των διαβουλεύσεων
ΝΕΟΣ γύρος εντατικών διαβουλεύσεων εγκαινιάσθηκε την περασμένη εβδομάδα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην Αθήνα. Ο εδώ αμερικανός πρεσβευτής κ. Τ. Νάιλς είχε μακρά συζήτηση με τον υφυπουργό Εξωτερικών κ. Χρ. Ροζάκη, ενώ ο έλληνας πρεσβευτής στις Ηνωμένες Πολιτείες κ. Λ. Τσίλας είχε σειρά συναντήσεων με υπηρεσιακά στελέχη του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η ανταλλαγή αυτή απόψεων εστιάσθηκε στο Κυπριακό και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που βρίσκονται αυτή την περίοδο στο επίκεντρο της προσοχής της Ουάσιγκτον και στα οποία αφιερώνεται το σύνολο σχεδόν του χρόνου των διπλωματικών επαφών των δύο χωρών. Οι ιδέες των ΗΠΑ επικεντρώνονται (πληροφορείται «Το Βήμα») γύρω από τρία βασικά σημεία.
Πρώτον, αποκτά πλέον «επείγοντα χαρακτήρα» η ανάγκη να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την έναρξη μιας διαδικασίας διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Οι Αμερικανοί αιφνιδιάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η πρωτοβουλία του διευθυντή Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του κ. Κάρεϊ Κάβανο, την υπαναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης στη Λισαβόνα και την προβολή αλληλοσυγκρουόμενων και αμοιβαία αποκλειόμενων θέσεων από τους αρμόδιους υπουργούς. Τώρα διαπιστώνουν ότι όσο παρατείνεται το διάστημα της απραξίας τόσο πολλαπλασιάζονται και οι πιθανότητες να μειωθεί το ενδιαφέρον του Λευκού Οίκου για την ουσία του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διαφορών και να περιοριστεί στη διαδικαστική αποκλειστικά πτυχή. Σε μια τέτοια περίπτωση η Αθήνα μπορεί να ευρεθεί πάλι προ «δυσάρεστων εκπλήξεων», καθώς μάλιστα η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία καθίσταται προοδευτικά ολοένα και πιο περίπλοκη ενώ τα διάφορα κέντρα εξουσίας αποσυντονίζονται και το καθένα αναπτύσσει την αυτοτέλειά του.
Δεύτερον, θεωρούνται «βάσιμες» οι «ανησυχίες» που έχει εκφράσει το τουρκικό Γενικό Επιτελείο προς την Ουάσιγκτον για τον εξοπλισμό της Κύπρου με τους ρωσικούς πυραύλους S-300 καθώς και την προώθηση των εργασιών για την κατασκευή βάσης στην Πάφο. Οι Αμερικανοί εκτιμούν ότι η αύξηση των εξοπλισμών σε αυτή τη φάση παρεμποδίζει την προώθηση της «δέσμης ιδεών» που έχουν παρουσιάσει στα ενδιαφερόμενα μέρη και ζωτικό στοιχείο της οποίας είναι ο κατευνασμός στο στρατιωτικό πεδίο ώστε να επιτευχθεί μεν η μείωση των τουρκικών δυνάμεων στη νήσο αλλά ταυτόχρονα να μην υποβαθμισθεί η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων. Οι Αμερικανοί προβάλλουν την άποψη ότι το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα και οι εξοπλισμοί που γίνονται ελάχιστη πρακτική σημασία έχουν σε περίπτωση πολεμικής αντιπαράθεσης λόγω της υπεροχής δυνάμεων της Τουρκίας.
Τρίτον, σημειώνεται ότι η ευνοϊκή κατάληξη των επικείμενων διαβουλεύσεων για το Κυπριακό προϋποθέτει τη βελτίωση των σχέσεων της Αθήνας με την Αγκυρα. Η αμερικανική διπλωματία αποδέχεται ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό είναι δύο θέματα που το καθένα έχει τη δική του υπόσταση αλλά, κατά την εκτίμησή της, το ένα επηρεάζει το άλλο, ορισμένες φορές καθοριστικά. Η κατάσταση της «μη επικοινωνίας» στην οποία έχουν περιέλθει οι δύο χώρες αξιολογείται ως παράγοντας που παρεμποδίζει την ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων και δίδονται πολλές συμβουλές για την αποκατάσταση των μεταξύ τους επαφών, έστω και για τα στοιχειώδη.
Οι αμερικανικές ιδέες και παροτρύνσεις δεν βρίσκουν μια συγκεκριμένη απάντηση ή σχολιασμό από την Αθήνα, προς το παρόν τουλάχιστον. Η αιτία είναι απλή: η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει ακόμη επεξεργαστεί μια συγκεκριμένη πολιτική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό που να είναι αποδεκτή και να ακολουθείται από όλους τους αρμόδιους υπουργούς.
Αποφασιστικής σημασίας για την υπέρβαση αυτών των προβλημάτων θα είναι η σύσκεψη υπό τον Πρωθυπουργό που έχει προγραμματιστεί για την επόμενη εβδομάδα, με τη συμμετοχή της πολιτικής ηγεσίας των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας. Ο Πρωθυπουργός εξετάζει ακόμη το ενδεχόμενο να συγκαλέσει αμέσως μετά το ΚΥΣΕΑ ώστε τα ίδια θέματα να γίνουν αντικείμενο μιας ευρύτερης ενδοκυβερνητικής διαβούλευσης.
Από την άλλη πλευρά, στην Αγκυρα σημειώνεται μια νέα όξυνση στις σχέσεις του πρωθυπουργού κ. Ερμπακάν με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του καθώς για πρώτη φορά, μετά από πολλές δεκαετίες, επιχειρείται να τεθεί το Γενικό Επιτελείο υπό τον έλεγχο του υπουργού Αμυνας. Η κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο έχουν ήδη ανταλλάξει επιστολές στις οποίες διατυπώνονται ασύμβατες θέσεις, ενώ τα εκατέρωθεν σχόλια γίνονται διαρκώς οξύτερα. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί η τουρκική ηγεσία σε έναν διαγκωνισμό αδιαλλαξίας, κάτι που φάνηκε και στην τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Αγκυρας, στη διάρκεια του οποίου εξετάστηκε εκτενώς το Κυπριακό και η αμερικανική «δέσμη ιδεών». Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Υπό τις παρούσες συνθήκες αποκτά αυξημένη σημασία και η συζήτηση για την προώθηση μέτρων μείωσης της στρατιωτικής έντασης στην Κύπρο. Η πρωτοβουλία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ, δηλαδή τη στρατιωτική δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο. Οι προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι επικεντρώνονται στην απαγκίστρωση των δυνάμεων των δύο πλευρών, στη σύνταξη ενός κώδικα συμπεριφοράς των εκατέρωθεν στρατιωτικών μονάδων, στην αφαίρεση των σφαιρών από το στρατιωτικό προσωπικό που επανδρώνει τα φυλάκια στη γραμμή διαχωρισμού. Η διαβούλευση αυτή περιλαμβάνει και την αναβάθμιση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, στην προοπτική του μετασχηματισμού της σε πολυεθνική στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ η οποία θα αποτελέσει και ζωτικό παράγοντα των εγγυήσεων ασφαλείας της συνομοσπονδίας που θα ιδρυθεί από τις δύο κοινότητες της νήσου.
