Τα δύο πρόσωπα της Εκκλησίας

Τα δύο πρόσωπα της Εκκλησίας Δημιουργούνται ζητήματα μεταξύ των Αρχιερέων για ασήμαντη αφορμή Ι. Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ Τον τελευταίο καιρό παριστάμεθα μάρτυρες ενός φαινομένου του οποίου δεν αρκεί απλώς η επισήμανση αλλά θα πρέπει να επιχειρηθεί και η εξήγηση. Θα μπορούσε επιγραμματικά να μιλήσει κανείς για δύο όψεις της Εκκλησίας. Τη μία όψη εκφράζει παραστατικά η εντύπωση που όλοι έχουμε από την προσκύνηση

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τον τελευταίο καιρό παριστάμεθα μάρτυρες ενός φαινομένου του οποίου δεν αρκεί απλώς η επισήμανση αλλά θα πρέπει να επιχειρηθεί και η εξήγηση. Θα μπορούσε επιγραμματικά να μιλήσει κανείς για δύο όψεις της Εκκλησίας. Τη μία όψη εκφράζει παραστατικά η εντύπωση που όλοι έχουμε από την προσκύνηση της εφέστιας εικόνας του Πρωτάτου, της Παναγίας της Καρυώτισσας, γνωστής περισσότερο με την ονομασία «Αξιον Εστίν», του κατ’ εξοχήν συμβόλου του Θεομητορικού χαρακτήρα του Αγιορείτικου μοναχισμού, η οποία επέστρεψε ήδη στην έδρα της, στο Ιερό Σύνθρονο του Βήματος του Πρωτάτου.


Οι εκατοντάδες χιλιάδες των πιστών που συνέρρευσαν στον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, όχι μόνο από την περιοχή του Λεκανοπεδίου, αλλά από όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδος, δεν ήσαν ασφαλώς, όπως διατείνονται ορισμένοι, θρησκόληπτοι και δεισιδαίμονες. Αλλά και το γεγονός ότι όλος αυτός ο πιστός λαός συνέβαλε από το υστέρημά του στη συγκέντρωση σχεδόν μισού δισεκατομμυρίου δραχμών για την ανακούφιση των σεισμοπαθών συμπολιτών μας καταδεικνύει πόσον ευάρμοστα μπορεί να συνδυασθεί η ευλάβεια με την κοινωνική προσφορά. Την εντύπωση αυτή, μιας πλήθουσας και ζώσας Εκκλησίας, συμπληρώνει η διαπίστωση ότι μεγάλο ποσοστό των προσκυνητών ήταν νέοι άνθρωποι που μαρτυρημένα, από πρόσφατες, προχθεσινές ακόμη μετρήσεις ινστιτούτων δημοσκοπήσεων, δείχνουν μια εντυπωσιακή στροφή, όχι μόνο προς ό,τι συνηθίζεται να αποκαλείται «αξίες», αλλά, σε ένα ποσοστό που αγγίζει το 70%, και προς την Εκκλησία, προφανώς με την έννοια της θρησκευτικής πίστεως, και βέβαια της πίστεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία.


Και το φαινόμενο αυτό της στροφής της νεολαίας προς την πίστη και την Εκκλησία δεν είναι κάτι που ξαφνικά παρουσιάστηκε, είναι το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής πορείας, τη διάγνωση του οποίου ίσως διευκόλυνε ή και επιτάχυνε η προβολή στο προσκήνιο της επικαιρότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας μετά την εκλογή του σημερινού Αρχιεπισκόπου Αθηνών.


Από την άλλη πλευρά υπάρχει μια άλλη εικόνα της Εκκλησίας, ήκιστα κολακευτική. Είναι η εικόνα της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, σε όλους τους βαθμούς, κυρίως όμως στον επισκοπικό βαθμό, ιδίως στο σώμα της Ιεραρχίας.


Οι διαγκωνισμοί και οι συγκρούσεις μεταξύ κληρικών και μάλιστα Αρχιερέων, για ζητήματα πολλά και ποικίλα, έχουν το τελευταίο διάστημα προσλάβει όχι μόνο μια ιδιαίτερη οξύτητα, αλλά και μια έντονη δημοσιότητα. Θέματα τα οποία ο μέσος πολίτης, ακόμη και ο πιστός, δεν πολυκαταλαβαίνει και πάντως δεν κατέχει, όπως τα περίπλοκα ζητήματα των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών, δίνουν την εντύπωση ότι δημιουργούνται ζητήματα μεταξύ των Αρχιερέων για ασήμαντη αφορμή, για το αν θα κάνει έναν αγιασμό ο ένας ή ο άλλος Μητροπολίτης, για το αν θα έχει ο ένας κάποιες ενορίες περισσότερες από τον άλλο. Προσωπικά θέματα, και γιατί όχι πικρίες προσωπικές, από κακό χειρισμό ή από κακούς συμβούλους, γίνονται μείζονα ζητήματα και αρχίζουν να απασχολούν τα μέσα «μαζικής», όπως τόσον ατυχώς λέγονται, ενημερώσεως. Ολες αυτές οι εκδηλώσεις μειώνουν την πειθώ της Εκκλησίας, ακριβέστερα της εκκλησιαστικής διοικήσεως, και επιβεβαιώνουν την έλλειψη συντονισμού των βημάτων μέρους τουλάχιστον της διοικούσας Εκκλησίας και πιστού λαού. Αποτελεί λοιπόν επιτακτική ανάγκη η άμεση ενεργοποίηση του σώματος της Ιεραρχίας, στο σύνολό του, προκειμένου να βρει τον ίδιο βηματισμό με το σώμα της Εκκλησίας, κλήρο και λαό, και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του.


Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version