Εχουμε συνηθίσει ανοίγοντας ένα βιβλίο αφιερωμένο σε αρχαιολογικά θέματα να περιμένουμε να βρούμε αναλύσεις των ευρημάτων, θεωρίες για την ταύτιση ή τη χρονολόγησή τους, ιστορικές ερμηνείες και πολλές σελίδες αφιερωμένες στην ιστορία, στον μύθο και στην αισθητική του τόπου και των μνημείων του. Εχουμε ακόμη συνηθίσει σε μια από τις πρώτες σελίδες να βρίσκουμε και την αφιέρωση του τόμου. Τούτο το βιβλίο είναι διαφορετικό. Δεν χρειάζεται τη συνηθισμένη αφιέρωση, μια και όλο, η κάθε του σελίδα, αφιερώνεται όχι τόσο στα ευρήματα που βγήκαν από τη γη και από τα χέρια εκείνων που δούλεψαν σε μια ανασκαφή, αλλά στην προσωπική παρουσία και συμμετοχή τού καθενός τους σε μια ομαδική προσπάθεια που διήρκεσε 22 χρόνια, από το 1952 ως το 1974. Και είναι επίσης διαφορετικό γιατί δίνει ελάχιστες αρχαιολογικές πληροφορίες και ερμηνείες των ευρημάτων. Είναι απλώς ένα βιβλίο που μιλάει για το πώς οργανώνεται η επιχείρηση ανασκαφή, ποιες είναι οι σχέσεις των ανθρώπων που εργάζονται εκεί και περιγράφει φιλίες, απογοητεύσεις και εκπλήξεις.


Το βιβλίο λοιπόν του καθηγητή Βάσου Καραγιώργη Ανασκάπτοντας τη Σαλαμίνα της Κύπρου αφηγείται την ανθρώπινη πλευρά μιας ανασκαφής. Την ιστορία που εκτυλίσσεται στα παρασκήνια του αρχαιολογικού έργου και που για χάρη των μνημείων, της μελέτης τους και της δημοσίευσής τους, περνάει στο περιθώριο και συνήθως ξεχνιέται. Η μακρόχρονη ανασκαφή στη Σαλαμίνα της Κύπρου είναι μια ιστορική ανασκαφή και από επιστημονικής πλευράς έχει καλυφθεί με πολλά βιβλία και άρθρα ώστε ο επιστημονικός κόσμος να έχει πλήρη επίγνωση του αρχαιολογικού έργου που έγινε εκεί. Αλλωστε είναι γνωστό ότι ο κ. Καραγιώργης φροντίζει συστηματικά για την έγκαιρη δημοσίευση των ευρημάτων των ανασκαφών του και οι συνεργάτες του γνωρίζουν επίσης καλά την πεποίθησή του ότι «μια αδημοσίευτη ανασκαφή είναι αρνητική συμβολή στην αρχαιολογία». Το άλλο μέρος τώρα, η αφήγηση των παραλειπόμενων μιας ανασκαφής όπως είναι το θέμα που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο, είναι περισσότερο μια προσωπική πρωτοβουλία του συγγραφέα και στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα κείμενο που συνοδεύει εκείνες τις φωτογραφίες που συνήθως παραλείπονται από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Αυτές οι αναμνηστικές ή οι φωτογραφίες εργασίας αποκτούν εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφήγηση μιας ιστορίας που συνήθως δεν γράφεται.



Το βιβλίο συμπληρώνεται από δύο Παραρτήματα που έγραψαν δύο αρχαιολόγοι που συνεργάστηκαν με τον συγγραφέα, οι κυρίες Αννα Μαραγκού και Marguerite Yon. Το Παράρτημα Ι με τον επιτυχημένο τίτλο Η Σαλαμίνα πριν τη Σαλαμίνα αναφέρεται στην ιστορία της πόλης που προϋπήρξε της ρωμαϊκής Σαλαμίνας και στην αναζήτηση της βυζαντινής Κωνσταντίας που κτίστηκε επάνω και δίπλα στη ρωμαϊκή πόλη. Στο ίδιο Παράρτημα παρατίθενται και εντυπώσεις των πρώτων επισκεπτών αρχίζοντας από το 1340. Ακολουθεί η μακρά αλυσίδα των περιηγητών και των ξένων διπλωματών, που με το ένα ή το άλλο πρόσχημα πλούτιζαν τις ιδιωτικές τους συλλογές ή τις συλλογές μουσείων σε Ευρώπη και Αμερική, και τέλος οι πρώτες ανασκαφές στον 19ο αιώνα, που καμία όμως δεν ολοκληρώθηκε. Η συστηματική έρευνα της Σαλαμίνας έμελλε να αρχίσει στα μέσα του αιώνα μας και να σταματήσει απότομα με τα τραγικά γεγονότα του 1974.


Το Παράρτημα ΙΙ πραγματεύεται τη συμβολή της γαλλικής αποστολής του Ινστιτούτου Courby του Πανεπιστημίου της Λυών υπό τον καθηγητή Jean Pouilloux στην ανασκαφή της Νεκρόπολης της Σαλαμίνας. Η γαλλική αποστολή εργάστηκε στην Κύπρο μία δεκαετία, από το 1964 ως το 1974, όταν όλα σταμάτησαν με την επίθεση του Αττίλα.


Σήμερα η Αμμόχωστος και μαζί η Σαλαμίνα με τη Νεκρόπολή της βρίσκονται στα κατεχόμενα από τα τουρκικά στρατεύματα εδάφη της Κύπρου. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι απρόσιτος στους αρχαιολόγους που ανέσκαψαν τη Σαλαμίνα, το ίδιο και χιλιάδες αναμνηστικές φωτογραφίες από όλα τα χρόνια της ανασκαφής που φυλάγονταν στα γραφεία του αρχαιολογικού χώρου ή στα σπίτια των ανθρώπων που δούλεψαν εκεί. Ετσι ο συγγραφέας για να συγκεντρώσει το υλικό του βιβλίου έπρεπε να καταφύγει στο προσωπικό του αρχείο και στα αρχεία του Τμήματος Αρχαιοτήτων και του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία, στις αναμνήσεις του και στις σημειώσεις του Ημερολογίου του. Η ιστορία ξεκινάει ουσιαστικά από μια σχολική εκδρομή στη Σαλαμίνα.


Ηταν μια ημέρα του Ιουνίου του 1942 όταν το σχολικό λεωφορείο διέσχισε τον αμαξιτό δρόμο μέσα από το δάσος της Σαλαμίνας η οποία ήταν ακόμη τότε ένας ρομαντικός τόπος που τον σκίαζε ένα δάσος από μιμόζες και ακακίες. Μερικές αρχαίες κολόνες, άλλες όρθιες και άλλες ξαπλωμένες στην άμμο, σηματοδοτούσαν τον αρχαιολογικό χώρο της άλλοτε ένδοξης Σαλαμίνας που είχε εν μέρει ανασκαφεί την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα. Πίστευαν τότε ότι είχε βρεθεί η ανατολική στοά της αρχαίας Αγοράς, που όμως αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν το Γυμνάσιο.


Για αυτή τη σχολική εκδρομή λοιπόν διαβάζουμε: «…Η ξενάγηση δεν κράτησε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας. Περπατήσαμε στη μαλακή άμμο. Θυμάμαι πολύ ζωηρά το έντονο αίσθημα που ένιωσα όταν με τα δάχτυλά μου σκούπισα την άμμο που σκέπαζε την άκρη μιας πεσμένης κολόνας και άγγιξα τη λεία και ζεστή επιφάνεια του μαρμάρου. Εκείνο ήταν το πρώτο μου πραγματικό άγγιγμα, η πρώτη μου επαφή με την αρχαιότητα, με τη Σαλαμίνα, με το αρχαίο παρελθόν του νησιού μου». Ηταν το πρώτο ξύπνημα του αρχαιολόγου Καραγιώργη, ο οποίος, μαθητής Γυμνασίου ακόμη, δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι η επόμενη επίσκεψή του στο ίδιο μέρος θα ήταν για να ερευνήσει την αρχαία πόλη.


Το 1952 ο Βάσος Καραγιώργης, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με φρέσκες ακόμη στο μυαλό του τις νέες, επαναστατικές για την εποχή, μεθόδους του καθηγητή του sir Mortimer Wheeler περί στρωματογραφίας, διορίστηκε βοηθός εφόρου του Κυπριακού Μουσείου και στάλθηκε στη Σαλαμίνα για να ξεκινήσει την ανασκαφή. Τι καλύτερο να περιμένει ένας νεόκοπος αρχαιολόγος; Βέβαια η πρώτη απογοήτευση δεν άργησε να έρθει όταν ανακάλυψε ότι η περίφημη μέθοδος της στρωματογραφίας δεν εφαρμόζεται στην άμμο. Η Σαλαμίνα όμως εξακολουθούσε να είναι ένας ρομαντικός τόπος, όπως την είχε αφήσει, σκεπασμένη από την άμμο στη σκιά του δάσους με τις ακακίες και τις μιμόζες. Και βεβαίως η άμμος, που δεν προσφέρεται για στρωματογραφία, σκέπαζε τα ερείπια του παρελθόντος της Μεγαλονήσου.


Στην ανασκαφή δούλευαν περισσότερες γυναίκες εργάτριες από άντρες καθώς εκείνες έπαιρναν χαμηλότερο μισθό. Ερχονταν από τα δύο γειτονικά χωριά, την Εγκωμη και τον Αγιο Σέργιο. Με αυτό το πρώτο ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς τον λόγο παίρνουν οι φωτογραφίες και ήρωες της αφήγησης γίνονται αυτοί που με τα χέρια τους αποκάλυψαν την αρχαία πόλη. Παράλληλα, αν και αυτό δεν μας το λέει πουθενά ο συγγραφέας, μέσα από τις σελίδες διαγράφεται διακριτικά και η τροχιά του αρχαιολόγου.


Το βιβλίο είναι γραμμένο με αφηγηματικό τρόπο, η γλώσσα είναι απλή, καθημερινή και το ίδιο ύφος χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός σημαντικού ευρήματος ή για κάποιο επεισόδιο της ζωής στον χώρο της ανασκαφής. Το πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ανασκαφή του Γυμνασίου που παλιά πίστευαν ότι ήταν η Αγορά. Ακολουθεί η αποκάλυψη του Θεάτρου, όταν ψάχνοντας για μανιτάρια σε έναν περίπατο ο αρχαιολόγος πρόσεξε ένα κοίλωμα στο έδαφος που έμοιαζε τεχνητό. Και παρ’ όλο που ο ίδιος επιμένει ότι ήταν ανίκανος να βρει έστω και ένα μανιτάρι, διαβάζουμε για το πώς βρήκε ένα αρχαίο θέατρο. Την επομένη κιόλας μια τομή στο κοίλωμα έφερε στο φως μια σειρά καθισμάτων του αρχαίου θεάτρου. Ετσι καθώς πλησίαζε στην ολοκλήρωσή της η έρευνα του Γυμνασίου ξεκίνησε η αποκάλυψη του Θεάτρου. Παράλληλα με την ανασκαφή γινόταν η συντήρηση των αγαλμάτων που βρέθηκαν στη Σαλαμίνα. Ηταν δουλειά που μοιράστηκε στο Επαρχιακό Μουσείο Αμμοχώστου και στο Κυπριακό Μουσείο της Λευκωσίας. Πρόκειται για γλυπτά που στην αρχαιότητα κοσμούσαν το Γυμνάσιο και το Θέατρο και ορισμένα αφέθηκαν κατά χώραν για να στολίζουν τον αρχαιολογικό χώρο. Από αυτά μόνο εκείνα που εκτίθενται στο Κυπριακό Μουσείο της Λευκωσίας μπορούν να δουν εκείνοι που τα βρήκαν.


Η Νεκρόπολη της Σαλαμίνας ερευνήθηκε αργότερα, στα 1964. Ανήκει στην πόλη που προϋπήρξε της ρωμαϊκής και βρίσκεται νοτιότερα, στα όρια του δάσους έξω από τα τείχη της πρώτης πόλης. Αυτή η πλευρά της ιστορίας μελετήθηκε από τη γαλλική αποστολή του Πανεπιστημίου της Λυών. Στη Νεκρόπολη της Σαλαμίνας ερευνήθηκαν τάφοι του 8ου π.Χ. αιώνα με σημαντικά ευρήματα, πολλά από τα οποία βρίσκονται σήμερα στο Κυπριακό Μουσείο της Λευκωσίας. Από τα σημαντικότερα για την ιστορία του τόπου είναι οι σκελετοί αλόγων που βρέθηκαν στον δρόμο των δύο λεγόμενων «βασιλικών τάφων», που σε συνδυασμό με τα αποτυπώματα στο χώμα ενός άρματος επιβεβαιώνουν τη σχέση της προκλασικής Σαλαμίνας με τα ομηρικά ταφικά έθιμα και θυμίζουν την περιγραφή της Ιλιάδας για τους 12 νέους Τρώες που μαζί με άλογα και άλλα ζώα σκότωσε ο Αχιλλέας και έριξε στην πυρά του Πάτροκλου.


Η απόδοση της σημασίας των αρχαιολογικών ευρημάτων όχι μόνο σε αυτό αλλά και σε άλλα σημεία του βιβλίου είναι πάντα απλή και άμεση. Στα χέρια μας έχουμε μια πλούσια εικονογραφημένη έκδοση γραμμένη από έναν καταξιωμένο αρχαιολόγο, που αυτή τη φορά δεν απευθύνεται σε σοφούς αλλά στον μη αρχαιολόγο αναγνώστη και κατορθώνει να τον μπάσει στο πνεύμα ενός έργου που σημάδεψε την ιστορία της Κύπρου. Ετσι ώστε όταν γυρίζει και την τελευταία σελίδα να νιώθει ότι μοιράζεται με τον συγγραφέα τη νοσταλγία για αυτό το κομμάτι της ιστορίας που τώρα είναι απρόσιτο, σε ξένη κατοχή.