Αυτό που φοβόμασταν όλοι τελικά έγινε: ένα ωραίο πρωί ένας τούρκος καθηγητής της Αρχαιολογίας και οι φοιτητές του «κατέλαβαν» την αρχαία Σαλαμίνα της Κύπρου και άρχισαν παράνομες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο όπου ως την τουρκική εισβολή του ’74 εργάζονταν γάλλοι και κύπριοι αρχαιολόγοι. Ολοι γνωρίζουμε ιστορίες με βυζαντινές εικόνες και κυπριακές αρχαιότητες που αγοράστηκαν στο εξωτερικό από την κυβέρνηση της Κύπρου και επαναπατρίστηκαν.
Παρ’ όλα αυτά, στο θέμα του σεβασμού της ακαδημαϊκής ηθικής δεν υπήρξαν ως πρόσφατα δείγματα παραβιάσεων στην κατεχόμενη Κύπρο. Οταν δημιουργήθηκε η νέα κατάσταση με την τουρκική εισβολή το 1974, η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα και ειδικότερα οι αρχαιολόγοι κράτησαν μια αξιέπαινη και παραδειγματική στάση και… απόσταση. Οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές αποχώρησαν αμέσως από τα τουρκοκρατούμενα εδάφη, όπου ακόμη αρνούνται να επιστρέψουν, ενώ αντιθέτως συνεχίζουν ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες στην ελεύθερη Κύπρο.
* Η υπέρβαση των εσκαμμένων
Το καθεστώς αυτό άλλαξε το 1999 από το Πανεπιστήμιο της Αγκυρας το οποίο παραβιάζοντας όλους τους διεθνείς νόμους άρχισε αρχαιολογικές ανασκαφές στη Σαλαμίνα. Συγκεκριμένα, όπως καταγγέλλεται από την Κυπριακή Επιτροπή του ICOMOS, ο καθηγητής Coskum Ozgumer του Πανεπιστημίου της Αγκυρας, αδιαφορώντας για την ακαδημαϊκή ηθική και τα πνευματικά δικαιώματα των συναδέλφων του (Κυπρίων και Γάλλων) οι οποίοι επί δεκαετίες εργάστηκαν και ερεύνησαν την αρχαία Σαλαμίνα, «κατέλαβε» τον αρχαιολογικό χώρο και το Σπίτι της Ανασκαφής και ξεκίνησε εκτεταμένες ανασκαφές με τούρκους φοιτητές.
Μάλιστα, επιδιώκοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα, άρχισε να ανασκάπτει ένα ρωμαϊκό κτίριο του οποίου οι τοίχοι ήταν ορατοί από παλιά.
Οπως ήταν αναμενόμενο, η Αρχαιολογική Υπηρεσία της Κύπρου διαμαρτυρήθηκε στην UNESCO για τις παράνομες τουρκικές ανασκαφές στη Σαλαμίνα. Οι επιστήμονες και οι ερευνητές, αναφέρεται στη διαμαρτυρία, οφείλουν να συμπεριφέρονται κατά τρόπο ηθικά αποδεκτό στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα και να μην επιτρέπουν σε άλλους να τους χρησιμοποιούν για παράνομες σκοπιμότητες.
* Μύθος και πραγματικότητα
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σαλαμίνα ήταν η αρχαία πρωτεύουσα της Κύπρου που ίδρυσε ο Τεύκρος, βασιλιάς της Σαλαμίνας του Σαρωνικού, γιος του Τελαμώνα και αδελφός του Αίαντα.
Ο Τεύκρος έφθασε στην Κύπρο μετά τον Τρωικό Πόλεμο μαζί με άλλους Ελληνες και ίδρυσε την πόλη στην οποία έδωσε το όνομα της δικής του Σαλαμίνας. Μάλιστα στην Ελένη ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ο Τεύκρος όταν τέλειωσε ο πόλεμος απευθύνθηκε στο Μαντείο των Δελφών, όπου ο Απόλλων, θυμωμένος που δεν πρόφθασε να αποτρέψει την αυτοκτονία του αδελφού του, του Αίαντα, συνέστησε στον Τεύκρο να μη γυρίσει στο νησί του αλλά να πάει στην Κύπρο και να ιδρύσει μια νέα πόλη. Η Σαλαμίνα, χτισμένη στο σταυροδρόμι της Ανατολής και της Δύσης, έγινε γρήγορα μια πλούσια και πολύ σημαντική πόλη για το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου.
Κάθε μύθος, όπως ξέρουμε, κρύβει μια δόση αλήθειας, μικρής ή μεγάλης. Η Σαλαμίνα της Κύπρου άρχισε να ανασκάπτεται από το 1952 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία της Κύπρου και ο τ. διευθυντής Αρχαιοτήτων Κύπρου κ. Βάσος Καραγιώργης στο βιβλίο του Ανασκάπτοντας τη Σαλαμίνα της Κύπρου δίνει μια γλαφυρή περιγραφή της περιπέτειας αυτής της ανασκαφής που κράτησε 22 χρόνια και της κοινής προσπάθειας μετά το 1964 των γάλλων και των κυπρίων αρχαιολόγων για να φέρουν στο φως την αρχαία πόλη του Τεύκρου. Στον πρώτο κιόλας χρόνο αυτής της συνεργασίας έμελλε να «επιβεβαιωθεί» ο μύθος του Τεύκρου, αν επιβεβαιώνονται ποτέ οι μύθοι. Ηταν το 1965 όταν οι γάλλοι και οι κύπριοι αρχαιολόγοι στην κοινή ανασκαφή του ανεξάρτητου πλέον κυπριακού κράτους και του Ινστιτούτου Courby του Πανεπιστημίου της Λυών έφεραν στο φως έναν τάφο του 11ου π.Χ. αιώνα.
Είναι η αρχαιολογική μαρτυρία που στηρίζει τον μύθο καθώς αποδεικνύεται πλέον με εύρημα ότι στα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο αρχίζει ο εξελληνισμός της Κύπρου με την εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας και την ελληνική ταφική αρχιτεκτονική.
* Ο τελευταίος βασιλιάς
Σε αυτή την ανασκαφή οι κύπριοι και οι γάλλοι αρχαιολόγοι συνεργάστηκαν στενά επί δέκα χρόνια αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας ιστορίας της Σαλαμίνας. Στη νεκρόπολη της Σαλαμίνας βρήκαν βασιλικούς τάφους (8ος-6ος αι. π.Χ.) με πλούσια αριστουργηματικά κτερίσματα και ανάμεσά τους την ελεφάντινη κλίνη με τον χρυσό διάκοσμο και τον θρόνο με τις οστέινες σκαλιστές πλάκες που βρίσκονται στο Μουσείο της Λευκωσίας. Δίπλα στο κύμα βρέθηκε τότε το ρωμαϊκό Γυμνάσιο με τα λουτρά του, οι τοίχοι των οποίων φθάνουν το ύψος των οκτώ μέτρων, και τη μεγάλη παλαίστρα του.
Επίσης τότε ήρθε στο φως το ρωμαϊκό Θέατρο και μια πληθώρα αγαλμάτων που προέρχονται κυρίως από το Γυμνάσιο. Ενώ, τέλος, από τις πιο συγκινητικές αποκαλύψεις εκείνης της περιόδου είναι το κενοτάφιο του τελευταίου βασιλιά της Σαλαμίνας, του Νικοκρέοντα, ο οποίος το 311 π.Χ. αυτοκτόνησε μαζί με την οικογένειά του για να μην παραδοθεί στον Πτολεμαίο.
Η γαλλοκυπριακή ανασκαφή βέβαια τέλειωσε άδοξα με την τουρκική εισβολή του 1974, ο αρχαιολογικός χώρος της Σαλαμίνας εγκαταλείφθηκε και το ίδιο και το Σπίτι της Ανασκαφής της γαλλικής αποστολής όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένα όλα τα στοιχεία δέκα χρόνων αρχαιολογικής έρευνας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Κυπριακής Επιτροπής του ICOMOS, το Σπίτι της Ανασκαφής έχει τώρα λεηλατηθεί ενώ ο κ. Ozgumer διεξάγει ανενόχλητος παράνομες ανασκαφές με φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αγκυρας και του επονομαζόμενου Πανεπιστημίου της Μέσης Ανατολής (Middle East University) που λειτουργεί στην κατεχόμενη Κύπρο. Φέρνουν στο φως μια ρωμαϊκή βίλα. Ποιον όμως θα εντυπωσιάσουν;
Η σύσταση της UNESCO
Η υπ’ αρ. 32 σύσταση της UNESCO (Νέο Δελχί, 1956) περί αρχαιολογικών ανασκαφών αναφέρει:
«Σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης κάθε κράτος-μέλος που κατέχει εδάφη άλλου κράτους-μέλους οφείλει να απέχει από τη διενέργεια αρχαιολογικών ανασκαφών στα κατεχόμενα εδάφη. Στη δε περίπτωση τυχαίων ευρημάτων, ειδικώς κατά τη διάρκεια στρατιωτικών ενεργειών, οι δυνάμεις κατοχής οφείλουν να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα προστασίας αυτών των ευρημάτων, τα οποία πρέπει να παραδοθούν κατά το τέλος των εχθροπραξιών στις αρμόδιες αρχές της περιοχής που προηγουμένως βρισκόταν υπό κατοχή μαζί με όλα τα σχετικά με τα ευρήματα στοιχεία».
