Ελληνικής τέχνης απάνθισμα

Ελληνικής τέχνης απάνθισμα Η Εθνική Πινακοθήκη θα παρουσιάσει σε λίγες ημέρες την αθέατη Συλλογή Γιάννη Πέρδιου, με σημαντικά έργα κορυφαίων δημιουργών από τον 18ο ως τον 20ό αιώνα Η Εθνική Πινακοθήκη από τις 9 Δεκεμβρίου 1998 ως τις 15 Μαρτίου 1999 θα παρουσιάζει τη Συλλογή Γιάννη Πέρδιου με τον δηλωτικό τίτλο «Θησαυροί της νεοελληνικής τέχνης». Θα εκτεθούν 160 σημαντικοί

Ελληνικής τέχνης απάνθισμα


Η Εθνική Πινακοθήκη από τις 9 Δεκεμβρίου 1998 ως τις 15 Μαρτίου 1999 θα παρουσιάζει τη Συλλογή Γιάννη Πέρδιου με τον δηλωτικό τίτλο «Θησαυροί της νεοελληνικής τέχνης». Θα εκτεθούν 160 σημαντικοί πίνακες και 10 αξιόλογα γλυπτά (Δρόση, Βρούτου, Χαλεπά), καλύπτοντας τη χρονική περίοδο 1719-1974. Η έκθεση θα αρχίζει με το εντυπωσιακό πορτρέτο του «Κόμη Johann Matthious Schulenburg» του Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729), το οποίο διακρίνεται από την επιρροή της ιταλικής τέχνης του 18ου αιώνα στον έλληνα ζωγράφο και την απομάκρυνσή του από τη βυζαντινή τέχνη. Συνεχίζεται με πορτρέτα του Νικόλαου Κουτούζη (1741-1813), όπως «Ο Διονύσιος Σολωμός βρέφος», την αυτοπροσωπογραφία και τα θρησκευτικά θέματα του Νικόλαου Καντούνη (1768-1834), του Διονύση Τσόκου (1820-1862), με την περίφημη «Κόρη των Αθηνών» και την «Προσωπογραφία της Lolo Montez» του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878), την «Κλεμμένη» και τον «Γεροναύτη» του Νικηφόρου Λύτρα (1832-1904), του Γιώργου Ιακωβίδη (1853-1932), του Πολυχρόνη Λεμπέση (1849-1913), τα «Ψαράδικα στην ακρογιαλιά» του Βασίλειου Χατζή (1870-1915), του Συμεών Σαββίδη (1859-1927), του Περικλή Πανταζή (1849-1884), του Θεόδωρου Ράλλη (1852-1909), του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), του Κωνσταντίνου Μαλέα (1879-1928), το εντυπωσιακό «Καθάρισμα κυδωνιών» του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927), του Σπύρου Παπαλουκά (1892-1957), του Γιώργου Μπουζιάνη (1885-1959), του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη (1881-1955), του Δημήτρη Γαλάνη (1879-1966) και του Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989). Πολύτιμα έργα της νεοελληνικής ζωγραφικής που αποκαλύπτουν τη δύναμη και τη διεισδυτικότητα του βλέμματος του συλλέκτη Γιάννη Πέρδιου ως προς τη ζωγραφική των υψηλών αισθητικών απαιτήσεων. Ανάμεσά τους, για παράδειγμα, υπάρχουν, μεταξύ των άλλων, οι πίνακες του Νικόλαου Γύζη (1842-1901) «Η επιθεώρηση των σκύλων» και «Παππούς και εγγονός», επιβεβαιώνοντας τον αισθητικό εκλεκτικισμό του συλλέκτη και τις ιστορικές γνώσεις του. Ο εξηνταεπτάχρονος συλλέκτης είναι γέννημα και θρέμμα της Αιγύπτου. Απόφοιτος της Αμπέτειου Σχολής του Καΐρου, είχε μαζί με τους γονείς του στενή σχέση με τον τότε μακαριστό αρχιεπίσκοπο Σινά Κυρόν Πορφύριον τον Γ’ και με το Σιναϊτικό Μετόχιο του Καΐρου. Εγκατέλειψε την Αίγυπτο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ελλάδα και στην Αγγλία, όπου αργότερα ασχολήθηκε επαγγελματικά με φαρμακευτικές και τουριστικές επιχειρήσεις. Το Ιδρυμα Ορους Σινά μάλιστα στήριξε οικονομικά την έκδοση του πολυσέλιδου καταλόγου με κείμενα της δρ Νέλλης Μισιρλή, η οποία επιμελήθηκε την έκθεση, και του καθηγητή Στέλιου Λιδάκη. Με αφορμή την τιμή που επιφύλαξε η Εθνική Πινακοθήκη στον κ. Πέρδιο, συναντηθήκαμε μαζί του στο σπίτι του, στο Παλαιό Ψυχικό.


­ Κύριε Πέρδιε, πριν από πόσα χρόνια αρχίσατε να συλλέγετε έργα τέχνης;


«Η συλλογή ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Μάζευα από νέος, περίπου πριν από σαράντα χρόνια. Οι γονείς μου εξάλλου είχαν μεγάλη αγάπη για τις ωραίες τέχνες και στο σπίτι μας είχαμε πίνακες, καλά αναγεννησιακά αντίγραφα. Ο πατέρας μου αγόραζε αντίγραφα γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράσει ακριβούς πίνακες».


­ Ποια ήταν τα πρώτα έργα που αποκτήσατε;


«Ενας Μαθιόπουλος και μετά της Φλωρά-Καραβία. Εργα τα οποία αγόρασα από την Αίγυπτο, γιατί εκείνη την εποχή ζούσα εκεί. Συνέχισα με ένα μικρό Λύτρα και πίνακες του Ράλλη, όπως το σημαντικό έργο “Ο αγιογράφος του Αγίου Ορους”. Παράλληλα, μάζευα αντικείμενα και γαλλική ζωγραφική του 19ου αιώνα. Οταν όμως έβρισκα ένα καλό έργο έλληνα ζωγράφου, το αγόραζα, αν και τότε το βλέμμα μου ήταν εξοικειωμένο με τη γαλλική ζωγραφική».


­ Επειτα από σαράντα χρόνια συλλεκτικής ενασχόλησης πιστεύετε ότι διακατέχεστε από το ίδιο πάθος;


«Παραμένει το ίδιο όταν πρόκειται για σημαντικά κομμάτια, μουσειακά. Κατέληξα στην ελληνική ζωγραφική και πάντα ψάχνω για την ποιότητα και την ιστορικότητα. Με ενδιαφέρει η ιστορική ζωγραφική, η ηθογραφία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μου αρέσουν οι σύγχρονοι. Πιστεύω ότι υπάρχουν έργα και δεν “υπάρχουν” ζωγράφοι. Πάντα κρίνω τα έργα και ποτέ δεν λέω ότι δεν μου αρέσει ο ζωγράφος. Εδωσα όμως έμφαση στους παλιούς, γιατί φοβόμουν ότι δεν θα τους ξαναβρώ, και παραμελούσα τους νεότερους. Για παράδειγμα, για να μπορέσω να αποσπάσω από μια οικογένεια που είχε μία σειρά πινάκων του Βρυζάκη, επί δύο χρόνια ταξίδευα στο Μόναχο. Θυσίασα τον χρόνο και τα χρήματά μου για αυτά τα έργα, γιατί δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να αγοράζω συγχρόνως έργα των παλαιότερων και των νεότερων ζωγράφων».


­ Εκτός από πίνακες και γλυπτά, έχετε και άλλες συλλογές;


«Ναι, συγκέντρωσα έγγραφα της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αυτή τη συλλογή μου υπάρχουν 22 γράμματα του Καραϊσκάκη, 20 γράμματα του Φαβιέρου, του Κολοκοτρώνη, του Κόδριγκτον, του Δεριγνύ, του λόρδου Βύρωνα. Μία ομάδα πολύ σημαντικών εγγράφων. Και μία επίλεκτη συλλογή χάλκινων αντικειμένων, η οποία ίσως να είναι και η καλύτερη που υπάρχει. Καλύπτει τα τελευταία 300 χρόνια και είναι όλα χρηστικά αντικείμενα. Ελπίζω αυτή να είναι η επόμενη έκδοσή μου και να είναι πολύ σημαντική. Ο στόχος αυτής της συλλογής με τα 500 αντικείμενα είναι τα ονόματα, οι αφιερώσεις και οι ημερομηνίες που υπάρχουν σε αυτά. Εκεί έδωσα έμφαση. Περιλαμβάνονται όλα τα ονόματα που υπήρχαν στον ελληνικό χώρο».


­ Τι διδαχθήκατε κατά τη διάρκεια των τεσσάρων δεκαετιών με τη συνεχή ενασχόλησή σας για τη δημιουργία αυτών των συλλογών;


«Διδάχθηκα πολύ από τη συλλογή των νομισμάτων μου. Διδάχθηκα να αναγνωρίζω όλες τις προσωπογραφίες όλων των επιγόνων της ελληνιστικής εποχής. Να ξεχωρίζω, για παράδειγμα, τους Πτολεμαίους ή τους ρωμαίους αυτοκράτορες. Αν επισκεφθώ μια γλυπτοθήκη με πορτρέτα ρωμαίων αυτοκρατόρων, δεν έχω πρόβλημα από μακριά να πω: Αυτός είναι ο Βεσπασιανός ή ο Λούκος Σβέρος. Αν σήμερα αρχίσω μια άλλη συλλογή, πιστεύω ότι θα συγκεντρώσω πολύ καλά κομμάτια. Εχω τώρα την πείρα τού συλλέγειν. Είναι άλλο πράγμα η πείρα τού συλλέγειν. Στα νομίσματα διδάχθηκα την ποιότητα, την καλή κατάσταση και το στυλ, το οποίο πολλοί συλλέκτες αγνοούν. Το στυλ με βοήθησε στο να αγοράζω πολύ καλής ποιότητας πίνακες».


­ Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο συλλέκτη;


«Αν δεν αγαπάει αυτά που μαζεύει και τα μαζεύει μόνο για επένδυση ή για να τα βλέπουν οι φίλοι του, δεν θα πετύχει. Θέλει μεγάλη αγάπη, μεγάλες θυσίες, πόνο και μια τρέλα. Διαφορετικά, συλλογή δεν γίνεται. Αν κατορθώσει δε και αγοράσει χωρίς συμβουλές άλλων και είναι αυτόφωτος, θα πετύχει. Βέβαια, είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να αγοράζουν πάντα το καλύτερο και να μην τσιγγουνεύονται το ακριβό και καλό. Γιατί το ακριβό και καλό είναι πάντα φθηνό. Το δήθεν φθηνό είναι καταδικασμένο».


­ Πώς προσδιορίζετε εσείς την αξία ενός έργου;


«Εχω χωρίσει τις τιμές από τις αξίες. Ηξερα τις αξίες τους και δεν τρόμαξα από τις τιμές ορισμένων έργων που ήταν πολύ υψηλές. Ελεγα πως η αξία τους ήταν τόσο μεγάλη που εγώ το εκτιμώ διπλάσια από αυτό που ζητούσαν. Αγόρασα, για παράδειγμα, πίνακα του οποίου τα χρήματα αντιστοιχούσαν στην τιμή μιας μονοκατοικίας στο Παλαιό Ψυχικό. Δεν λυπήθηκα γιατί ήξερα την αξία του. Το μυστικό είναι να ξέρεις την αξία του. Αλλο είναι η αξία και άλλο η τιμή».


­ Εχετε αποχωριστεί, πουλήσει έργα της συλλογής σας;


«Ναι, έχω δώσει. Αντικατέστησα τα γαλλικά με ελληνικά. Εχω δώσει μερικά τα οποία θεώρησα δευτερεύοντα, γιατί προσπαθούσα να κάνω αναβάθμιση της συλλογής».


­ Μιλήσατε πριν για την αξία και την τιμή. Οι αγοραστές πώς αντιδρούν;


«Πάντα στέκονται στην τιμή και όχι στην αξία. Εγώ βέβαια δεν ασχολήθηκα με τον αγοραστή, αλλά τα έδωσα σε κάποιον γκαλερίστα. Δεν υπάρχει συλλέκτης που να μη δίνει κάτι για να αγοράσει κάτι άλλο».


­ Πιστεύετε ότι αν θέλατε να πουλήσετε ολόκληρη τη συλλογή σας, θα υπήρχε εύκολα αποδέκτης που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές απαιτήσεις σας;


«Δεν το σκέφθηκα ποτέ. Οι μεγάλες συλλογές δεν αλλάζουν εύκολα χέρια. Υπάρχουν ορισμένα έργα τα οποία, έστω και αν υποθέσουμε ότι είχα ανάγκη, δεν θα τα έδινα σε κάποιον ιδιώτη, γιατί πρέπει να βρουν τον φυσικό χώρο τους».


­ Σκέφτεστε να δωρίσετε τη συλλογή σας στην Εθνική Πινακοθήκη ή κάπου αλλού;


«Οχι, δεν το σκέφτομαι. Σκέφτομαι να δωρίσω ενότητες, όπως τα επτανησιακά έργα, τα οποία με κούρασαν πάρα πολύ για να τα μαζέψω».


­ Προτίθεστε μήπως να δημιουργήσετε ένα προσωπικό μουσείο;


«Είναι λίγο δύσκολο, γιατί πρέπει να προικοδοτηθεί και δεν έχω την οικονομική επιφάνεια να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις».


­ Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες συγκινήσεις που ζήσατε μέσα από την καθημερινή επαφή σας με τα έργα τέχνης;


«Ηταν όταν πήγα στο Μόναχο και μέσα σε έναν πύργο βρήκα τα έργα του Βρυζάκη χωρίς να έχουν μετακινηθεί από την ημέρα του θανάτου του. Σε αυτό τον πύργο του 11ου αιώνα είχε σταματήσει ο χρόνος. Κάποιοι ευγενείς ζούσαν εκεί έξω από το Μόναχο και ο Βρυζάκης ήταν ο προστατευόμενός τους. Οι πίνακές του ήταν εκεί, χωρίς να το έχουν κουνήσει. Κάποτε, το 1920 πέρασε κάποιος έλληνας διπλωματικός και έριξε μία ματιά. Ηταν μεγάλη συγκίνηση να βρεις έργα αδημοσίευτα. Ηταν ένας θησαυρός μέσα σε έναν πύργο με τόσα πολλά δωμάτια».


­ Υπήρξαν και δυσάρεστες στιγμές;


«Ναι, μου συνέβη ένα δυσάρεστο γεγονός. Απερίσκεπτα αγόρασα πίνακες και εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι δεν επρόκειτο για νόμιμη συναλλαγή. Ταλαιπωρήθηκα επί οκτώ χρόνια επειδή πίστεψα σε μεσάζοντες. Εκείνη την εποχή ήμουν πολύ απασχολημένος και δεν είχα δείξει μεγάλη προσοχή. Ηταν το μόνο δυσάρεστο».


­ Η αγάπη σας προς το έργο του Γκίκα κλονίστηκε μετά τη δυσάρεστη περιπέτεια που είχατε, μια και σε αυτό το γεγονός νομίζω ότι αναφέρεστε;


«Συναντηθήκαμε με τον Γκίκα και η σύζυγός του μάλιστα κατάλαβε καλύτερα την όλη υπόθεση. Μάλιστα, του είχα πει ότι πολύ λιγότερα έργα με ενδιέφεραν από αυτά που τελικά είχα αγοράσει».


­ Εχετε στη συλλογή σας τώρα έργα του Γκίκα;


«Οχι, δυστυχώς δεν έχω, γιατί δεν βρήκα κάτι που να μου αρέσει. Οι καλύτεροι πίνακές του έχουν πάει στην Πινακοθήκη και τα υπόλοιπα είναι στο δικό του μουσείο».


­ Ο Γκίκας είχε δει τη συλλογή σας;


«Ναι, είχε έρθει την εποχή που είχα τη διαμάχη και την είχε θαυμάσει. Θα ήθελα πολύ να είχα έναν καλό Γκίκα, όπως έναν καλό Εγγονόπουλο».


­ Πότε ένα έργο είναι καλό και πότε αδύνατο για σας;


«Είναι κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Είναι κάτι που βλέπω και λέω: Αυτό είναι».


­ Τι είναι τελικά η ζωγραφική στην προσωπική σας ζωή;


«Με πολλά από τα έργα που έχω δεν θα ζούσα μαζί τους, απλώς τα μαζεύω γιατί συλλέγω ελληνική ζωγραφική. Αν ήταν να ζήσω με ένα δύο έργα, θα ήθελα να έχω τον Παρθένη, ένα ή δύο του Γαλάνη, τον οποίο γνώριζα και είμαι συναισθηματικά δεμένος».


­ Και τα μελλοντικά σχέδιά σας;


«Να συμπληρώσω ελλείψεις της συλλογής μου, να αποκτήσω έναν καλό Παπαλουκά ή έναν καλό Σπυρόπουλο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version