«Η φωνή μου δεν είναι μουσειακή»
«Θα προτιμούσα να μιλήσουμε στα αγγλικά, γιατί τα ελληνικά μου δεν είναι τόσο καλά όσο θα ήθελα…». Και όμως ο άγγλος κόντρα τενόρος Μάικλ Τσανς μιλάει τη γλώσσα μας πολύ καλύτερα απ’ ό,τι νομίζει. Μπορεί ο διάσημος καλλιτέχνης να εμφανίζεται αυτή την εβδομάδα για πρώτη φορά στη Λυρική Σκηνή, την Ελλάδα όμως και τη γνωρίζει καλά και την αγαπά ιδιαίτερα έχει αγοράσει μάλιστα ένα σπίτι στην Εύβοια όπου περνάει συχνά τις διακοπές του με την οικογένειά του. Από αγάπη για τη χώρα μας έμαθε και τη γλώσσα των ανθρώπων της, «πράγμα που, πιστέψτε με, δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Εχετε δύσκολη γραμματική, δύσκολη προφορά, πολλές διαφορετικές λέξεις που λένε το ίδιο πράγμα…».
Λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του με την Ελλάδα, η εμφάνισή του μπροστά στο κοινό της Αθήνας θα είναι μια ξεχωριστή βραδιά για τον καλλιτέχνη. «Μου αρέσει που θα τραγουδήσω για τους Ελληνες» λέει. «Ξέρετε, δεν θα έχω την αίσθηση ότι εμφανίζομαι σε μια ξένη χώρα. Χαίρομαι που θα παρουσιάσω την τέχνη μου σε ένα κοινό που το αισθάνομαι οικείο, σε ανθρώπους που νομίζω ότι τους γνωρίζω».
Φιλικός, άνετος στην κουβέντα του, ο Μάικλ Τσανς διαθέτει το αγγλικό φλέγμα και χιούμορ σε συνδυασμό όμως με μια παράξενη, σχεδόν μεσογειακή ζεστασιά. Σκέφτεται και μιλάει γρήγορα, με ταχύτητα, έχει πολύ συγκεκριμένες απόψεις για την τέχνη του, για το ρεπερτόριο της ιδιαίτερης φωνής του. «Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα σήμερα με τους κόντρα τενόρους» λέει. «Οταν το κοινό μιλάει για την κλασική μουσική, για την όπερα, το μυαλό του πηγαίνει αμέσως στον Ντονιτσέτι, στον Βέρντι, στον Πουτσίνι… Συχνά το μπαρόκ το δικό μου δηλαδή ρεπερτόριο είναι “αδικημένο”. Μοιάζει με έναν χώρο με τον οποίο ο φιλόμουσος δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος. Ή μάλλον, για να είμαι δίκαιος, έτσι ήταν τα πράγματα πριν από μερικά χρόνια. Την τελευταία δεκαετία το ενδιαφέρον φαίνεται να είναι μεγαλύτερο. Είναι φανερό ότι επικράτησε μια τάση αναβίωσης του μπαρόκ. Μέσα από συναυλίες και παραστάσεις δόθηκε η ευκαιρία στον κόσμο να γνωρίσει μερικά από τα ωραιότερα και σημαντικότερα δείγματα του είδους».
Φυσικά, παρερμηνείες και εσφαλμένες εκτιμήσεις εξακολουθούν ακόμη να γίνονται. «Το κοινό, π.χ., εξακολουθεί να μπερδεύει μερικές φορές τον σημερινό κόντρα τενόρο με τον καστράτο του παρελθόντος, εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει την ιδιαίτερη χροιά της φωνής μας, τον τρόπο με τον οποίο τραγουδάμε. Τονίζω όμως και πάλι ότι όσο περνάει ο καιρός το ενδιαφέρον για το μπαρόκ αυξάνεται. Η φωνή μου, η φωνή του κόντρα τενόρου, δεν θεωρείται πλέον μουσειακή. Δεν είναι ένας ήχος από το παρελθόν. Θα έλεγα ότι ο 20ός αιώνας είναι ο αιώνας των κόντρα τενόρων! Αυτό γίνεται εμφανές αν κοιτάξει κανείς τι συμβαίνει σήμερα στα μεγάλα μουσικά κέντρα. Ξέρετε πόσοι καλοί κόντρα τενόροι διαπρέπουν είτε πάνω στη σκηνή της όπερας είτε σε ρεσιτάλ; Ας μην πηγαίνουμε μακριά, έχετε και εσείς οι Ελληνες μια ανάλογη, σημαντική περίπτωση, τον σοπρανίστα Αρη Χριστοφέλλη».
Ο Μάικλ Τσανς ενδιαφέρεται, εκτός από σολίστ που εμφανίζεται σε «x» αριθμό παραστάσεων, να είναι και ερευνητής της περιόδου που αφορά το ρεπερτόριό του. «Οσο πιο πολύ ψάχνεις τόσο πιο πολλά και ενδιαφέροντα ανακαλύπτεις» λέει. «Ετσι πηγαίνεις πιο μπροστά, κάνεις κάτι περισσότερο από το να επαναλαμβάνεις τα ίδια και τα ίδια χιλιοειπωμένα πράγματα. Το μπαρόκ είναι μια μεγάλη περίοδος και κρύβει μέσα του απίστευτους θησαυρούς. Το έχει αποδείξει αυτό κατά τα τελευταία έτη η αναβίωση έργων που μας ήταν εντελώς άγνωστα και υπήρξαν πραγματική αποκάλυψη όταν μετά από αιώνες ξανακούστηκαν».
«Εντυπωσιακή σκηνική παρουσία» και «γοητευτική φωνή», «άνετη εμφάνιση», «με δύο μόνο λέξεις: εξαιρετικός τραγουδιστής»… Ο διεθνής Τύπος έχει επαινέσει συχνά το μουσικό και σκηνικό ταλέντο του. Ο ίδιος ικανοποιείται φυσικά από τις θετικές κριτικές, «ξέρει όμως ότι κάθε επόμενη ημέρα μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα και πιο δύσκολη από την προηγούμενη», όπως λέει.
Δεν είναι άνθρωπος που ασκεί τη φωνή του καθημερινά «κάτι τέτοιο μου φαίνεται μάλλον υπερβολικό» , σκέφτεται όμως πολύ τη μουσική. «Είναι κάτι που υπάρχει πάντα μέσα σου. Κάτι από το οποίο δεν μπορείς να απαλλαγείς όσο και αν το θέλεις μερικές φορές. Καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για το χειροκρότημα αλλά και για την ποιότητα. Είναι αυτός που απαιτεί πάντα από τον εαυτό του να κάνει το καλύτερο, που δεν επαναπαύεται στις δάφνες του, που διαχωρίζει τη μουσική, το θέατρο από τις δημόσιες σχέσεις».
Τα παρθενικά του βήματα στον χώρο του μπαρόκ τις σπουδές του τα έκανε στην πατρίδα του, την Αγγλία, όπου και πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή, στην όπερα του Καβάλι «Ιάσονας». Η αναγνώριση ήλθε γρήγορα. Ο Μάικλ Τσανς τραγούδησε στην Οπερα του Σίδνεϊ, στο Κολόν του Μπουένος Αϊρες, στη Σκάλα του Μιλάνου, στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι… «Υπήρξα τυχερός στη σταδιοδρομία μου» λέει, «δούλεψα όμως, δούλεψα με πίστη».
Ο Ορφέας από την όπερα του Γκλουκ «Ορφέας και Ευρυδίκη» θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ρόλους του, όπως φαίνεται και από τα σημειώματα των κριτικών που ακολούθησαν την εμφάνισή του στην εν λόγω όπερα τον περασμένο Μάρτιο στο Coliseum του Λονδίνου. Οι ήρωες του Χέντελ και του Πέρσελ κατέχουν επίσης ξεχωριστή θέση στο ρεπερτόριό του. «Πάντα όμως ήθελα να ασχοληθώ και με κάτι πέρα από το μπαρόκ» λέει, «γι’ αυτό με μεγάλη χαρά τραγούδησα και Μπρίτεν». Με κάθε ευκαιρία τραγουδά και σύγχρονους συνθέτες: «Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος γιατί το ρεπερτόριο της φωνής μου δεν έχει περιοριστεί στα χρόνια του μπαρόκ, όπως πολλοί πιστεύουν. Υπάρχουν σήμερα πολλοί δημιουργοί που γράφουν για φωνές σαν τη δική μου. Δεν είναι, φυσικά, όλα τα έργα καλά, κάποια όμως από αυτά ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους. Αυτά θέλω να τραγουδώ».
Προτιμά να εμφανίζεται σε παραγωγές όπερας παρά σε ρεσιτάλ. «Αισθάνομαι ότι κάπου δεν μου ταιριάζει, δεν με “γεμίζει” η στατικότητα των ρεσιτάλ» λέει. «Με ενδιαφέρει πολύ το θέατρο. Θαυμάζω τους ηθοποιούς, θέλω και εγώ να παίζω. Γι’ αυτόν τον λόγο απολαμβάνω ιδιαίτερα τις εμφανίσεις μου στη σκηνή της όπερας. Υπάρχουν ρόλοι, όπως ο Ορφέας του Γκλουκ, που είναι πραγματική απόλαυση να τους ερμηνεύεις επί σκηνής».
Σήμερα ο Μάικλ Τσανς ζει στο Λονδίνο μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Φυσικά, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του τον κρατούν συχνά μακριά από το σπίτι του. Μερικά μόνο από τα μελλοντικά του σχέδια περιλαμβάνουν εμφανίσεις στο Σαν Φρανσίσκο, στη Φλωρεντία και στο Στρασβούργο, καθώς και μια μεγάλη σειρά ρεσιτάλ σε όλη την Ευρώπη. Αυτό πάντως που ιδιαίτερα τον απασχόλησε τις τελευταίες εβδομάδες ήταν το ρεσιτάλ του στην Αθήνα. «Ηθελα να ερμηνεύσω για τους Ελληνες ένα πρόγραμμα ευχάριστο, γεμάτο άνοιξη, κάτι τρυφερό και μαζί ουσιαστικό. Επέλεξα άριες του Πέρσελ και του Χέντελ, δύο πολύ αγαπημένων μου συνθετών. Νομίζω ότι θα αρέσουν. Είναι πραγματικά μερικά από τα ομορφότερα πράγματα που έχουν γραφτεί για τη φωνή του κόντρα τενόρου».
Ο κόντρα τενόρος Μάικλ Τσανς εμφανίζεται μαζί με την υψίφωνο Νάνσι Αρτζέντα στη Λυρική Σκηνή, αύριο, στις 8.30 μ.μ., με άριες και ντουέτι του Πέρσελ και του Χέντελ. Τους συνοδεύει το σύνολο μπαρόκ Sinfonia. Η μουσική αυτή βραδιά φέρει τον τίτλο «Γλυκύτερο των Ρόδων» και έχει οργανωθεί από την Αττική Πολιτιστική Εταιρεία.
