική ακρίβεια τις λεπτές τεχνικές της εικαστικής ψευδαίσθησης, στις περίφημες Σημειώσεις του συστήνει ένα απλό τέχνασμα ώστε να αποφεύγουν οι ζωγράφοι στις υπαίθριες σκηνές τους τις έντονες ερριμμένες σκιές που δημιουργεί το φως του ήλιου: «Την κάλυψη του ήλιου και την παρουσία ελαφράς ομίχλης στην ατμόσφαιρα»!
Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η περιπέτεια της ερριμμένης σκιάς στη ζωγραφική. Η γοητεία της σύλληψης του Γκόμπριτς έγκειται στο ότι εμπλέκει τον αναγνώστη/θεατή στην αναζήτηση μιας πραγματικότητας που σπανίως απεικονίζεται. Για κάποιον άγνωστο λόγο η δυτική ζωγραφική για μεγάλα χρονικά διαστήματα απέφυγε να επιλέξει αυτή τη «χυτή» σκιά για να πείσει ως προς την αληθοφάνειά της. Η θλιβερή σκιά του μυθικού Νάρκισσου, τα μοιρολατρικά «εσκιαγραφημένα» της πλατωνικής Πολιτείας, οι ασφυκτικές σκιές της ομηρικής Νέκυιας και της δαντικής Κόλασης, η μεταφυσική των άυλων θρησκευτικών μορφών μοιάζει να στοιχειώνουν τις επιλογές των καλλιτεχνών αλλά και τις απαιτήσεις των θεατών, που δεν φαίνεται να δυσαρεστούνται από αυτή την απουσία…
Ο κ. Αρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το βιβλίο του «Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου».
