International Edition
  
  • Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κάρολος Παπούλιας θα μεταβεί την Πέμπτη στις 10 π.μ. στο Πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ - ΕΣΑ) για να καταθέσει στεφάνι
Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014
 
 
Νέα έρευνα δείχνει ότι η ύπαρξή της στον οργανισμό συνδέεται με καρκινογένεση, και μάλιστα σε περισσότερες μορφές καρκίνου απ'' ό,τι φανταζόμασταν. H νέα γνώση ενδέχεται να χρησιμεύσει μελλοντικά ως εργαλείο για ταχύτερη διάγνωση ή και πρόγνωση της νόσου

ΦΛΕΓΜΟΝΗ: βραδυφλεγής καρκινική βόμβα

Τι είναι η C - αντιδρώσα πρωτεΐνη
ΦΛΕΓΜΟΝΗ: βραδυφλεγής καρκινική βόμβα
Φλεγμονή στον πνεύμονα. Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου αυξάνεται κατακόρυφα
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Είναι μια βραδυφλεγής ωρολογιακή βόμβα, η οποία μετρά αντίστροφα τον χρόνο εντός μας ώσπου να προκαλέσει τη μεγάλη έκρηξη. Το όνομά της: φλεγμονή, μια κατάσταση με πολλά πρόσωπα και με μια δυναμική επίθεσης σε πολλά μέτωπα. Τον κίνδυνο που εγκυμονούν οι φλεγμονές για τον οργανισμό μας όταν μετατρέπονται σε χρόνια προβλήματα, χωρίς να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα αντιμετώπισής τους, έχουν ήδη επιβεβαιώσει οι επιστήμονες. Δεν είναι τυχαίο ότι εκτός από τη συμβολή τους στην εμφάνιση πολλών παθήσεων, όπως οι καρδιοπάθειες, οι φλεγμονές έχουν συνδεθεί ακόμη και με την εμφάνιση μορφών καρκίνου, όπως είναι αυτοί του ήπατος και του τραχήλου της μήτρας. «Ενοχοι» και στις δύο αυτές περιπτώσεις θεωρούνται οι ιοί. Τώρα μια νέα μελέτη, επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής Επιδημιολογίας των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Αθηνών κ. Δ. Τριχόπουλος έρχεται να επιβεβαιώσει την καταστρεπτική δυναμική των φλεγμονών για την υγεία μας καθώς μαρτυρεί, συνάδοντας προς προηγούμενα ερευνητικά αποτελέσματα, ότι αυτές μπορεί να είναι υπαίτιες για καρκινογένεση. Δείχνει μάλιστα για πρώτη φορά σύνδεση των φλεγμονών και με μορφές καρκίνου για τις οποίες δεν είχε προκύψει ως τώρα σχέση, όπως αυτές του νεφρού ή του λεμφικού και αιμοποιητικού συστήματος. Το σημαντικό αυτό εύρημα προέκυψε μέσω της μέτρησης ενός διάσημου πλέον δείκτη φλεγμονής, της C - αντιδρώσας πρωτεΐνης (C - reactive protein, CRP), για την οποία τόσος λόγος έχει γίνει τα τελευταία χρόνια μετά την απόδειξη ότι τα υψηλά επίπεδά της στο αίμα αποτελούν δείκτη πρόγνωσης των καρδιοπαθειών. Από τη νέα έρευνα προκύπτει ότι οι ανεβασμένες τιμές του συγκεκριμένου δείκτη μπορεί να μεταφράζονται και σε αύξηση του κινδύνου για καρκίνο της τάξεως του 20% - για ορισμένες μάλιστα μορφές, όπως ο καρκίνος του ήπατος, ο κίνδυνος ανέρχεται ακόμη και στο 51%! Αν και οι ερευνητές συνιστούν προσεκτική ανάγνωση των νέων αποτελεσμάτων και περαιτέρω επιβεβαίωσή τους από άλλες μελέτες, εκτιμούν ότι στο μέλλον η CRP θα μπορούσε ενδεχομένως, σε συνδυασμό και με άλλους δείκτες, να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση ή ακόμη και την πρόγνωση της μελλοντικής εμφανίσεως καρκίνου. Να αποτελέσει δηλαδή ένα ακόμη εργαλείο για τους «πυροτεχνουργούς»-επιστήμονες που προσπαθούν καθημερινά να εξουδετερώσουν έναν επικίνδυνο εκρηκτικό μηχανισμό προτού εκείνος σπείρει την καταστροφή...

H μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο έντυπο «Cancer Epidemiology Biomarkers and Prevention» [Φεβρουάριος, τ. 15 (2), σελ. 381-384], διεξήχθη από ειδικούς του Τμήματος Επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, του Εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Διεθνούς Υπηρεσίας για την Ερευνα στον Καρκίνο με έδρα τη Γαλλία (ερευνητές Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Φίλιππος Ορφανός, Αντωνία Τριχοπούλου και Πάολο Μποφέτα) με επικεφαλής τον κ. Τριχόπουλο.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα επίπεδα της CRP σε δείγματα πλάσματος που ελήφθησαν από 496 ασθενείς με καρκίνο καθώς και από 996 υγιή άτομα - η παρακολούθηση διήρκεσε ένα έτος. Οι εθελοντές στο σύνολό τους προέρχονταν από τη μεγάλη μελέτη EPIC (European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition), στην οποία συμμετείχαν συνολικά 28.572 άτομα ηλικίας 20-86 ετών από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, με στόχο τη διερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ της διατροφής και του καρκίνου. Οι επιστήμονες μελέτησαν μεταξύ άλλων την επίδραση παραγόντων όπως το φύλο, η ηλικία, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ καθώς και η χρήση ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) στα επίπεδα της CRP. Οπως είδαν, αν και δεν εμφανίστηκαν σημαντικές διαφορές σε ό,τι αφορά το φύλο, το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ, η αύξηση των επιπέδων της CRP φάνηκε σε γενικά πλαίσια να σχετίζεται με την αύξηση της ηλικίας και του ΔΜΣ καθώς και με τη χρήση ΜΣΑΦ (ίσως αυτή η τελευταία σχέση να αποτελεί δείκτη της φλεγμονώδους κατάστασης η οποία απαιτούσε θεραπεία με αντιφλεγμονώδη).

Οπως προέκυψε, τα μέσα επίπεδα της CRP ήταν 4,1 mg/l (χιλιοστογραμμάρια ανά λίτρο) στους εθελοντές με καρκίνο και 2,6 mg/l στους υγιείς εθελοντές - σημειώνεται ότι γενικώς επίπεδα της CRP άνω των 3 mg/l θεωρούνται ανεβασμένα. Για κάθε αύξηση της CRP της τάξεως των 3,2 mg/l (η συγκεκριμένη τιμή χρησιμοποιείται συχνά από τους ερευνητές και αποτελεί σταθερή απόκλιση) εμφανιζόταν αύξηση 20% του σχετικού κινδύνου εμφάνισης καρκίνου. Ο κίνδυνος αυτός παρουσιαζόταν μάλιστα ιδιαιτέρως αυξημένος σε ό,τι αφορά τους καρκίνους του ήπατος, του πνεύμονος, του νεφρού, του ενδομητρίου καθώς και τα νεοπλάσματα του λεμφικού και του αιμοποιητικού συστήματος. Στην περίπτωση των καρκίνων του παχέος εντέρου, του παγκρέατος και της ουροδόχου κύστεως προέκυψε μια μικρή και όχι στατιστικά σημαντική, σύμφωνα με τους ερευνητές, αύξηση του κινδύνου.

Μάλιστα τα αποτελέσματα έδειξαν ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ των υψηλών επιπέδων της CRP και της αύξησης του κινδύνου για καρκίνο σε άτομα κάτω των 55 ετών σε σύγκριση με μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα, στους καπνιστές σε σύγκριση με τους μη καπνιστές καθώς και σε όσους ελάμβαναν ΜΣΑΦ σε σύγκριση με εκείνους που δεν ελάμβαναν τη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων.

Οι ερευνητές καταλήγουν σημειώνοντας ότι «από τη μελέτη προκύπτει σύνδεση μεταξύ των επιπέδων της CRP του πλάσματος και του κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου, η οποία μπορεί να έχει κλινική αξία» καθώς και ότι «τα ευρήματα συνάδουν με τις ολοένα και αυξανόμενες αποδείξεις σχετικά με τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι φλεγμονές σε πολλές μορφές καρκίνου». Συμπληρώνουν ότι, παρά το γεγονός πως σε ό,τι αφορά τις πιο σπάνιες μορφές καρκίνου ο αριθμός των ατόμων που παρακολουθήθηκαν ήταν περιορισμένος, τα αποτελέσματα μαρτυρούν ότι ο κίνδυνος για ορισμένες μορφές καρκίνου, και κυρίως του πνεύμονος, του ήπατος και πιθανώς του δέρματος (εκτός από το μελάνωμα), του νεφρού και της ουροδόχου κύστεως, μπορεί να προβλεφθεί βάσει της αυξημένης CRP. Το ίδιο ισχύει και για το λέμφωμα ή τη λευχαιμία, όχι όμως για τους καρκίνους του παχέος εντέρου, των ωοθηκών και του μαστού, όπως είχε προκύψει από προηγούμενες μελέτες.

Πάντως, όπως ανέφερε μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Τριχόπουλος, πρέπει να διαβάζουμε προσεκτικά τα νέα αποτελέσματα. Και αυτό διότι «τα επίπεδα της CRP εμφανίζουν αύξηση και εξαιτίας πολλών άλλων πολύ πιο απλών καταστάσεων, όπως ένα χαλασμένο δόντι ή μια αμυγδαλίτιδα». Σύμφωνα με τον καθηγητή, αυτό που μαρτυρεί πέρα από κάθε αμφιβολία η νέα μελέτη είναι ότι η φλεγμονή αποτελεί μία από τις πιθανές «ρίζες» του καρκίνου. «Για ορισμένες μάλιστα μορφές καρκίνου, όπως είναι του ήπατος, του στομάχου και του τραχήλου της μήτρας, γνωρίζουμε ήδη ότι η εμφάνισή τους συνδέεται με ύπαρξη φλεγμονής. Στον καρκίνο του ήπατος είναι ένας ιός, στον καρκίνο του στομάχου είναι ένα βακτηρίδιο, το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, και στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας επίσης ένας ιός, ο HPV. H μελέτη μάς δίνει για πρώτη φορά υποψίες και για πιθανή ιογενή αιτιολογία και σε άλλες μορφές καρκίνου, όπως του δέρματος ή του νεφρού».

Σε κάθε περίπτωση - θα σχολιάζαμε εμείς -, οποιοδήποτε νέο ερευνητικό εύρημα βοηθεί στον εντοπισμό μιας «ρίζας» του κακού, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την εκρίζωσή του...

Πρόκειται για ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα πρωτεϊνών που παράγεται από το ήπαρ όταν ο οργανισμός μας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σημαντική μόλυνση. Οι ανεβασμένες τιμές της CRP μπορεί να μαρτυρούν φλεγμονή που προέρχεται από διαφορετικές πηγές. Μία εκ των βασικών είναι αυτή στα αρτηριακά τοιχώματα - σύμφωνα με τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα, η CRP πιστεύεται ότι αποτελεί τον καλύτερο δείκτη πρόγνωσης σχετικά με την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακού επεισοδίου σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης. Το 50% των ατόμων που έχουν υποστεί καρδιακό επεισόδιο έχουν αυξημένη CRP καθώς και το 65% των ατόμων με ασταθή στηθάγχη. Αυξημένα όμως επίπεδα CRP μπορεί να πηγάζουν ακόμη και από φλεγμονή στα ούλα αλλά και από φλεγμονές που εμφανίζονται εξαιτίας μεταβολικού συνδρόμου, υψηλής αρτηριακής πίεσης, παχυσαρκίας, διαβήτη και κατανάλωσης καπνού. Είναι επίσης πιθανό να συνδέονται με φλεγμονές που οφείλονται σε ιούς (όπως ο ιός της γρίπης), σε βακτηρίδια (όπως το Helicobacter pylori που προκαλεί έλκος του στομάχου) αλλά και σε αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.



Science περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.