Ο Κοστάντσο Κοσταντίνι γνωρίστηκε με τον Φεντερίκο Φελίνι τη δεκαετία του ’50, όταν του πήρε μια συνέντευξη για τον «Messagero», την ημερήσια εφημερίδα της Ρώμης. Από τότε έγινε η σκιά του σκηνοθέτη. Τον ακολουθούσε παντού: στα πλατό της Τσινετσιτά, στα γραφεία της Βία ντέλα Κρότσε, της Βία Σιστίνα ή της Κόρσο ντ’ Ιτάλια, σε εστιατόρια, στα διάφορα διαμερίσματα όπου έμενε στη Ρώμη ή στο παραθαλάσσιο σπίτι του στο Φρέτζενε. Εκανε μαζί του τουλάχιστον δύο συνεντεύξεις τον χρόνο, συνήθως όταν ξεκινούσε ή όταν τελείωνε το γύρισμα μιας ταινίας, αλλά και σε σημαντικές στιγμές ή καμπές της ζωής και του έργου του. Από το βιβλίο του «Συζητήσεις με τον Federico Fellini» προδημοσιεύουμε μια συνέντευξη του 1970, ένα είδος ψυχογραφήματος, που λειτουργεί όμως και απολογιστικά, αλλά και μια συνέντευξη του 1990, όταν ο σκηνοθέτης συμπλήρωσε τα εβδομήντα χρόνια του.
Κατά τη γνώμη σου, τι είναι ένας καλλιτέχνης;
«Για μένα καλλιτέχνης είναι αυτός που ο δαίμονάς του τον καλεί κι εκείνος απαντάει στο κάλεσμα αυτό. Κάνοντας αυτή την πράξη εκτινάσσεται σ’ ένα είδος γαλαξία, νεφελώδους σχήματος, με τον οποίο διατηρεί ειδική σχέση, μυστική και μη συνειδητή. Το πρόβλημα είναι να αναγνωρίσει τους ήχους, τα χρώματα, τα σημεία που ανταποκρίνονται στη φωνή η οποία τον κάλεσε. Ετσι και λυθεί αυτό το πρόβλημα, δεν έχει παρά να εκτελεί σαν μέντιουμ. Οταν βρίσκομαι σ’ αυτή την κατάσταση χάριτος, δεν είμαι εγώ που οδηγώ την ταινία, αλλά η ταινία οδηγεί εμένα. Χρειάζεται βέβαια μια μεγάλη δόση ευαισθησίας: κατά κάποιον τρόπο μπαίνεις σε μια πόλη που δεν γνωρίζεις, μέσα στην οποία όμως πρέπει να κινηθείς με τη λεπτότητα φαντάσματος, με την ελαφράδα ενός βρικόλακα, χωρίς ιδέες, χωρίς ιδεολογίες, χωρίς προκαταλήψεις, διαφορετικά όλα αυτά τα δηλητηριάζεις. Κι όλο αυτό είναι κάτι σαν πρόλογος, σαν αίθριο, σαν τον προθάλαμο της δημιουργίας. Υστερα παρεμβαίνει η πρακτική εμπειρία που έχει καθένας, το επάγγελμα, ο επαγγελματισμός, μ’ άλλα λόγια η προσπάθεια υλοποίησης αυτού που συνέλαβες. Ενας καλλιτέχνης δεν κάνει ό,τι θέλει, αλλά ό,τι μπορεί: αυτή η ένταση δομεί αυτό που ονομάζουμε τέχνη».
Είναι, κατά τη γνώμη σου, τέχνη ο κινηματογράφος;
«Και ναι και όχι. Είναι τέχνη και μαζί είναι τσίρκο, μια παράγκα σαλτιμπάγκων, ένα ταξίδι πάνω σ’ ένα είδος “πλοίου των τρελών”, μια περιπέτεια, μια ψευδαίσθηση, μια οφθαλμαπάτη. Είναι μια τέχνη που δεν έχει καμία σχέση με τις υπόλοιπες τέχνες και κυρίως με τη λογοτεχνία. Είναι μια αυτόνομη τέχνη. Το πολύ να μπορείς να τη συνδέσεις με τη ζωγραφική, εξαιτίας του φωτός. Το φως είναι, τόσο για τον κινηματογράφο όσο και για τη ζωγραφική, η καρδιά των πάντων. Στον κινηματογράφο το φως είναι πιο σημαντικό απ’ το θέμα, το μύθο, τα πρόσωπα: το φως είναι εκείνο που εκφράζει αυτό που ο σκηνοθέτης θέλει να πει. Ενας κριτικός έγραψε, με μειωτική πρόθεση, ότι είμαι σκηνοθέτης “εικαστικός”, μα τι πιο κολακευτικό μπορούσε να μου πει; Δεν είναι τυχαίο γεγονός η βαθύτατη αγάπη που έχω για τον καλλιτέχνη που λέγεται ζωγράφος, η ζήλια μου γι’ αυτόν. Ο ζωγράφος είναι ευτυχής, γαλήνιος, με σίγουρη μακροζωία, πιο τυχερός απ’ τον ποιητή. Οι γυναίκες και οι φίλοι του τον σέβονται· αν τον σέβονταν και οι εφοριακοί λιγάκι παραπάνω, δεν θα υπήρχε τυχερότερος άνθρωπος».
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ζωγράφοι;
«Με τους ζωγράφους έχω τις πιο ασταθείς σχέσεις, με ενθουσιασμούς, προδοσίες, αρνήσεις. Παρ’ όλα αυτά είμαι πιστός σε μερικούς ιταλούς ζωγράφους, απ’ τον Σιπιόνε στον Μαφάι, απ’ τον Ρόζα στον Καμπίλι, απ’ τον Καρρά στον Σιρόνι, στον Ντε Κίρικο. Είναι απίστευτο πώς, ακριβώς στην περίοδο του φασισμού, η ιταλική ζωγραφική έφτασε στην υψηλότερή της έκφραση. Ο Σιρόνι είναι ένας μέγιστος ζωγράφος, που ακόμη δεν έχει εκτιμηθεί η πραγματική του αξία. Για μένα, που κάνω κινηματογράφο, η μεταφυσική ζωγραφική του Ντε Κίρικο είναι καταπληκτική: ο Ντε Κίρικο ανακάλυψε την Ιταλία, με τις πλατείες της, τους δρόμους της, τις στοές της, τα θαλασσινά τοπία της. Μας παρουσιάζει μια πιστή και ταυτόχρονα ποιητική εικόνα της Ιταλίας. Αλλά ο καλλιτέχνης που θαυμάζω περισσότερο απ’ όλους, σε σημείο να τον ονειρεύομαι πολλές φορές, είναι ο Πικάσο. Για μένα ο Πικάσο αποτελεί το σύμβολο, το αρχέτυπο του πλάστη, του δημιουργού. Τον είδα στον ύπνο μου τέσσερις φορές, πάντοτε σε στιγμές που περνούσα κρίση. Μια φορά ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν μέσα σε μια θάλασσα πράσινη, σμαραγδένια αλλά απειλητική, που είχε πάνω της έναν ουρανό ο οποίος προμηνούσε θύελλα, καταστροφή, όταν πρόσεξα πως κάποιος κολυμπούσε με μεγάλες απλωτές μπροστά μου. Ξαφνικά γύρισε κι αναγνώρισα τον Πικάσο. Αυτό το όνειρο έμεινε για καιρό μέσα μου, σαν απόηχος μιας νότας. Μια άλλη φορά, θυμάμαι ότι ετοιμαζόμουν να αρχίσω “Το ταξίδι του Τζ. Μαστόρνα”, ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν μέσα στο σπίτι του Πικάσο. Βρισκόταν στην κουζίνα και μου μιλούσε, μου μιλούσε όλη νύχτα, χωρίς σταματημό· όταν ξύπνησα, ένιωσα σαν να αναδυόμουν σ’ έναν ορίζοντα από φως. Γιατί να βλέπω μόνο τον Πικάσο στα όνειρά μου; Επειδή είναι ο καλλιτέχνης με τον οποίο θα ήθελα να ταυτιστώ. Τον καιρό αυτών των ονείρων έβλεπα τη ζωγραφική λίγο σαν κόσμο ξένο, την κοίταζα με κάποια δυσπιστία, εξαιτίας της άγνοιας, αλλά τώρα, κάθε φορά που βλέπω έναν πίνακα του Πικάσο, νιώθω αμέσως σαν συνένοχός του, απόλυτα ενθουσιώδης, αναστατωμένος απ’ τον πλούτο, τη δύναμη, την ευτυχία, το πνεύμα, τη ζωή που πηγάζει απ’ αυτόν. Ο Πικάσο είναι ένας ζωγράφος ολοκληρωτικά, απόλυτα, ελεύθερος. Ομως, περιέργως, πιστεύω ότι η απόλυτη ελευθερία είναι βλαβερή για έναν καλλιτέχνη, με την έννοια ότι θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει όχι για να δημιουργεί αλλά για να σκορπίσει το δημιουργικό του τάλαντο. Κατά τη γνώμη μου, χρειαζόμαστε τυράννους. Είμαι υπέρ μιας εθνικής αφηρημένης αρχής, η οποία θα με διέταζε να γεννάω συνέχεια εικόνες. Οι πάπες, που γνώριζαν καλά την παιδαριώδη ψυχολογία των καλλιτεχνών, καλούσαν κοντά τους ζωγράφους και τους διέταζαν να κάνουν πίνακες».
Είσαι ικανοποιημένος από τις σχέσεις σου με τις γυναίκες;
«Κατάφερα να δημιουργήσω με την Τζουλιέτα ένα σημείο επαφής, μια αμοιβαία συμφωνία. Δεν αισθάνομαι καταπιεσμένος, ανάπηρος, καταπλακωμένος. Δεν έχω ανάγκη να χωρίσω. Οταν σκέφτομαι το δημοψήφισμα για το διαζύγιο με πιάνει ένα αίσθημα ντροπής, νιώθω σαν να ζω σ’ έναν τόπο παράλογο. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα τέτοιο πρόβλημα μπορεί να μπλοκάρει τα πάντα. Το δημοψήφισμα έγινε σαν να ήταν η αναζήτηση του Απόλυτου. Φτάσαμε σ’ ένα σημείο γκροτέσκο. Θα ‘πρεπε μάλλον να καταργηθεί ο γάμος. Ο νόμος θα ‘πρεπε να λέει: Μην παντρεύεστε. Ή, διαφορετικά, να πρέπει ο γάμος να ανανεώνεται κάθε χρόνο, όπως η άδεια οδήγησης. Το να υποχρεώνεις δύο άτομα που δεν γνωρίζονται, και που κανένα από τα δύο δεν γνωρίζει τον ίδιο τον εαυτό του, να ζήσουνε μαζί για όλη τους τη ζωή, είναι σαν να κλείνεις δύο νεογέννητα σ’ ένα κασόνι και να τα υποχρεώνεις να μεγαλώσουν μαζί, το ένα με το πόδι του άλλου στο στόμα. Το αποτέλεσμα είναι να βγούνε δύο τέρατα φριχτά, τρομαχτικά».
Τι σκέφτεσαι για τις σχέσεις ανδρών – γυναικών στην Ιταλία;
«Στην Ιταλία, ακόμα και οι πιο αντικομφορμιστές μπλέκουν τα πάντα. Δεν είμαι ιταλιάνος φαλλοκράτης, κι οφείλω να ομολογήσω ότι η θέση της γυναίκας είναι απ’ τις περιπτώσεις που θα έπρεπε να τις βλέπουμε και να ντρεπόμαστε. Υπάρχει ένας άγριος ρατσισμός του άντρα προς τη γυναίκα. Αλλά και οι γυναίκες κάνουν λάθη. Η ισότητα ανδρών και γυναικών είναι μια βιολογική εκτροπή. Δεν ξέρω πώς άρχισε αυτή η κατάχρηση εξουσίας του άντρα προς τη γυναίκα, πώς φτάσαμε στην ήττα της γυναίκας. Πρέπει όμως να ομολογήσω ότι ακόμη και οι καλύτεροι από μας είναι ή ερωτομανείς ή κουρασμένοι εστέτ. Δεν ξέρω τι είναι η γυναίκα. Στη γυναίκα, εγώ τουλάχιστον, βλέπω πάντα τον εαυτό μου, με την έννοια ότι πάνω της προβάλλω τις δικές μου ελλείψεις. Η γυναίκα αντιπροσωπεύει ό,τι δεν έχουμε, αλλά μια και δεν ξέρουμε τι έχουμε, προβάλλουμε πάνω της το σκοτάδι μας. Ο Γιουνγκ λέει ότι η γυναίκα υπάρχει εκεί που αρχίζει η νύχτα του άντρα. Καθώς ο Ιταλός, εξαιτίας της επιρροής της Καθολικής Εκκλησίας, έχει μείνει παιδί, και από τα δύο φύλα ο άντρας είναι αυτός που γνωρίζει λιγότερο τον εαυτό του, προβάλλει πάνω στη γυναίκα ένα τεράστιο σκοτάδι».
Είσαι θαυμαστής του Γιουνγκ. Αποκομίζεις κάποιο όφελος απ’ τη μελέτη των κειμένων του για την ψυχολογία, για την ψυχανάλυση;
«Η ψυχολογία πάντοτε με γοήτευε. Κατά τη γνώμη μου είναι η πρώτη απ’ τις επιστήμες, είναι η βασική επιστήμη, η αφετηρία των επιστημών. Θα ‘πρεπε να διδάσκεται απ’ το νηπιαγωγείο. Είμαι φίλος του Ερνεστ Μπέρνχαρντ, του ψυχαναλυτή της σχολής Γιουνγκ. Αυτός μου έδωσε να καταλάβω ότι η ονειρική μας ζωή είναι εξίσου σημαντική με την “εν εγρηγόρσει”, ιδιαίτερα για έναν καλλιτέχνη. Χάρη σ’ αυτόν κατάφερα να διαβάσω με σωστότερη δεκτικότητα τα βιβλία του Γιουνγκ, του σοφού αυτού ενοραματιστή που θα ‘πρεπε όλοι να γνωρίζουν· η ανάγνωση αυτή με εμπλούτισε σημαντικά. Σε αντίθεση με ό,τι διαδίδεται, δεν έκανα ποτέ ψυχανάλυση, όμως πιστεύω σ’ αυτήν. Στην Ιταλία ούτε που ξέρουν τι είναι, την αρνούνται με την επιπολαιότητα και την έπαρση που μας χαρακτηρίζει όλους. Είναι γελοίο το να μην πιστεύεις στην ψυχανάλυση. Είναι σαν να μην πιστεύεις στα μαθηματικά ή τη χημεία. Σήμερα ο υπέρτατος στόχος είναι η κατανάλωση. Η ψυχανάλυση μας βοηθάει να θέσουμε μια σχέση προβληματισμού με τη ζωή, μας βοηθάει να ελευθερωθούμε απ’ τα ταμπού, να επεκτείνουμε τη συνείδησή μας, μας καλεί να κοιταχτούμε σ’ έναν καθρέφτη όπου το πρόσωπό μας μπορεί αναμφίβολα να μας φανεί δυσάρεστο, όμως δεν παύει να είναι το πρόσωπό μας. Μόνο που σήμερα οι ψυχαναλυτές σε πετάνε έξω ακόμη κι αν έχεις δάκρυα στα μάτια και όχι πριν πληρώσεις την επίσκεψη, γιατί μια τακτική πληρωμή βοηθάει, τάχα, τον ασθενή στη θεραπεία του. Η ψυχανάλυση θα ήταν επίσης πολύ χρήσιμη στους πολιτικούς. Ο Ιταλός είναι εξαιρετικά αδαής και θα μπορούσε να επωφεληθεί απ’ οποιαδήποτε γνώση, αλλά η Καθολική Εκκλησία μας κράτησε σ’ ένα είδος νύχτας που προεκτείνεται πέρα από κάθε δυνατή επικαιρότητα. Μια επιστήμη που έχει σκοπό την αυτογνωσία του ανθρώπου είναι απαραίτητη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην άγνοια και στον κομφορμισμό».
Είκοσι χρόνια μετά, στις 20 Ιανουαρίου 1990, ο Κοσταντίνι παίρνει μια συνέντευξη από τον Φελίνι, επίσης οριακή, για τα εβδομήντα χρόνια του. Το τοπίο αλλάζει.
Σήμερα κλείνεις τα εβδομήντα. Πώς αισθάνεσαι;
«Καρτερικά. Καρτερικός, να απαντήσω όπως μπορώ στις ερωτήσεις που προκαλούν τα εβδομηντάχρονά μου, φιλικές μεν, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αποφύγω. Κατά τα άλλα, όπως βλέπεις, έχω μεταμφιεστεί σε γέρο: ρόμπα, μάλλινη κουβέρτα απ’ τη μέση ως τα πόδια, βήχας, άδειο μυαλό. Κάτσε σε απόσταση, δεν θα ‘θελα να σε κολλήσω, όχι βέβαια “εβδομηντάχρονα” αλλά “ασιατική”, που αποφάσισε να με γιορτάσει κι αυτή, με πυρετό και ναυτία».
Πιστεύεις στ’ άστρα, σ’ αρέσει το ζώδιό σου; Πιστεύεις ότι επηρέασε την καλλιτεχνική σου δραστηριότητα;
«Μια φορά, καθώς διάβαζα σε βιβλιαράκι για ζώδια τα χαρακτηριστικά του Αιγόκερου, μου φάνηκε ότι με αναγνώριζα εκεί που έλεγε: “Οι γεννημένοι στον Αιγόκερο παρουσιάζουν μεγαλοφυΐα μόλις βγουν απ’ την κοιλιά της μάνας τους”».
Ο Χριστός, η Ζαν ντ’ Αρκ, η Μαντάμ Πομπαντούρ, η Μαρλένε Ντίτριχ, ο Εντγκαρ Αλαν Πόε, ο Παστέρ, ο Αντρεότι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είναι γεννημένοι στον Αιγόκερο. Σε ποιον νιώθεις πιο κοντά;
«Οταν ήμουν νεαρός είχα δύο πρότυπα ανδρικής καλλονής και γοητείας στα οποία ήθελα απελπιστικά να μοιάσω: τον ηθοποιό Φέμπο Μάρι, με τον ψηλό αριστοκρατικό λαιμό, τα κατσαρά μαλλιά, τα αριστοκρατικά και λάγνα μάτια, και τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, του οποίου το υπέροχο πρόσωπο με τη νεκρική και πυρετώδη χλομάδα ξεχρεώνει όλους τους μεθύστακες της γης. Με ποιον νιώθω πιο κοντινός; Με τη Μαρκησία ντε Πομπαντούρ».
Εχεις προσεγγίσει αυτό που ονομάζουμε «γαλήνη των αισθήσεων»;
«Θυμάσαι τα μούτρα που έκανε ο Χάρντι όταν, μπροστά στις καταστροφές που προκαλούσε ο Λόρελ, έψαχνε μ’ ένα αργό και ήρεμο βλέμμα το φακό έτσι ώστε να καρφώσει το βλέμμα του θεατή, καλώντας τον, σιωπηλά, να πάρει θέση πονετικού μάρτυρα αυτών των καταστροφών; Ιδού λοιπόν τι μούτρα κάνω σαν απάντηση σε μια τέτοια ερώτηση».
Φοβάσαι το θάνατο;
«Τι πρέπει να απαντήσω; Ναι, όχι, εξαρτάται, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, ποιο θάνατο; Παίρνοντας σαν δεδομένο την ακατάσχετη περιέργεια που μας κάνει να ξυπνάμε κάθε πρωί και που μας συντροφεύει σ’ όλη μας τη ζωή, θα ‘πρεπε να τη διατηρήσουμε και τη στιγμή της πιο άγνωστης εμπειρίας τουλάχιστον ας ελπίσουμε πως έτσι είναι. Θα δούμε».
Πιστεύεις στην αιωνιότητα;
«Τείνω να πιστεύω, και θα συμβούλευα σ’ όλους να κάνουν το ίδιο, έστω και σαν ένα είδος διανοητικής υγιεινής. Αυτό το “πιστεύω” διεγείρει τη φαντασία, έστω κι αν η προοπτική της πιθανής συνέντευξής σου για τα γενέθλιά μου των εφτά χιλιάδων χρόνων μου μού προκαλεί αμηχανία».
Πιστεύεις στον Θεό; Πώς τον φαντάζεσαι;
«Ως τα πέντε μου δεν είχα καμιά αμφιβολία: τον φανταζόμουν σαν τον κόμη Γκουαλτιέρο Ρίπα. Ηταν ο ιδιοκτήτης μας. Πολύ αδύνατος, ντυμένος πάντοτε στα μπλε ακόμη και το μελόν καπέλο του ήταν μπλε ουρανί , με μια μακριά λευκή γενειάδα στο στήθος, που φορές φορές χώριζε μπροστά στα δύο, με χάρη, σαν αυλαία, κι από μέσα φαινόταν ένα μπλε γιλέκο με μια χρυσή αλυσίδα που πέταγε αστραπές. Εκανε τον περίπατό του στην αυλή, αμίλητος και απορροφημένος, χωρίς ποτέ να κοιτάζει κάποιον καταπρόσωπο, έχοντας ανάμεσα στα δόντια του μια πίπα με πούρο. Μια μέρα, η μητέρα μου είπε μέσ’ απ’ τα δόντια της: “Μα ποιος είναι, ο Πατήρ ο Αιώνιος;”. Αργότερα, την εικόνα του κόμη Γκουαλτιέρο Ρίπα, με το ουρανί μελόν καπέλο του και την πίπα, αντικατέστησε ο θαλερός γέρων της Καπέλα Σιστίνα, κι έτσι μένει μέχρι σήμερα».
Προσεύχεσαι;
«Δεν προσεύχομαι πια όπως όταν ήμαστε παιδιά, με τη γιαγιά μας να εμφανίζεται ξαφνικά στο δωμάτιό μας με το κηροπήγιο στο χέρι και τη φλόγα του να φωτίζει από κάτω προς τα πάνω το ωραίο σαν ερυθρόδερμου κεφάλι της. Μας σκόπευε με τον μακρύ της δείχτη και ρώταγε: “Κάνατε την προσευχή σας;”. Μια φορά, μ’ έπιασε με τον αδελφό μου να λέμε τις προσευχές μας στο σκοπό της “Τιτίνας” (σ.σ.: τραγουδάκι της εποχής με διεθνή επιτυχία). Μας φοβέρισε πως θα λύσει το σκυλί και θα μας βάλει στη θέση του, στη φωλιά του, μες στο κρύο του χειμώνα. Ιδού, η προσευχή, όχι μόνο υπό την έννοια μιας πράξης ευλάβειας, αλλά και σαν μια τεχνική μυστικής ψυχολογικής αλχημείας που καταφέρνει υπερφυσικά πράγματα, θαύματα, αποτελέσματα που μοιάζουν σαν από μαγεία».
Πιστεύεις ότι θα δημιουργείς ως τα ενενήντα σου, όπως ο Τισιανός, ο Πικάσο, ο Ντε Κίρικο;
«Ναι, το υποσχέθηκα στον καημένο τον Μπερλουσκόνι. Θα πρέπει να του δίνω όλο και περισσότερες δελεαστικές ευκαιρίες να βρομίζει τα έργα του με τα ένα εκατομμύριο το χρόνο διαφημιστικά του. Επί τη ευκαιρία, έμαθα ότι ο Αντζελο Ριτσόλι τζούνιορ πούλησε μια για πάντα στον Μπερλουσκόνι τα έργα που είχα κάνει με τον παππού του, τον καλό μου Κομέντα, δηλαδή τους “Βιτελόνι”, την “Ντόλτσε βίτα”, το “Οκτώμισι” και τρία – τέσσερα άλλα. Τι να κάνουμε;..».
Ο Φελίνι πέθανε το 1993.
