Ασκήσεις επί τόπου

Ασκήσεις επί τόπου Ποιητικά αθλήματα διαλογισμού και ακινησίας, θώρακος και πνευμόνων από τον Αργύρη Χιόνη και τον Γιάννη Βαρβέρη. ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ Ο Αργύρης Χιόνης με την όγδοη ποιητική συλλογή του, τον «Ακίνητο δρομέα», μπαίνει στον στίβο αθλημάτων διαλογισμού και ακινησίας, ενώ αντίθετα ο Γιάννης Βαρβέρης, με την έβδομη ποιητική συλλογή του, το «Ακυρο θαύμα», μπαίνει

Ασκήσεις επί τόπου


Ο Αργύρης Χιόνης με την όγδοη ποιητική συλλογή του, τον «Ακίνητο δρομέα», μπαίνει στον στίβο αθλημάτων διαλογισμού και ακινησίας, ενώ αντίθετα ο Γιάννης Βαρβέρης, με την έβδομη ποιητική συλλογή του, το «Ακυρο θαύμα», μπαίνει και αυτός σε έναν άλλο στίβο αλλά με αθλήματα θώρακος, πνευμόνων και θανάτου.


Ο Αργύρης Χιόνης (γεννημένος το 1945) εμφανίστηκε στα γράμματα, εικοσαετής, το 1966 με τη συλλογή του «Απόπειρες φωτός». Εκτοτε, τριάντα χρόνια αργότερα, το φως εκείνο απέκτησε ριπές δυνατές και ωρίμασε μέσα στον ποιητή, φωτίζοντας σήμερα πλαγίως έναν δρομέα που τρέχει όντας ακίνητος και ξεκινάει χωρίς εκκίνηση για να φθάσει κάπου ενώ δεν έχει καθόλου μετακινηθεί.


Στα πεζά ποιήματα του «Ακίνητου δρομέα» ο αθλητής του Αργύρη Χιόνη έρχεται πρώτος στην άρση βαρών της μνήμης και στη διάσωση των ναυαγισμένων ονείρων. Οι μέρες του δρομέα περνούν χωρίς να φεύγουν ενώ οι νεκροί του στέκονται ακίνητοι μέσα στα αδιάκοπα ναυάγια που δεν φαίνεται να τους συγκλονίζουν καθόλου. Ο ποιητής έχει την ικανότητα να διπλώνει ολοένα την ποίησή του σε ατελείωτες κυκλικές πτυχές και να τυλίγει τον δρομέα του σε πτυσσόμενες δίπλες. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος είναι σαν να μην έχει τυλίξει απολύτως τίποτε τον ακίνητο δρομέα, γιατί βγαίνει καινούργιος και άφθαρτος, έτοιμος για νέους άθλους στον στίβο κυνηγιού της χίμαιρας, λαμβάνοντας θέση ως καλός «κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων μέσα σε ένα πηγάδι».


Η συλλογή «Ακίνητος δρομέας» χωρίζεται σε δύο ενότητες, στα «Αθλήματα» και στον «Ακίνητο στου ποταμού την όχθη». Στα «Αθλήματα» έχουμε αρσιβαρίστες του βυθού, ισορροπιστές – φακίρηδες, πρωταθλητές της σιωπής και του ύπνου, πυγμάχους σκιών και σφυροβόλους που εξακοντίζονται μαζί με τη σφύρα τους στο διάστημα. Πρόκειται, ως είναι αναμενόμενο, για αθλητές θλιμμένους και δυστυχείς, οι οποίοι όμως σημαδεύουν την απεραντοσύνη, δηλαδή το κενό, άρα το μηδέν. Δεν αγωνίζονται για να κερδίσουν δάφνινα στεφάνια ή άλλες διακρίσεις αλλά γιατί πιστεύουν ότι παραμένοντας μέσα στο άθλημα και στον αγώνα ενδομύχως είναι ευτυχείς και ας τους διαφεύγει συνεχώς ο στόχος.


Στην ενότητα «Ακίνητος στου ποταμού την όχθη» ο πρωταγωνιστής γοητεύεται από ιστορίες ανθρώπων στους οποίους δεν συνέβη, ποτέ, απολύτως τίποτε. Βλέποντας με απάθεια τα όνειρά του να πνίγονται, ο «Ακίνητος» αισθάνεται μια ικανοποίηση, μια παρηγοριά και μια ανακούφιση διαπιστώνοντας ότι δεν έχει πια όνειρα.


Ο Γιάννης Βαρβέρης (γεννημένος το 1955) εμφανίστηκε στα γράμματα, και αυτός εικοσαετής, το 1975 με την ποιητική συλλογή του «Εν φαντασία και λόγω» και, είκοσι χρόνια αργότερα, με ποιητική φαντασία και λόγο ώριμο και ευρηματικό, διεκδικεί την ακύρωση ενός θαύματος που δεν έχει προσδιορισθεί, που δεν πρόκειται να συντελεσθεί. Τα τριάντα πέντε ποιήματα του «Ακυρου θαύματος» ακυρώνουν τα στεγανά μεταξύ ζώντων και νεκρών. Ο Γιάννης Βαρβέρης τούς θέλει να συζούν στην πόλη του, μέσα στο σπίτι του, στο γραφείο του, εκεί όπου κάθεται ο ίδιος και γράφει τα ποιήματά του. Οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι του Βαρβέρη κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, ανταλλάσσουν βέρες, κοιτάζονται στον ίδιο καθρέπτη της οφθαλμαπάτης, τρώνε μαζί σε εστιατόρια της Κυριακής, μεταμφιέζονται στα μπαλ μασκέ των λουτροπόλεων και αφήνουν τον χρόνο να εκπνέει πάνω τους. Ο ποιητής ανακαλεί τη μορφή του νεκρού πατέρα, τον ντύνει με «γραβάτα ειδικών συνθηκών», του φοράει «συννεφιασμένο παντελόνι», αλλά δεν προσπαθεί να του αλλάξει το παρελθόν, την ιστορία του, τις εν ζωή ημέρες του, ίσως γιατί φοβάται ότι και το δικό του παρελθόν πιθανόν να κινδυνεύει να πάρει μιαν άλλη τροπή, να αλλάξει πορεία.


Το «Ακυρο θαύμα» είναι ένα μνημόσυνο στον νεκρό πατέρα, μια ωδή στον θάνατο, μια δυνατή άρια της ζωής και ένας ύμνος στις παραδοξότητες του σήμερα. Με ποιητικές εικόνες φαντασίας και λόγου, ο Βαρβέρης ακολουθεί τη σκιά της μνήμης του, σφηνώνεται σε ακίνητα πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια, και σε καταστάσεις που οδηγούν προς τον πυθμένα ενός τρυφερού αυτοσαρκασμού.


Πιστός στον δρόμο που χάραξε στις τρεις τελευταίες ποιητικές συλλογές του («Ο κύριος Φογκ», «Πιάνο βυθού» και «Ο θάνατος το στρώνει»), ο Γιάννης Βαρβέρης κινείται αργά και μεθοδικά ­ και με τα φώτα σβηστά ­ στη λεωφόρο μιας ποίησης εκκεντρικά βιωματικής, μαριναρισμένης με τα υπέροχα υλικά ισχυρής εικονοπλασίας, αφαιρετικής τάσης και διάθεσης χαμηλών τόνων.


Το ζητούμενο του «Ακίνητου δρομέα» του Αργύρη Χιόνη είναι το αενάως άπειρο, ενώ το ζητούμενο του «Ακύρου θαύματος» του Γιάννη Βαρβέρη είναι η αρετή του μηδενός. Οι αθλητές του Χιόνη συμπεριφέρονται ως ζωντανοί, ενώ του Βαρβέρη παίζουν τους ζωντανούς. Και οι δύο συλλογές όμως ασκούνται επί τόπου και με μεγάλη δεξιότητα στην ακινησία του κενού και του θανάτου, προάγοντας την ποιητική γλώσσα και διασώζοντας μια ποίηση βάθους.


Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Ρεύματα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version