ΕΝΑΣ έλληνας αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών γεννημένος στη Μινεσότα των Ηνωμένων Πολιτειών (ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου) και ένας τούρκος υφυπουργός καταγόμενος σε δεύτερη γενιά από τα Ιωάννινα (ο κ. Ονούρ Οϊμέν) επέτυχαν εντυπωσιακή τομή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κατόρθωσαν να επεξεργασθούν ένα «κοινό έγγραφο» το οποίο περιγράφει την εθνική σύνθεση και την αποστολή της μεικτής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που θα συγκροτηθεί από την Ελλάδα και την Τουρκία με στόχο την καταγραφή και τον προσδιορισμό της διαδικασίας αντιμετώπισης των θεμάτων που διαταράσσουν τις σχέσεις τους. Οι οκτώ διαδοχικές συναντήσεις των δύο ανδρών την περασμένη Τετάρτη στη Μάλτα αποδείχθηκαν παραγωγικές και αποτελεσματικές με τη βοήθεια που προσέφερε ο ολλανδός υπουργός Εξωτερικών κ. Χανς βαν Μίρλο. Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας εξετάζουν τώρα το έγγραφο αυτό, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση των επικείμενων θεσμικών διμερών διαβουλεύσεων.
Η ολλανδική προεδρία, η οποία ως τώρα αποδεικνύεται εξαιρετικά δραστήρια και αποτελεσματική, είχε προϊδεάσει την Αθήνα και την Αγκυρα ότι θα αξιοποιούσε τη Διάσκεψη της Μάλτας για να δώσει μια νέα ώθηση στις ελληνοτουρκικές επαφές. Για τον σκοπό αυτόν οι Ολλανδοί είχαν πάρει και μερικά πρακτικά μέτρα: τα γραφεία των αντιπροσωπειών των δύο χωρών ήταν δίπλα δίπλα· επίσης οι δύο αντιπροσωπείες τοποθετήθηκαν στο ίδιο ξενοδοχείο. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχαν οι δυνατότητες μιας διακριτικής επαφής. Τόσο ο κ. Παπανδρέου όσο και ο κ. Οϊμέν προσήλθαν έχοντας στα θυλάκιά τους τα σχέδια που είχαν επεξεργασθεί το ελληνικό και το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών βάσει του κειμένου που είχε καταθέσει ο κ. Βαν Μίρλο.
Η πρώτη ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων έγινε τα μεσάνυχτα σχεδόν της Τρίτης, σε ένα από τα σαλόνια του ξενοδοχείου και αφορούσε κυρίως τη στάση της Ελλάδας και της Τουρκίας απέναντι στην ιδέα για συγκρότηση της μεικτής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Οι δύο άνδρες κατέληξαν ότι η ιδέα ήταν αποδεκτή και κατά συνέπεια μπορούσαν να προχωρήσουν σε πιο ουσιαστικά θέματα. Βρήκαν παράλληλα την ευκαιρία να ανταλλάξουν και μερικές γενικότερες σκέψεις για το μέλλον των διμερών σχέσεων. Ο κ. Παπανδρέου επεσήμανε στον κ. Οϊμέν ότι η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν στρατηγικό συμφέρον να προωθήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία και να βρουν τρόπους αξιοποίησης του δυναμισμού που εκδηλώνεται στις επιχειρηματικές κοινότητες των δύο χωρών.
Το πρόβλημα που διαχειρίστηκαν το πρωί της Τετάρτης αφορούσε τη σύνθεση της Επιτροπής. Ο κ. Βαν Μίρλο προτιμούσε μια παραλλαγή στην οποία θα μετείχαν εμπειρογνώμονες από την Ελλάδα και την Τουρκία καθώς και ειδικοί από κάποιο τρίτο μέρος, κατά προτίμηση εκπρόσωποι της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Αθήνα και η Αγκυρα συνέπεσαν όμως σε ένα πιο απλό σχήμα, το οποίο θα τους επέτρεπε να έχουν απευθείας επαφή και να ελέγχουν πλήρως τον μεταξύ τους διάλογο. Οι Ολλανδοί, όπως και όλοι οι άλλοι διεθνείς «παίκτες», δεν τρέφουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην ικανότητα των Ελλήνων και των Τούρκων να επεξεργασθούν μια μεταξύ τους συμφωνία, γι’ αυτό επέμεναν στην προβολή της ανάγκης για ένα «τρίτο μέρος» στις διαβουλεύσεις. Τελικά ο κ. Βαν Μίρλο υπεχώρησε ενώπιον της κοινής στάσης των κκ. Παπανδρέου και Οϊμέν.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε και στην αριθμητική συγκρότηση της Μεικτής Επιτροπής. Η Αγκυρα ξεκινώντας από μια φόρμουλα που έμοιαζε πολύ με αυτή των «σοφών» ήθελε μονομελή εκπροσώπηση κάθε χώρας. Οι Ολλανδοί είχαν εισηγηθεί να περιληφθούν επτά εμπειρογνώμονες από κάθε πλευρά, κάτι που γενικά το ευνοούσε και η ελληνική πλευρά καθώς όσο πιο πολυάριθμη είναι η επιτροπή τόσο περισσότερο απομακρύνεται ο φόβος να αποκτήσει έναν ανοιχτά διαπραγματευτικό χαρακτήρα το όλο εγχείρημα. Η φόρμουλα που τελικά θα γίνει αποδεκτή προβλέπει δύο ή τρία μέλη της Επιτροπής από κάθε χώρα.
Το πιο περίπλοκο ζήτημα ήταν, προφανώς, η περιγραφή των αρμοδιοτήτων και ο προσδιορισμός της θεματολογίας της Μεικτής Επιτροπής. Η αρχική έμπνευση για την ίδρυση της Μεικτής Επιτροπής ανήκει στον κ. Θ. Πάγκαλο και το μοντέλο λειτουργίας της είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της επεξεργασίας του κ. Χρ. Ροζάκη αλλά η αποτύπωση αυτών των ιδεών σε κείμενο έχει πάντα μια ξεχωριστή δυσκολία. Η ελληνική πλευρά είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα που προσδιόριζε ως «εθνικής κυριαρχίας» και ανησυχούσε μήπως οι διατυπώσεις του κοινού εγγράφου επιτρέψουν τη διολίσθηση των συνομιλιών σε ενότητες που θα ερμηνεύονταν ως υποχώρηση και θα δημιουργούσαν πολιτικές αντιδράσεις.
Λόγω αυτής της ευαισθησίας ο κ. Παπανδρέου είχε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες (τουλάχιστον επτά) με τον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη και τον υπουργό Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλο ώστε να διευκρινισθούν όλες οι λεπτομέρειες και οι πιθανές επιπλοκές από τη μια ή την άλλη διατύπωση. Ο κ. Πάγκαλος ήταν ο πιο θαρραλέος όλων καθώς παρότρυνε τον κ. Σημίτη και τον κ. Παπανδρέου να αποδεχθούν διάφορες φράσεις που είχαν κρατηθεί σε αγκύλες κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων με τους κκ. Οϊμέν και Βαν Μίρλο.
Η διαδικασία κυοφορίας μιας συνεκτικής και ολοκληρωμένης αντίληψης απαίτησε κάποιο χρόνο καθώς τόσο ο κ. Παπανδρέου όσο και ο κ. Οϊμέν δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι να διαπραγματευθούν ελεύθερα αλλά έπρεπε να προσφεύγουν συχνά στους πολιτικούς προϊσταμένους τους για να εξασφαλίζουν τη συναίνεσή τους. Κατά συνέπεια το κείμενο που διαμορφώθηκε την Τετάρτη, στη διάρκεια της τελευταίας ανταλλαγής απόψεων, θα έπρεπε να τεθεί υπό τον ερευνητικό φακό των κυβερνήσεών τους ώστε να επικυρωθεί. Εν τούτοις διαμορφώθηκε εκατέρωθεν μια αίσθηση ότι οι συζητήσεις αυτές διαμόρφωσαν μια στέρεη βάση για συμφωνία.
Η τελική παραλλαγή του κοινού εγγράφου είχε κρατημένες σε αγκύλες μερικές λέξεις, οι οποίες όμως είναι ιδιαίτερα κρίσιμες. Η ουσία της εκκρεμότητας αφορά κυρίως τον βαθμό δεσμευτικότητας των αποφάσεων της μεικτής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, αν δηλαδή είναι κυρίως διερευνητική ή θα μπορεί να διαμορφώσει υποχρεώσεις για τις δύο κυβερνήσεις. Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να αποσαφηνισθεί το εύρος της δικαιοδοσίας της ώστε οι διαβουλεύσεις αυτές να μη διολισθήσουν σε μια άναρχη εισαγωγή θεμάτων αλλά να υπάρξει μια αξιόπιστη καταγραφή τους. Η Αθήνα αυτή τη στιγμή έχει μια ορισμένη δυσκολία στην επισήμανση της χρυσής τομής που θα επιτρέψει στις ελληνοτουρκικές διαβουλεύσεις να είναι αφενός μεν ουσιαστικές, αφετέρου δε να επιτρέπουν την προσεκτική διαχείριση όλων των θεμάτων που θα ανακύψουν.
Η συζήτηση που γίνεται αυτές τις ημέρες στην Αθήνα δεν αφορά την επί της αρχής τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης για το θέμα της Μεικτής Επιτροπής αλλά μόνο τις ειδικές διατυπώσεις που περιγράφουν τη λειτουργία και τις αρμοδιότητές της. Η θετική στάση απέναντι στην ίδρυσή της θεωρείται άλλωστε δεδομένη καθώς η κυβέρνηση έλεγαν πηγές συνήθως καλά πληροφορημένες δεν θα μπορεί να υπαναχωρήσει από μια φόρμουλα την οποία πρώτη η ίδια εισήγαγε στον προβληματισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο κ. Παπανδρέου επικοινώνησε το μεσημέρι της Παρασκευής με τον κ. Βαν Μίρλο και τον ενημέρωσε για τις σκέψεις της κυβέρνησης μετά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ και της Κυβερνητικής Επιτροπής. Οι παρατηρήσεις της ελληνικής πλευράς θα διαβιβασθούν αμέσως από τους Ολλανδούς προς την κυρία Τανσού Τσιλέρ ώστε να μην απολεσθεί η δυναμική που έχει διαμορφωθεί.
